Ανάμεσα στα «Κουλουβάχατα της Ιστορίας», που έλεγαν και οι Monty Python, και στα αγέλαστα δραματικά πονήματα που αναφέρονται ευπειθώς στην αυστηρή ακρίβεια σκονισμένων βιογραφιών, υπάρχει μεγάλος χώρος για ερμηνεία και διαφορετική προσέγγιση, χιούμορ και αναθεώρηση, μια γκρίζα ζώνη που ο Τόνι Μακναμάρα αξιοποιεί με σατιρική γλώσσα, μελετημένες καντέντσες και μπόλικες ελευθερίες. Υποψήφιος για Όσκαρ για το σενάριο της Ευνοούμενης, ο Βρετανός δραματουργός διασκευάζει το δικό του θεατρικό έργο, απλώνοντάς το στα 10 επεισόδια της σειράς «The Great» για λογαριασμό του Hulu, που θα προβληθεί στην Ελλάδα εξ ολοκλήρου στις 16 Μαΐου από τα κανάλια της Cosmote TV, μία ημέρα μετά την παγκόσμια τηλεοπτική πρεμιέρα του.


Η Αικατερίνη καταφθάνει στη Ρωσία από τη Γερμανία για να παντρευτεί με συνοικέσιο τον συμπατριώτη της Πέτρο Γ', γεμάτη όνειρα για ρομαντική και χρήσιμη ζωή ως βασίλισσα, πλάι σε έναν αυτοκράτορα που έχει χάσει τη μητέρα του και αναζητά, στο πρόσωπό της, μια νύφη με χαρακτήρα, προσωπικότητα και καλή καρδιά. Ευσεβείς πόθοι: μέσα σε μία ώρα από την άφιξή της αντικρίζει έναν ασκητικό ιερέα που γλείφει τα δάχτυλά του για να τσεκάρει προσωπικά αν ο «εσωτερικός της τοίχος έχει παραβιαστεί» και, αμέσως μετά, τον μέλλοντα σύζυγο που την τρολάρει, την παντρεύεται συνοπτικά και, λίγο πριν συνεχίσει τις ασήμαντες ασχολίες του, ξεμπερδεύει με το σεξουαλικό του καθήκον, θρυμματίζοντας θεαματικά το αφελές της όραμα για οτιδήποτε ανθόσπαρτο και εποικοδομητικό είχε σκεφτεί για το κοινό τους μέλλον.

 

Οι 10 ώρες που διαρκεί η σειρά έχουν τον δικό τους Θεό, ο λόγος βασιλεύει και η πλοκή δεν σηκώνει σουρεαλισμό.


Ο Μακναμάρα δανείζεται μερικά από τα χαρακτηριστικά μοτίβα που μας σύστησε στην Ευνοούμενη, όπως η καταλυτική υπηρέτρια αριστοκρατικής καταγωγής που έχει εκπέσει από τα προνόμιά της, τρίο στο βασιλικό δώμα και λαγοί, όχι ως σύμβολα απωθημένης γονιμότητας αλλά ως θηράματα για ξόδεμα. Στο πρώτο επεισόδιο τηρεί το πλαίσιο της εποχής, αλλά δεν σέβεται καθόλου τις λεπτομέρειες ενός πολύπλοκου και γαργαλιστικού κεφαλαίου της προεπαναστατημένης Ευρώπης, γιατί τον ενδιαφέρει το ζουμί της σχέσης ενός διάσημου ανδρόγυνου και κυρίως η αντανάκλαση μιας άγριας, μοχθηρά σεξιστικής συμπεριφοράς απέναντι σε μια γυναίκα με τίτλο, αλλά χωρίς κανένα δικαίωμα.

 

H Ελ Φάνινγκ κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της σειράς.
H Ελ Φάνινγκ κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της σειράς.


Ο Μακναμάρα δεν είναι σκηνοθέτης. Γράφει για λογαριασμό άλλων και στο «Great» αδράχνει την ευκαιρία να αναπτύξει χωρίς μεσάζοντες το δικό του υλικό, να επιβάλει τον ρυθμό και να διδάξει τον τόνο ακριβώς όπως επιθυμεί, ως show creator πλέον. Στα μεσαία επεισόδια της σειράς μάς λείπει η παρέμβαση ενός Λάνθιμου, η μετατροπή των έξυπνων λέξεων σε οπτικές προτάσεις. Ωστόσο, οι 10 ώρες που διαρκεί η σειρά έχουν τον δικό τους Θεό, ο λόγος βασιλεύει και η πλοκή δεν σηκώνει σουρεαλισμό.

 

Τις πρώτες εντυπώσεις πυκνής φάρσας και αναχρονιστικών ευφυολογημάτων (κοιτάζοντας τη μουμιοποιημένη μητέρα του, ο Πέτρος αναφωνεί πως μπορεί να βγει πολύ χρήμα από την προβληματική σχέση μιας μητέρας με τον γιο της, προφητεύοντας τον Φρόιντ, και η Αικατερίνη συμφωνεί, για τους δικούς της λόγους) διαδέχεται η ίντριγκα σε ένα ασταμάτητο σκάκι αργής εξόντωσης ανάμεσα στους νιόπαντρους. Ευτυχώς, η ιλαρότητα δεν εξατμίζεται για χάρη της δολοπλοκίας.

