Πριν από λίγες μέρες διάβαζα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο που έγραφε ότι  τα περισσότερα άλμπουμ που κυκλοφορούν πλέον διαρκούν πάνω από μια ώρα και συνήθως καταλήγουν να είναι βαρετά και χαοτικά.

 

Πάνε πια οι εποχές που π.χ. ακούγαμε ένα δίσκο και διαρκούσε μισή ώρα περίπου ή κάτω και από 30 λεπτά. Το κλασικό LHistoire de Melody Nelson του Serge Gainsbourg είχε μόνο 7 κομμάτια και ήταν αρκετά σύντομο και καθόλου χρονοβόρο. Διαρκούσε γύρω στα στα 28 λεπτά ολόκληρο. Αντίθετα φέτος π.χ. το πολυαναμένο Views του Drake διαρκεί 82 λεπτά, τόση πολλή ώρα που θα βαριόταν και ο θεός να το ακούσει. Το ίδιο και το Life of Pablo του Kanye West με 19 κομμάτια.

 

Και το Colour In Anything μετά από αρκετό καιρό που κυκλοφόρησε και έχει καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός των πρώτων εντυπώσεων χαρίζει πολύ περισσότερα στον προσεκτικό ακροατή του από όσα αρχικά του δίνει.

 

Σίγουρα για τα ονόματα που μιλάμε, υπάρχει ένα τεράστιο εγώ από πίσω και η μεγάλη διάρκεια των άλμπουμ τους είναι κάτι σαν την ιδανική έκφραση της μεγαλομανίας του. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν φταίνε αυτοί οι άμοιροι, ούτε ο ναρκισσισμός τους αλλά οι μεγάλες δισκογραφικές και οι νέοι κανονισμοί που έχει επιβάλει το streaming.

 

Στην ίδια κατηγορία είναι και το The Colour in Anything του James Blake με 17 κομμάτια – τα περισσότερα πάνω από 4 λεπτά - και όποιος αντέξει. Γι’ αυτό το λόγο οι New York Times που γενικά είναι αρκετά φειδωλοί στις κριτικές τους, το κατακεραύνωσαν, γράφοντας ότι είναι «αναίτια μεγάλο: λίγο πάνω από μια ώρα και ένα τέταρτο» ή το  Pitchfork που το χαρακτήρισε σαν "μια υπέροχη ασυμμάζευτη βουτιά στον μαξιμαλισμό". Εν μέρει έχουν δίκιο. Είναι δύσκολο να φτάσεις μέχρι το τέλος του με την πρώτη ακρόαση – λες και κάνεις άθλο. Από την άλλη αν δεν φτάσεις μέχρι το τέλος του, δυστυχώς χάνεις επειδή πολύ απλά είναι από την στόφα που φτιάχνονται τα σπουδαία άλμπουμ, που δεν σου κάθονται ακριβώς με την πρώτη. Και το The Colour in Anything μετά από αρκετό καιρό που κυκλοφόρησε και έχει καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός των πρώτων εντυπώσεων χαρίζει πολύ περισσότερα στον προσεκτικό ακροατή του από όσα αρχικά του δίνει.

 

Αν το Color In Anything είναι η άποψη του για την μοντέρνα soul ή την μουσική γενικότερα, τότε δεν θα μπορούσε να κάνει καλύτερη κατάθεση στον κόσμο.
Αν το Color In Anything είναι η άποψη του για την μοντέρνα soul ή την μουσική γενικότερα, τότε δεν θα μπορούσε να κάνει καλύτερη κατάθεση στον κόσμο.

 

O James Blake εμφανίστηκε το 2009 στην Βρετανία, σε μια εποχή που το dubstep ήταν στα ντουζένια του. Τότε έγραφαν ότι ήταν το νέο αστέρι της συγκεκριμένης σκηνής. Το πρώτο του άλμπουμ όχι μόνο δεν ήταν χορευτικό, αλλά ήταν κάτι που δεν περίμενε κανείς. Το σοκ για την εποχή ήταν μεγάλο. Για μένα παραμένει ένα μυστήριο ακόμη και σήμερα, πώς ένας 20αρης αντί να προτιμήσει να κάνει χορευτική μουσική όπως οι συνομήλικοι του της εποχής, έβγαλε ένα άλμπουμ με μια χούφτα πεσιμιστικές μπαλάντες για την αποτυχημένη ερωτική του ζωή. Επίσης ακουγόταν αθεράπευτα μελωδικός. Μεγάλο πισωγύρισμα όταν σε αποκαλούν την μεγαλύτερη ελπίδα της ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής.

 

Όσο όμως το πρώτο του ομώνυμο άλμπουμ του ωρίμαζε με τον χρόνο και τις ακροάσεις, ανακάλυπτες ότι είχες να κάνεις με κάτι άλλο, έναν από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς της γενιάς του. Και αυτή η συνειδητοποίηση δεν ήταν μόνο δική σου αλλά μια πιο γενική κατάσταση στα μουσικά μίντια. Έχτιζε έναν χαρακτήρα που δεν είχε καμία σχέση με μόδες και αντιπροσώπευε καθαρά τον ίδιο και ξαφνικά από όλοι ανακάλυπταν μια άλλη πλευρά. Το μέλλον που επρόκειτο να έρθει, αρκετά σύντομα τελικά. 

