Με αφορμή τα 50 χρόνια από την πρώτη παρουσίαση του κύκλου τραγουδιών «Γράμματα από τη Γερμανία» σε μουσική Μίκη και στίχους Φώντα Λάδη και τη συναυλία που διοργανώνεται τη Δευτέρα, ζητήσαμε από τον Λάδη να μας τα πει όλα, ιστορίες, μυστικά και ντοκουμέντα...

 

«Στον Λυκαβηττό. Εβδομάς χυδαίας μουσικής του αρχηγού των Λαμπράκηδων». Αλλά και: «Το θέατρο έγινε τόπος αγοραίων εκφράσεων». Και μετά: «Με σκοπό την "εξύψωσι του προλεταριάτου" και για να κάμη ευρύτερα γνωστή την ελληνική μουσική ο μουσικο-βουλευτής Μίκης Θεοδωράκης οργάνωσε εβδομάδα χυδαίας μουσικής –αντί δραχμών 50, 30, 20– στο θέατρο ΕΟΤ του Λυκαβηττού». Ημερομηνία: 3 Σεπτεμβρίου 1966.

 

Τα 13 τραγούδια, αφιερωμένα είτε σε τύπους μεταναστών εν είδει πορτρέτων είτε στις συνθήκες της ζωής τους στη Γερμανία, δεν είχαν και μεγάλες ομοιότητες με τα πονεμένα λαϊκά τραγούδια της ξενιτιάς και της μετανάστευσης, όπως τα είχε ήδη ερμηνεύσει μοναδικά ο Καζαντζίδης. Τούτο ήταν ένα άλλο είδος. Θεατρικό, μοντέρνο και κάπως μπρεχτικό, δεν παρέβλεπε την οδύνη του αποχωρισμού και τη νοσταλγία, αλλά δεν παρουσίαζε και εξιδανικευμένους όλους τους Έλληνες μετανάστες.


Το ντοκουμέντο από την εφημερίδα «Ακρόπολις» και η έκφραση, η γλώσσα και, κυρίως, το περιεχόμενο σήμερα μοιάζουν παρωδία. Εξυπακούεται, όμως, ότι ουδείς θα είχε τη διάθεση να γελάσει εκείνη την εποχή, με τα επανειλημμένα, επί τριήμερο, «καταγγελτικά» πρωτοσέλιδα της καθεστωτικής «Ακρόπολης», τα οποία έθεταν (και επεδίωκαν) «θέμα διώξεως του Μίκη Θεοδωράκη» και κατακεραύνωναν «στίχους που δυσφημούν την Ελλάδα». Τι είχε συμβεί; Στις 2 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο της Εβδομάδας Λαϊκής Μουσικής την οποία διοργάνωνε ο Μίκης Θεοδωράκης στο θέατρο του Λυκαβηττού, είχαν παρουσιαστεί σε πρώτη εκτέλεση τα «Γράμματα από τη Γερμανία», σε στίχους του νέου ποιητή Φώντα Λάδη και μουσική του Μίκη.

 

Τα 13 τραγούδια, αφιερωμένα είτε σε τύπους μεταναστών εν είδει πορτρέτων είτε στις συνθήκες της ζωής τους στη Γερμανία, δεν είχαν και μεγάλες ομοιότητες με τα πονεμένα λαϊκά τραγούδια της ξενιτιάς και της μετανάστευσης, όπως τα είχε ήδη ερμηνεύσει μοναδικά ο Καζαντζίδης. Τούτο ήταν ένα άλλο είδος. Θεατρικό, μοντέρνο και κάπως μπρεχτικό, δεν παρέβλεπε την οδύνη του αποχωρισμού και τη νοσταλγία, αλλά δεν παρουσίαζε και εξιδανικευμένους όλους τους Έλληνες μετανάστες.


Στο τολμηρό ποιητικό σύμπαν του Λάδη συνυπήρχαν οι έντιμοι εργάτες που δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί («Βγήκε η ζωή μας στο σφυρί») και τους λείπουν οι οικογένειές τους («Γεια σου, μάνα, γεια σου Στράτο»), οι ιδεολόγοι που έστελναν μέρος του μεροκάματου υπέρ του –παράνομου τότε– Κομμουνιστικού Κόμματος («Έστειλα στο Κόμμα»), τα «λαμόγια» που έχουν σχέση με τους παρακρατικούς («Ο Μήτσος απ' τα Φάρσαλα (...) έγινε αρχιγκάνγκστερ,/ καθαρίζει πέντε-πέντε / και μιλάει γερμανικά. Ο Μήτσος, το καλό παιδί,/ κρυφά πουλάει μαύρη,/ έχει γκόμενα μια μαύρη / και μια μαύρη λιμουζίνα»), ακόμα-ακόμα και οι Ελληνίδες εργάτριες που εκπορνεύονταν στη Γκέτεστρασε («Η γυναίκα η μυαλωμένη / στη Γκέτεστρασε μπαίνει / και βγαίνει ματσωμένη»).


Κι αντιστοίχως, τα τραγούδια αποτύπωναν αυθεντικά το περιβάλλον, τις συνθήκες και τις συνήθειες των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία, από τα καφενεία («Στο καφενείο «Ελληνικόν» / μαζευόμαστε τα βράδια,/ πέντε-πέντε στα τραπέζια / και διαβάζουμε «Αυγή»,/ «Βήμα», «Νέα», «Αλλαγή»./ Όποιος θέλει «Ακρόπολη» / κι είναι κάτι λίγοι,/ τζάμπα τις μοιράζουνε / ο Κοσμάς τις μάζεψε / να 'χει να τυλίγει»), μέχρι τις Γερμανίδες πόρνες («Μια ξανθιά απ' το Βισμπάντεν / τους Ρωμιούς τους αγαπάει,/ γιατί ξέρουν στο κρεβάτι,/ να 'ναι ντούροι και βαρβάτοι»).


Ακόμα και σήμερα οι περιγραφές του Λάδη θα ήταν ικανές να ερεθίσουν τα αντανακλαστικά ενός συντηρητικού ή υποκριτικού ακροατηρίου. Η αλήθεια είναι όμως ότι ο κύκλος τραγουδιών «Γράμματα από τη Γερμανία» (ή και «Μικρός Όμηρος», όπως συνηθίζει ο Μίκης να τον αποκαλεί, λόγω των θεατρικών του ομοιοτήτων και επιρροών από το έτερο έργο του, τον περίφημο «Όμηρο», σε ποίηση του Μπρένταν Μπίαν και απόδοση του Βασίλη Ρώτα), από τότε που πρωτοπαρουσιάστηκε, δεν ακούστηκε και πολύ. Η παρέμβαση της «Ακρόπολης» μπορεί να μην πέτυχε τη δίωξη των δημιουργών του κύκλου, πέτυχε όμως τη 10ετή λογοκρισία, με αποτέλεσμα την ηχογράφηση εκ των υστέρων...

 

Με Μίκη Θεοδωράκη στο θέατρο Λυκαβηττός στη παρουσίαση της πρώτης εκτέλεσης των τραγουδιών «Γράμματα από Γερμανία» Αύγουστος 1966
Με Μίκη Θεοδωράκη στο θέατρο Λυκαβηττός στη παρουσίαση της πρώτης εκτέλεσης των τραγουδιών «Γράμματα από Γερμανία» Αύγουστος 1966


Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ


Να όμως που την ερχόμενη Δευτέρα (11/7, 21:00), με την ευκαιρία της συμπλήρωσης πενήντα χρόνων από την πρώτη εκείνη δημόσια εκτέλεση των τραγουδιών στον Λυκαβηττό, πραγματοποιείται στο Θέατρο Αττικού Άλσους, με ελεύθερη είσοδο, η πρώτη από μια σειρά συναυλιών οι οποίες θα γίνουν με θέμα τραγούδια της μετανάστευσης και κεντρικό άξονα τα «Γράμματα από τη Γερμανία». Τα τελευταία θα τα ερμηνεύσουν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου (που προσφέρθηκε αμισθί) και η Αφροδίτη Μάνου. Εξίσου σημαντικοί οι ερμηνευτές των υπόλοιπων τραγουδιών (κυρίως λαϊκών και ρεμπέτικων) με θέμα τη μετανάστευση και την προσφυγιά: Ο Γιώργος Μεράντζας, η Σοφία Παπάζογλου και ο Βασίλης Κορακάκης. Η εκδήλωση δεν περιλαμβάνει μόνο τραγούδια αλλά και βιντεο-προβολή ντοκουμέντων της εποχής (με την επιμέλεια του Κυριάκου Χατζημιχαηλίδη), καθώς και αφηγήσεις και μαρτυρίες που, με τη συμβολή της ηθοποιού Γεωργίας Ανέστη, θα αναπαραγάγουν την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του '60 και θα αναζητήσουν συνδέσεις με τη σημερινή συγκυρία του προσφυγικού.


Η εκδήλωση θα συνοδευτεί από μια ενισχυμένη επανέκδοση («Μετρονόμος») του βιβλίου που είχε πρωτο-κυκλοφορήσει το 1975, παράλληλα με τις ηχογραφήσεις του κύκλου «Γράμματα από τη Γερμανία».


Είχαν γίνει δύο ηχογραφήσεις το 1975, πράγμα όχι ασυνήθιστο για την εποχή. Μία από τη Minos, με ερμηνευτές τους Γιώργο Ζωγράφο, Άννα Βίσση και Γιάννη Θωμόπουλο, με παραγωγό τον Αχιλλέα Θεοφίλου, και μία ταυτόχρονη από τη Lyra, σε ενορχήστρωση και διεύθυνση του Θάνου Μικρούτσικου, με ερμηνευτές την Αφροδίτη Μάνου, τον Αντώνη Καλογιάννη και τον Γιάννη Συρρή. Τα ίδια τραγούδια τα έλεγαν ο Ζωγράφος και ο Καλογιάννης στις μπουάτ της εποχής. Αργότερα, ο Μητροπάνος τραγούδησε κάποια που του άρεσαν πολύ, όπως το «Βγήκε η ζωή μας στο σφυρί», φροντίζοντας, όπως άλλωστε το συνήθιζε, να βάλει τη δική του σφραγίδα στον ερμηνευτικό τρόπο.

 

 


ΚΥΡΙΕ ΛΑΔΗ, ΘΑ ΜΑΣ ΤΑ ΠΕΙΤΕ ΟΛΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΗ;


Να επιστρέψουμε 50 χρόνια πίσω; Τότε που «είχαν γίνει τα Ιουλιανά, κρυφοακουγόταν ήδη για δικτατορία και ήταν όλοι ζεματισμένοι... Σ' αυτό το κλίμα, κι ενώ το κίνημα των Λαμπράκηδων ήταν πολύ δυνατό, η εφημερίδα "Ακρόπολη" και το καθεστώς πέτυχαν, μετά τη συναυλία στον Λυκαβηττό, να απαγορευτούν τα "Γράμματα από τη Γερμανία", πράγμα που δεν είχε ξαναγίνει από το '60 και μετά... Από τα 13 τραγούδια λογοκρίθηκαν τα 8. Δεν είχε νόημα να ηχογραφήσουμε τα υπόλοιπα. Ύστερα πλάκωσε η δικτατορία και τελείωσε η ιστορία, μέχρι το 1975 που ηχογραφήθηκαν στις δύο εκδοχές...». Υπάρχουν, όμως, και επιπλέον 6 τραγούδια του ίδιου κύκλου που δεν έχουν ηχογραφηθεί ποτέ και που είναι στα πιθανά προσεχή σχέδια του Φώντα Λάδη.

 

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΙΚΗ


Το 1960-61, που εγώ είμαι στα 17, πρωτοβγαίνουν τα τραγούδια του Μίκη και μέχρι το 1964 όλη η Ελλάδα αρχίζει να συζητάει αν τραγουδάει τον «Επιτάφιο» καλύτερα ο Μπιθικώτσης ή η Μούσχουρη. Μέσα σε όλο αυτό το περιβάλλον κόλλησα κι εγώ από δίπλα: Πήγα ως φανατικός του Μίκη σε 1-2 συναυλίες του, τον γνώρισα, με συμπάθησε κι έκτοτε με έπαιρνε πάντα μαζί του και στην Αθήνα και στις περιοδείες στην επαρχία. Ακόμα κι όταν ήμουν στην Αεροπορία, το έσκαγα και πήγαινα κρυφά... Κι ο Μίκης, όμως, πάντα γενναιόδωρος, με ιδέες και ωραίες «τρέλες», στις συναυλίες συχνά σταματούσε τον Μπιθικώτση και με παρουσίαζε: «Έχουμε κι έναν νέο ποιητή μαζί μας, που θα μας διαβάσει ένα ποίημά του». Κι εγώ διάβαζα σε στυλ Μαγιακόφσκι! Το ίδιο έκανε και με άλλους, νέους τότε ποιητές: τη Μάρω Λήμνου, τον Μάνο Ελευθερίου φυσικά. Κάπως έτσι γίναμε φίλοι με τον Μίκη, μέναμε και κοντά (Νέα Σμύρνη-Καλλιθέα, μας χώριζε ουσιαστικά μια απόσταση 200 μέτρων). Μαζί πηγαίναμε στους Λαμπράκηδες, μαζί γυρίζαμε, κι εκεί, μέσα στο αυτοκίνητο του Μίκη, λέγαμε ιδέες. Ήμουν παρών π.χ. όταν σε μια τέτοια διαδρομή συνέλαβε πώς θα πρέπει να είναι το σήμα των Λαμπράκηδων: Το περίφημο «Ζ» από το «Ο Λαμπράκης ζει».