 

Ακόμα και όταν ο Πέτρος, ένας βεβαρημένος γόνος που δεν έχει προλάβει να ωριμάσει και κουβαλά με φλέγμα και γινάτι τη σκιά των σπουδαίων γονέων του, πιέζεται για να συμβουλέψει σωστά ένα έθνος και η δυστυχισμένη βασίλισσα, ο κάδος του σπέρματός του, το αγκάθι της ανέμελης καθημερινότητάς του στο παλάτι και, ταυτόχρονα, ένα καμπανάκι για την πρόοδο που αρνείται να κοιτάξει κατάματα («είμαι τέλειος, αλλά ξέρω πως πρέπει ν' αλλάξω, τι συμφορά!» ομολογεί χαμογελώντας αυτάρεσκα), ψάχνει τρόπους για να τον ξεφορτωθεί και να εφαρμόσει τις ιδέες της, η ψυχαγωγική ελαφρότητα βρίσκει τρόπο για να διασκεδάσει τον ζόφο μιας τρομακτικής περιόδου.

 

Το «The Great» είναι ανορθόδοξη κομεντί, κεκλιμένη, «περιστασιακά αληθής», όπως προειδοποιεί από τους τίτλους αρχής, εν τέλει ηθελημένα ανιστόρητη, με ήρωες ανθρώπους που ποζάρουν ως ευγενείς, αλλά το μυαλό τους είναι σκέτο αληταριό.

 

Ελ Φάνινγκ και Νίκολας Χουλτ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ελ Φάνινγκ και Νίκολας Χουλτ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

 

Το Λιοντάρι τον χειμώνα, το θεατρικό του Γουίλιαμ Γκόλντμαν που έγινε ταινία το 1968 από τον Άντονι Χάρβεϊ με τον Πίτερ Ο'Τουλ και την Κάθριν Χέμπορν, αποτελεί σημείο αναφοράς για το δημιουργικό ξεστράτισμα από τη στενή έννοια της ιστορικής αλήθειας στο δράμα. Ακόμη κι αν, αναδρομικά, η Πολίν Κέιελ είχε δίκιο όταν στην κριτική της είπε πως το κύριο πρόβλημα του έργου ήταν ότι έπαιρνε τοις μετρητοίς μια σειρά από ασόβαρα πρόσωπα που επιδίδονταν σε ποταπές πράξεις, το Λιοντάρι τον χειμώνα είχε την τόλμη, δύο χρόνια μετά τον αξιοσέβαστο Άνθρωπο για όλες τις εποχές, να δίνει χώρο στον Ερρίκο, στην Ελεονώρα και στους άχρηστους γιους τους να βγάζουν τα μάτια τους με ατάκες που ταίριαζαν στα '60s και μια υπολογίσιμη αναίδεια προς τους κονστιπέ λογίους.

 

Στο «The Great» οι διάλογοι που ακούμε δεν έχουν ειπωθεί ποτέ, ο ανισόρροπος και απρόβλεπτος Πέτρος (εξαιρετικά διασκεδαστικός ο Νίκολας Χουλτ, που πάτησε στην Άννα της Ολίβια Κόλμαν για τον ρόλο) σπάει ποτήρια, πυροβολεί αρκούδες και μαχαιρώνει αξιωματικούς, βρίζει, κάνει σεξ αδιακρίτως, είναι εμφανώς όμορφος και δεν έχει καμία σχέση με τον άχαρο, αληθινό Πέτρο, που είχε προβλήματα στύσης, ανάμεσα στα άλλα, οι κυρίες της αυλής είναι γελοίες κουτσομπόλες, οι εγγράμματοι και σκεπτόμενοι αποτελούν θλιβερή μειοψηφία και η συγκρατημένη πολυτέλεια, με την απαξίωση έτοιμη να εισβάλει από το υπογάστριο του κτήνους, κοιτάζει εκδικητικά την κομφετί Μαρία Αντουανέτα της Σοφία Κόπολα.

 

Η Αικατερίνη της Ελ Φάνινγκ, νεανική, στην εκκίνηση μιας ταραχής, δεν έχει καμία σχέση με την ευθυτενή προσήλωση της Έλεν Μίρεν στην αντίστοιχη, πρόσφατη βιογραφία ή με τη μοιραία ηδυπάθεια της Μάρλεν Ντίτριχ, που υπαινισσόταν όλες τις φήμες γι' αυτήν (μαζί και τις δικές της) στο Scarlet Empress του 1934. Ξεκινά με ενθουσιασμό και γρήγορα προσαρμόζεται στην τακτική υποχώρηση της ευάλωτης προσωπικότητάς της, για να προλάβει το χτύπημα και να επιβιώσει πανηγυρικά, υιοθετώντας το τέμπο και το πνεύμα του δασκάλου της. Ο θίασος του Μακναμάρα μιλά, σκέφτεται και αστειεύεται αγγλικά και μετατρέπει την προκατάληψη και την αδικία σε εργαλεία εγκλήματος και τιμωρίας.

 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO