Κλεισμένοι για περισσότερες από 40 μέρες στο σπίτι (το μωράκι του Πάρι πρέπει σαράντισε), ήταν μια καλή ευκαιρία να ανακατέψουμε ντουλάπες, να φτιάξουμε βιβλιοθήκες, να πετάξουμε άχρηστα, να καθαρίσουμε αρχεία. Εκεί, μέσα στις εκκαθαρίσεις και την τακτοποίηση, ανακαλύπτεις πράγματα που είχες ξεχάσει ότι τα είχες, που απορείς πώς βρέθηκαν στο σπίτι σου, που κάποτε μπορεί να σου ήταν πολύτιμα και σήμερα να μην τα θυμάσαι καν...


 


Ο Παπαδιαμάντης

Στις 14 Μαρτίου αποφάσισα να οργανώσω τη βιβλιοθήκη μου. Μου πήρε περίπου δέκα μέρες η ταξινόμηση, το καθάρισμα και η τοποθέτηση στα σωστά ράφια. Βλέπει κανείς τη ζωή του, προσπαθώντας να οργανώσει τα αντικείμενα που τον περιβάλλουν. Πότε αγοράστηκε αυτό, είχα ξεχάσει πως το είχα εκείνο και μαζί με τις πρακτικές ερωτήσεις κι ένα σωρό εικόνες από περασμένες ζωές.

 

Ήξερα πως το είχαμε. Το 2003 είχα μόλις μετακομίσει στην Αθήνα και η ανθολόγηση των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη από τον Κωστή Παπαγιώργη ήταν ένα εκδοτικό γεγονός. Έτσι άκουγα να λένε οι γύρω μου. Ούτε για τον Παπαγιώργη, ούτε, κυρίως, για τον Παπαδιαμάντη ήταν τότε ο σωστός καιρός. Το βιβλίο «εξαφανίστηκε», ο θόρυβος της καθημερινότητας κάλυψε τις ήσυχες μέρες του 2003 και δεν είναι λίγες οι φορές που αναρωτηθήκαμε πού θα μπορούσε να είναι αυτή η ανθολογία, να διαβάζαμε το δοκίμιο του Κωστή Παπαγιώργη για το έργο του Σκιαθίτη λογοτέχνη. Βρέθηκε πίσω από τα τεύχη του «Εκηβόλου», ολοκαίνουριο, με το όμορφο έργο του Πέρη Ιερεμιάδη στο εξώφυλλο. Μια πανέμορφη, προσεγμένη έκδοση από τον Ίνδικτο.

 

Το ξεκίνησα την επόμενη μέρα, λέξη λέξη μπήκα στον νυχτερινό κόσμο των αλαφροΐσκιωτων, περπάτησα για δύο μέρες και δύο νύχτες μαζί με τον ήρωα της φαρμακολύτριας και στάθηκα στην άκρη του κάστρου μια μέρα με πολύ αέρα με τον Φτωχό Άγιο. Η ελάχιστη επαφή μου με τον Παπαδιαμάντη είναι η μεγάλη μου ανακάλυψη τις μέρες αυτές. Κυρίως κρατώ τις περιγραφές της φύσης, τα έρημα τοπία της Ελλάδας, το χώμα, τον αέρα, τα δέντρα και τα νερά. Βάλσαμο!

Μιχάλης Μιχαήλ

 

Μια τσιγγάνικη γιορτή

Carol Wilson, «Gypsy feast, recipes and culinary traditions of the Romany People», Hippocrene, 2004
Carol Wilson, «Gypsy feast, recipes and culinary traditions of the Romany People», Hippocrene, 2004

 

Δεν έχω ιδέα πότε και γιατί το αγόρασα (προφανώς σε κάποια ομαδική παραγγελία στο Amazon). Το βρήκα στον πάτο μιας στοίβας που δεν χωρούσε σε κανένα ράφι από τότε που μετακόμισα. Είναι ένα βιβλίο μεταχειρισμένο, δερματόδετο, με έντονα σημάδια κακοποίησης από τον προηγούμενο κάτοχό του, που μιλάει για το φαγητό των Τσιγγάνων. Τις διατροφικές τους συνήθειες, τις παραδόσεις τους, τα υλικά που χρησιμοποιούν και πώς συνδέεται το φαγητό με τις χαρές και τις λύπες τους. Το λένε «Gypsy feast, recipes and culinary traditions of the Romany People», συγγραφέας του είναι η Carol Wilson και κυκλοφόρησε από τις αμερικανικές εκδόσεις Hippocrene το 2004. Είναι εξαντλημένο εδώ και χρόνια. Το άνοιξα για να τσεκάρω και το διάβασα μέχρι το τέλος, γιατί δεν είναι απλώς ένα καλό βιβλίο για το φαγητό αλλά από τα πιο ενδιαφέροντα που έχω διαβάσει. Στο κεφάλαιο για τα κρέατα, η συγγραφέας γράφει αυτά για τον σκαντζόχοιρο:


«Οι Τσιγγάνοι της Ουαλίας ονομάζουν τον Οκτώβριο "Mis Draenog, μήνα του σκαντζόχοιρου", καθώς στο τέλος Οκτωβρίου οι σκαντζόχοιροι ετοιμάζονται να πέσουν σε χειμερία νάρκη και έχουν παχύνει για να αντέξουν τους επόμενους μήνες. Το κρέας, το οποίο λέγεται ότι είναι γλυκό και τρυφερό, το σέρβιραν στις γιορτές τους. Ένας ηλικιωμένος Ρομά, στον οποίο μίλησα, θυμάται ότι έτρωγαν σκαντζόχοιρο και πατάτες στο χριστουγεννιάτικο δείπνο όταν ήταν παιδί. Άλλοι Τσιγγάνοι γανωτήδες μού είπαν ότι έτρωγαν σκαντζόχοιρο μόνο σε τελετές ή για φάρμακο. Από πολύ παλιά, οι Τσιγγάνοι πιστεύουν ότι οι αγελάδες δεν ξαπλώνουν ποτέ στο έδαφος αν υπάρχει σκαντζόχοιρος τριγύρω, επειδή φοβούνται ότι θα βυζάξει τα μαστάρια τους και θα τους πιει όλο το γάλα».


Η Wilson αναφέρει ότι για να τον καθαρίσουν από τα αγκάθια, «βάζουν το νεκρό ζώο ολόκληρο πάνω σε αναμμένα κάρβουνα με το στομάχι, μέχρι να σκάσει. Τότε αφαιρείται η σπονδυλική στήλη, καθαρίζεται, βγαίνουν τα εντόσθια και ξεπλένεται καλά μέχρι να φύγει όλο το αίμα. Μετά μπαίνει σε κατσαρόλα με κρύο νερό, το αφήνουν να πάρει μία βράση και χύνουν το νερό. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται δύο φορές, μία με κρύο νερό και μία με χλιαρό. Συνήθως τον ψήνουν ολόκληρο, με όλο του το δέρμα, πάνω σε κάρβουνα ή καυτές πέτρες, αρωματισμένο μόνο με σκόρδο, ή τον φτιάχνουν τηγανητό, κομμένο σε κομμάτια. Ο πιο νόστιμος τρόπος, ωστόσο, θεωρείται ο ψητός στη σούβλα. Από πολύ παλιά οι Τσιγγάνοι εκτιμούσαν πολύ το λίπος του σκαντζόχοιρου, το οποίο θεωρείται από τις πιο αρχαίες θεραπείες. Κάνουν μασάζ για την ισχιαλγία, το βάζουν στο αυτί όταν πονάει ή για την προσωρινή κώφωση, ή το αλείφουν στα μαλλιά για να διατηρούνται σκούρα και λαμπερά».


Ακούγονται φρικτά, αλλά είναι απλά θέμα επιβίωσης...

M.Hulot

 

Ένα φωτογραφικό βιβλίο για το Λος Άντζελες

Tο βιβλίο «Los Angeles: Portrait of a city» βρίσκεται στην κατά τα άλλα ποικιλόμορφη βιβλιοθήκη μου για κάποιον λόγο που κανείς δεν ξέρει.
Tο βιβλίο «Los Angeles: Portrait of a city» βρίσκεται στην κατά τα άλλα ποικιλόμορφη βιβλιοθήκη μου για κάποιον λόγο που κανείς δεν ξέρει.

 

Να ξεκινήσω λέγοντας πως δεν έχω καμία σχέση με το Λος Άντζελες – δεν έχω πάει ποτέ, δεν ξέρω κανέναν που να είναι από κει και γενικότερα δεν αποτελεί κάποια ιδιαίτερη πηγή ενδιαφέροντος για μένα, παραπάνω από το φυσιολογικό δηλαδή. Ωστόσο, το βιβλίο «Los Angeles: Portrait of a city» βρίσκεται στην κατά τα άλλα ποικιλόμορφη βιβλιοθήκη μου για κάποιον λόγο που κανείς δεν ξέρει. Το περίεργο της υπόθεσης δεν είναι τόσο το ότι βρίσκεται εκεί βέβαια, αλλά το ότι το συγκεκριμένο είναι στα γερμανικά.

 

Να σημειώσω κάπου εδώ πως δεν ξέρω γερμανικά (αν και έφτασα στο αντίστοιχο Lower πριν από αρκετά χρόνια, φαντάζομαι λίγη θέληση θα επαναφέρει κάτι παραπάνω από το «Wie geht es dir?» που θυμάμαι τώρα). Έχω μια υποψία πως μου το έφερε κάποια στιγμή ένας φίλος, ο οποίος, απ' όσο γνωρίζω, επίσης δεν ξέρει τη γλώσσα, οπότε δεν υπάρχει κάποια λογική σε όλο αυτό. Όπως και να 'χει, περιλαμβάνει ωραίο φωτογραφικό υλικό από τα τέλη των '80s μέχρι σήμερα – κάτι που φαντάζομαι θα μου φαινόταν ακόμη πιο ενδιαφέρον αν ήξερα να διαβάζω γερμανικά.

Αφροδίτη Σακκά

 

 

À Santé

Αποκόμματα εφημερίδων, παλιές φωτογραφίες, φλάιερ, χαρτούρα... Ήθελε από χρόνια ξεκαθάρισμα τούτο το συρτάρι, από εκείνες τις δουλειές που διαρκώς αναβάλλει η τρέλα της καθημερινότητας. Ώσπου ο χρόνος περίσσεψε, η διάθεση επίσης, για να νιώσω ένα σκίρτημα με αυτό που αποκάλυψε κάπου στριμωγμένο η «ανασκαφή» και που είχα λησμονήσει εντελώς: ένα πακέτο τσιγάρα Santé, το οποίο περιείχε δύο χειρόγραφα ερωτικά ποιήματα, γραμμένα με μαύρο μελάνι σε δύο τσακισμένες στα τέσσερα σελίδες τετραδίου. Από πάνω, ένα αποξηραμένο μικρό κόκκινο τριαντάφυλλο και στην πίσω μεριά, γραμμένο με πράσινο μαρκαδόρο, ένα «Θ., σ' αγαπώ!».


Είχα βρει, θυμάμαι, το πακέτο αυτό δίπλα στο προσκεφάλι μου ένα πρωινό – ο κάτοχός του είχε φύγει ξημερώματα για το στρατόπεδο, υπηρετούσε βλέπεις τη θητεία του ακόμα. «Κυριακή-Δευτέρα 28 Ιουλίου 1986» έγραφε πάνω από ένα ποίημα –34 χρόνια πριν, για φαντάσου‒ και, ναι, ήταν ενθύμιο ενός δυνατού, «χάρντκορ», όπως ήμασταν κι εμείς τότε, έρωτα, άφιλτρου σαν τα τσιγάρα που καπνίζαμε τότε (ελόγου μου προτιμούσα τα Camel). Που μπορεί να μην κράτησε πολύ, έμεινε όμως αξέχαστος, καθώς ήταν ο πρώτος. Έκανα κι άλλες σχέσεις στην πορεία, πιο ώριμες, πιο σοβαρές, πιο μακροχρόνιες, από καμία δεν κράτησα κάποιο ανάλογο «ενθύμιο».


Δεν ξέρω καν πού βρίσκεται σήμερα ο άνθρωπος αυτός, τι καπνό φουμάρει πλέον, αν φουμάρει κι αν μόνο σ' εμένα άφηνε τέτοια τρυφερά «ραβασάκια». Θα συνεχίσω εντούτοις να κρατώ αυτό το πακέτο (συμπτωματικά, τα θρυλικά Santé αποσύρθηκαν από την αγορά αυτόν τον μήνα) σαν μια υπόμνηση ότι πολλά μπορεί να ήταν αυτά που στη ζωή μου δεν κατάφερα, ευτύχησα όμως τουλάχιστον στους έρωτες. Το λες και κάτι.

Θοδωρής Αντωνόπουλος

 

 

Μια σακούλα με πιπεριές morita

Περίμενε στην ουρά για ώρα, παίξε real life πάκμαν, αποφεύγοντας στους διαδρόμους τους υπόλοιπους πελάτες, μετά γύρνα σπίτι και βγάλε τα ρούχα σου στο μπαλκόνι. Σε μεγάλα κέφια, σκούπισε ό,τι αγόρασες ένα-ένα με απολυμαντικά μαντιλάκια και σαπούνισε με σφουγγάρι τα αγγουράκια ‒ η βόλτα στο σούπερ μάρκετ θα μπορούσες να πεις ότι δεν είναι πλέον και τόσο διασκεδαστική.


Το εύρημά μου ήρθε κι αυτό από ένα σουπερ μάρκετ, αλλά δεν είχε χρειαστεί να του κάνω αφρόλουτρο, γιατί αγοράστηκε πριν από ακριβώς έναν χρόνο στο Μεξικό και μάλλον περίμενε σε μια κρυφή τσέπη της βαλίτσας να αποκαλυφθεί όταν θα ήμασταν σε καραντίνα και το καθάρισμα βαλίτσας, χωρίς την άμεση προοπτική ταξιδιού, θα ήταν μια απόλυτα αποδεκτή δραστηριότητα. Μια σακούλα με πιπεριές morita.