 

 


ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ


Ο Μίκης σχεδίαζε να διοργανώσει μια Εβδομάδα Ελληνικού Τραγουδιού για να παρουσιάσει όλους τους νέους ποιητές και μουσικούς. Εν όψει αυτής πηγαίναμε όλοι κάθε βράδυ σπίτι του και συζητούσαμε τι και ποιος θα παρουσιαστεί. Ένα τέτοιο βράδυ κάπως έγινε κι άκουσε συμπτωματικά ένα τραγούδι μου, το "Απ' τη συνοικία" που το είχε μελοποιήσει ο Μάνος Λοΐζος. Κι ενθουσιάστηκε...


ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ


Λίγες μέρες μετά, μου λέει ο Μίκης: «Εγώ θα φύγω για το Παρίσι, για να απομονωθώ και να μπορέσω να γράψω τη μουσική για την "Αντιγόνη" που θα ανεβάσει η Άννα Συνοδινού στον Λυκαβηττό». Έφυγε ο Μίκης κι εγώ κάθισα κι έγραψα τα «Γράμματα από τη Γερμανία» και του τα έστειλα στο Παρίσι... Άρχισε να τα μελοποιεί, ενώ παράλληλα έγραφε τη μουσικής της «Αντιγόνης».


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ...


Μου άρεσε φοβερά αυτό το θέμα. Ήθελα και να πρωτοτυπήσω. Κι ύστερα, σ' αυτή την ηλικία, αφήνεις τον εαυτό σου εντελώς ελεύθερο. Θα κάνεις την επανάστασή σου και θα δείξεις αυτό που βαθιά διαθέτεις, πέρα από την τεχνική. Δεν θα λογοκριθείς ούτε από τον εαυτό σου ούτε από εταιρείες ούτε από πολιτικές σκοπιμότητες και συνήθως είναι τότε που γράφεις και τα καλύτερα πράγματα. Σ' εμένα, όμως, το θέμα της μετανάστευσης είχε γίνει επιπλέον και έμμονη ιδέα – αργότερα έγραψα σχετικά βιβλία, μελέτες κ.λπ. Γιατί; Έπαιξε σίγουρα ρόλο το κλίμα και τα τραγούδια, ξεκινώντας από τον μεγάλο Καζαντζίδη και τους κλασικούς του ρεμπέτικου. Ήταν όμως και κάτι άλλο, ότι αισθανόμασταν κι εμείς κάπως σαν μετανάστες: Είχα τελειώσει το Γυμνάσιο στη Δράμα. Φτώχεια, κι όλοι οι φίλοι μου στριμώχνονταν σε κάτι δωματιάκια και καπνίζανε καπνό που τους έστελναν οι γονείς τους από τα χωράφια. Η επαρχία ερήμωνε...


ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΠΑΕΙ ΠΟΤΕ (!)


Μέχρι τότε στη Γερμανία δεν είχα πάει ποτέ. Είχα πάει, όμως, στο Βέλγιο και με είχε εντυπωσιάσει η Αμβέρσα, η ατμόσφαιρά της, τα μπαρ με τα ελληνικά ονόματα όπου σύχναζαν οι Έλληνες ναυτικοί και όπου γίνονταν και διάφορα με διάφορες ξανθές κυρίες πίσω από τις μπάρες – έτσι βγήκε κι «η ξανθιά από το Βισμπάντεν»!. Ε, με όλες αυτές τις εικόνες, δεν ήθελα και πολύ. Άρχισαν να μου έρχονται ένα-ένα τα τραγούδια. Μετά, όλοι με ρωτούσαν αν έχω ταξιδέψει στη Γερμανία. Έτσι κι αλλιώς, πιστεύω ότι ένας από τους δρόμους της τέχνης είναι να μπορείς να γράφεις χωρίς να έχεις άμεσο βίωμα.