 

 

Ο James Blake ακούγεται σε όλους τους δίσκους του, ο πιο μίζερος άνθρωπος του κόσμου. Το δεύτερο άλμπουμ του, το ‘Overgrown’ ήταν επίσης μέσα στην μαύρη μαυρίλα. Δεν απομακρύνεται πολύ από εδώ. Αποκτάει όμως μια εξωστρέφεια που έλειπε στις προηγούμενες δουλειές του. Συνεργάζεται με περισσότερο κόσμο όπως ο Frank Ocean και ο ομοϊδεάτης του στην κλάψα, Bon Iver και φαίνεται η διαφορά.  Στο Colour Ιn Anything που παρά τον αισιόδοξο τίτλο του η πλειοψηφία των τραγουδιών είναι για χαμένες αγάπες και αποτυχημένες σχέσεις, ο Blake, η απόλυτη ενσάρκωση του λυπημένου αγοριού,  πετυχαίνει να κάνει την καψούρα, έργο τέχνης. Η παραγωγή όλου του είναι αψεγάδιαστη και κυριολεκτικά σου παίρνει την ανάσα από τα πρώτα δευτερόλεπτα του 'Radio Silence' και σε κλειδώνει στην ατμόσφαιρα του. Απόλυτα σύγχρονος ήχος. Χωρίς ίχνος υπερβολής θα έλεγα ότι είναι η Kate Bush των 00s με τόση έμφαση στην λεπτομέρεια και την αρχιτεκτονική των κομματιών. 'Αν η μελαγχολία είχε ήχο θα ακουγόταν σαν τον James Blake', γράφει πετυχημένα ένας youtuber. 

 

«I want it to be over”, επαναλαμβάνει στο ‘Modern Soul’, ένα από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ που έγραψε για τον χωρισμό του με την Theresa Wayman, η δομή του τραγουδιού όμως είναι έτσι φτιαγμένη ή ο τρόπος που το λέει αντί να σου προκαλεί θλίψη, σου δημιουργεί τα αντίθετα αποτελέσματα, μια αίσθηση ηρεμίας μετά από μια καταιγίδα.

 

 

Πριν από μερικά χρόνια όταν του είχαμε πάρει συνέντευξη στην Lifo, ακουγόταν χαρούμενος, χαμογελαστός και πολύ ερωτευμένος. Καθόλου gloomy τύπος. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Λέει σήμερα «Υπάρχουν πολλά πράγματα που νόμιζα ότι ήμουν και προσπαθούσα να παρουσιάσω τον εαυτό του ότι ήμουν – και ένα από αυτά ήταν ότι πίστευα ότι ήμουν σοβαρός. Άκουγα την παλιά μουσική μου και πραγματικά δεν ακουγόμουν ευτυχισμένος. Μου έκανε έκπληξη όταν ανακάλυψα ότι ήμουν γενικά στεναχωρημένος όλη την ώρα, τα κοντινά μου πρόσωπα ίσως να μην το είχαν προσέξει. Δεν λέω ότι δεν ευχαριστιόμουν τίποτα αλλά αυτά τα τέσσερα χρόνια της καριέρας μου – δεν είμαι σίγουρος ότι θα ήθελα να θυμάμαι και πολλά πράγματα με έντονα χρώματα. Μερικά είναι τόσο γκριζαρισμένα. Συνειδητοποίησα ότι [σχετικά με ότι έχει να κάνει με μουσική] δεν έχει σημασία αν είμαι χαρούμενος ή λυπημένος – έχει να κάνει με την ευαισθησία και την αντίδραση σου στον κόσμο. Δεν θα ήθελα να είμαι από αυτούς τους καλλιτέχνες που κρατάνε τον εαυτό τους σε ένα συνεχή κύκλο άγχους και κατάθλιψης για να βγάλουν μουσική από αυτό».

 

Αν το Color In Anything είναι η άποψη του για την μοντέρνα soul ή την μουσική γενικότερα, τότε δεν θα μπορούσε να κάνει καλύτερη κατάθεση στον κόσμο. Ήδη βρίσκεται ανάμεσα στα τοπ ονόματα της μουσικής βιομηχανίας, γράφει τραγούδια για την Beyonce ή στήνει στα ραντεβού τον Kanye West.

 

Το άλμπουμ του βγήκε σε μια περίεργη εβδομάδα για την μουσική. Συνέπεσε την ίδια μέρα με τους Radiohead και κάπως επισκιάστηκε η κυκλοφορία του από αυτό το γεγονός. Όχι ότι έχει σημασία αλλά πάντα  είναι ωραίο που η μουσική δημιουργεί ακόμη οπάδικες συζητήσεις. Σε απάντηση ενός φίλου που μου έλεγε ότι δεν θα το έβαζε να παίξει πάνω από μια φορά εν αντιθέσει με το A Moon Shaped Pool, προσωπικά το έχω λιώσει. Δεν ξέρω. Άλλες εποχές.