 

ΟΙ ΦΑΝΑΤΙΚΟΙ ΑΚΡΟΑΤΕΣ...


Πραγματικά, στις συναυλίες άρεσαν πολύ τα τραγούδια στη νεολαία. Π.χ. θυμάμαι το κοινό να μπιζάρει επί τόπου τον «Μήτσο από τα Φάρσαλα» και να είναι αδύνατον να προχωρήσει η συναυλία αν δεν παιζόταν δεύτερη φορά το τραγούδι. Τέλος πάντων, άρεσαν τα τραγούδια. Και στους καζαντζιδικούς; Φυσικά. Όχι μόνο δεν υπήρξαν αντιδράσεις από εκείνους αλλά ήταν και το κατεξοχήν κοινό μας. Μα κι εγώ άνθρωπος αυτής της σχολής είμαι. Το λαρύγγι μου έχει ακόμα σημάδια από τις βραδιές που τραγουδούσαμε Καζαντζίδη στις παρέες. Και στα «Γράμματα από τη Γερμανία» υπάρχουν τραγούδια ανάλογου ύφους: το «Βγήκε η ζωή μας στο σφυρί», «Το καφενείον Ελληνικόν» κ.λπ.

 

Το ντοκουμέντο από την εφημερίδα «Ακρόπολις» και η έκφραση, η γλώσσα και, κυρίως, το περιεχόμενο σήμερα μοιάζουν παρωδία.
Το ντοκουμέντο από την εφημερίδα «Ακρόπολις» και η έκφραση, η γλώσσα και, κυρίως, το περιεχόμενο σήμερα μοιάζουν παρωδία.

 

ΟΙ ΦΑΝΑΤΙΚΟΙ «ΕΧΘΡΟΙ»....


Καταρχάς, στις δύο πρώτες συναυλίες στον Λυκαβηττό είχαμε αποχωρήσεις. Ελάχιστες μεν, αλλά επιδεικτικές. Κυρίες που είχαν έρθει ν' ακούσουν Θεοδωράκη, έπαιρναν την τσάντα τους κι έφευγαν μπροστά του, την ώρα που διηύθυνε. Και να φανταστείς ότι δεν είχαμε συμπεριλάβει στη συναυλία το τραγούδι «Έστειλα στο Κόμμα.» Σκέψου τι θα γινόταν, αν το παίζαμε κι αυτό...


... ΚΑΙ ΟΙ ΑΚΟΜΑ ΠΙΟ ΦΑΝΑΤΙΚΟΙ!


Ακολούθησαν τα δημοσιεύματα της «Ακρόπολης». Μιλάμε για τρεις συνεχόμενες μέρες με πρωτοσέλιδα δημοσιεύματα και εμμονή, όσο έβλεπαν να μην παρεμβαίνει ο εισαγγελέας. Έφτασαν να βάλουν αποσπάσματα από στίχους και την παρτιτούρα για να αποδείξουν ότι αυτά τα τραγούδια βρίζουν τα ιερά και τα όσια, ότι παρουσιάζουν τους Έλληνες να πουλάνε χασίσια κ.λπ. Έκαναν, βέβαια, ότι δεν καταλάβαιναν για ποιους Έλληνες μιλάγαμε... Φυσικά, πέρα από το πολιτικό θέμα, στην «Ακρόπολη» είχαν γίνει έξαλλοι και λόγω της άμεσης αναφοράς στην εφημερίδα, στο «Καφενείον Ελληνικόν». Αλλά αυτό γινόταν τότε: σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, σε όλα τα κεντρικά καφενεία υπήρχε πάνω σε κάθε τραπέζι μια «Ακρόπολη». Πλήρωνε το κράτος συνδρομές για 5.000-6.000 καφενεία, ώστε να διανέμεται σε αυτά κάθε πρωί η «Ακρόπολη». Το ίδιο συνέβαινε –με τη βοήθεια των παρακρατικών– και στα καφενεία των μεταναστών.


Η... ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ «ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ»...


Γι' αυτό έγραψα «Όποιος θέλει «Ακρόπολη» / κι είναι κάτι λίγοι,/ τζάμπα τις μοιράζουνε,/ ο Κοσμάς τις μάζεψε,/ να 'χει να τυλίγει». Αργότερα, όταν πραγματοποιήθηκαν οι ηχογραφήσεις στη Minos και τη Lyra, έγιναν, ερήμην μας, παρεμβάσεις. Ο Πατσιφάς π.χ., που ήταν καλός άνθρωπος, αλλά συντηρητικός, έκανε τον στίχο «Όποιος θέλει εθνική...». Στη Minos, αντίστοιχα, το έκαναν «όποιος θέλει χουντική...».


Η ΠΛΑΚΑ ΤΗΣ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ»


Στον αντίποδα, η «Δημοκρατική Αλλαγή» (με υπεύθυνο τότε τον Δημήτρη Γκιώνη) όχι μόνο έκανε πλάκα με τους συντηρητικούς που έφευγαν από τις συναυλίες αλλά έβαλε και μια επιστολή που είχε γράψει δήθεν ο «Μήτσος από τα Φάρσαλα» και διαμαρτυρόταν λέγοντας: «Δεν έχω κι εγώ το δικαίωμα να γραφτεί ένα τραγούδι και για μένα»;

 

 


ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ.


Υπήρξε μία ήπια, από τον φίλο μου τον Τάσο Βουρνά, στα σχόλια που έγραφε στη δεύτερη σελίδα της «Αυγής» με υπογραφή«Ο παρατηρητής». Ο Βουρνάς ήταν πολυγραφότατος και δηκτικός, αλλά, παρότι ήμασταν φίλοι, σοκαρίστηκε που ο Θεοδωράκης, την ίδια χρονιά που έγραψε τη «Ρωμιοσύνη», μελοποίησε και στίχους που έλεγαν «δεν τρώμε λάχανα», για «ντούρους και βαρβάτους Ρωμιούς»... Ο Βουρνάς εκπροσωπούσε τη σχολή διανοουμένων που βγήκε από τη Μακρόνησο, ανεχόταν μετά βίας το μπουζούκι, αλλά δεν ανεχόταν «τόσο απλό στίχο». Ήταν οι άνθρωποι που πήγαιναν την Κυριακή το πρωί ν' ακούσουν την Πέμπτη του Μπετόβεν. Κι όταν ο απλός κοσμάκης τραγουδούσε στη Μακρόνησο Καζαντζίδη ή Μπιθικώτση, το θεωρούσαν μισο-απαγορευμένο...


ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΡΕΥΜΑ ΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Μέχρι και πέρσι, που πήγαμε στην Αμερική και παίξαμε τα «Γράμματα από τη Γερμανία», πολλοί ομογενείς ήξεραν περισσότερο αυτά, παρά τα τραγούδια του Λοΐζου. Με εκπλήσσει αυτό, γιατί μην ξεχνάς πως αυτά τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν 9 χρόνια αργότερα και μετά δεν είχαν και καμιά τεράστια κυκλοφορία. Εν τω μεταξύ, σε αυτά τα 9 χρόνια είχαν γραφτεί πολλά ακόμα τραγούδια για τη μετανάστευση. Είχε κάνει ο Μαρκόπουλος με τον Σκούρτη τους «Μετανάστες», είχε βγάλει ο Άκης Πάνου το «Στον σταθμό του Μονάχου», ο Κηλαηδόνης το «Αχ Μαρία, μόνος μου στην μπιραρία». Είχε μεσολαβήσει και μια καινούργια γενιά ακροατών, που νόμιζε ότι μιμούμαστε την τάση τραγουδιών γραμμένων για τους μετανάστες στη Γερμανία...


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΝΤΑΜΙΤΖΑΝΑ...


Στο εξώφυλλο της δισκογραφικής έκδοσης της Minos αλλά και στο βιβλιαράκι είχαμε βάλει τη φωτογραφία ενός μετανάστη που προχωράει στον σταθμό ενός τρένου με μια νταμιτζάνα και μια βαλίτσα στο ένα χέρι και μια ακόμα βαλίτσα στον ώμο. Είχε βρει τη φωτογραφία η Ξανθίππη Μίχα που επιμελήθηκε την έκδοση, μας άρεσε και τη βάλαμε, χωρίς να ξέρουμε τον φωτογράφο ή το «μοντέλο» του. Χρόνια μετά περπατούσα μια μέρα στην Αθήνα, όταν με σταματάει ένας άγνωστος: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» με ρωτάει. «Είμαι ο άνθρωπος με την νταμιτζάνα και τη βαλίτσα...».

 

 

 

Info:

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ - ΦΩΝΤΑΣ ΛΑΔΗΣ
«Γράμματα από τη Γερμανία»

Θέατρο Αττικού Άλσους

11/7, Ώρα 21:00