Σε κάθε αξιοπρεπές σούπερ μάρκετ του Μεξικού η μαναβική έχει ξεχωριστό κομμάτι για τις αποξηραμένες πιπεριές τσίλι, το οποίο πιάνει περίπου όσο χώρο πιάνουν όλα τα λαχανικά μαζί. Βούνα και βουνά από γυαλιστερές πιπερίτσες με διαφορετικά σχήματα, μεγέθη και χρώματα, από έντονο κόκκινο μέχρι μαύρο. Τις μυρίζεις και σου τρέχουν τα σάλια.


Οι moritas μου είναι μικρoύλες, αρκετά καυτερές και βόμβες γεύσης ‒ καπνιστές και φρουτώδεις. Μία μόνο φτάνει να δώσει γεύση σε μια ολόκληρη κατσαρόλα φασόλια (ακόμα κι αν δεν έχεις ούτε κρεμμύδι να τους κάνει παρέα) και να «ξυπνήσει» λιτές μακαρονάδες. Όπου να 'ναι, μου τελειώνουν.

Γεωργία Παπαστάμου

 

 

Ένα εργαλείο για μασάζ-δολοφονικό όπλο

Γιατί το αγόρασα εγώ αυτό; Αυτό αναρωτιέμαι τις τελευταίες μέρες –μη με ρωτήσετε πόσες, δεν έχω ιδέα– που γύρισα στο πατρικό μου για να περάσω την καραντίνα, αφότου είδα κάποια στιγμή με την άκρη του ματιού μου στο συρτάρι του κομοδίνου ένα ροζ πλαστικό εργαλείο για μασάζ. Ίσως να μην το έχω χρησιμοποιήσει και ποτέ, ειλικρινά δεν θυμάμαι, αλλά ανήκει άνετα σε αυτή την κατηγορία των πραγμάτων που, αν ήμουν YouTuber, θα μπορούσα πολύ εύκολα να κάνω haul με αυτό και όλα τα άχρηστα πράγματα που υπάρχουν καταχωνιασμένα στο σπίτι.


Πριν από μερικές μέρες, όμως, πήρα την απόφαση να το εκμεταλλευτώ και να αξιοποιήσω αυτά τα δύο ευρώ –παραπάνω δεν έκανε σίγουρα– που κάποτε είχα δώσει στα Jumbo. Τι το 'θελα; Αυτό δεν είναι εργαλείο για μασάζ αλλά δολοφονικό εργαλείο! Αφού οι ερπύστριές του σάρωσαν με περισσή βιαιότητα κάθε κύτταρο του καραντινιασμένου μου κορμιού, μετά είχα τη φαεινή ιδέα να κάνω μασάζ και στο κεφάλι. Κι αν αυτό δεν είναι η μέγιστη απόδειξη ότι ο εγκλεισμός μου έχει κάνει κακό, τότε τι είναι; Πάντως, εγώ συνεχίζω να ρωτάω τον εαυτό μου: «γιατί το αγόρασα αυτό;».

Ηλίας Ζωγράφος

 

Ένα παλιό ρολόι

Βρέθηκε σε κουτί χωρίς σήμανση περιεχομένου εξωτερικά, το οποίο είχε ξεχαστεί κλειστό εδώ και μία οκταετία, μετά από μετακόμιση. Ήταν παραχωμένο κάτω από μπαγιάτικη γραφική ύλη – κάτι σελοτέιπ που «εξέπνευσαν», λόγω εγκλεισμού, και καθώς τίναζαν τα πέταλα συγκολλήθηκαν μεταξύ τους, παράγοντας μια εικόνα σφαγμένων του Κυλώνειου Άγους, μαρκαδόροι με πέτρινες από την ξεραΐλα μύτες, απτόητες καρφίτσες συρραπτικού, ένα μπούμερανγκ-χαρτοκόπτης και άλλα αμελητέα.


Η όψη του αποκαταστάθηκε με καθαρή βενζίνη και του έδωσε δοξασμένο εξιτήριο. Είναι τουλάχιστον 28 ετών, αλλά λειτουργεί άψογα. Κανείς δεν μπορεί να θυμηθεί με σιγουριά τα εισόδιά του στην καθημερινότητά μου, αλλά μάλλον συνοδευόταν από συσκευασία δώρου.


Εξέπεσε στο status του «passé» και ξεχάστηκε λόγω κινητού τηλεφώνου, που ανανέωσε την έννοια «ωρολόγιο τσέπης» και εξόρισε στη μαύρη λίστα των ανεπιθύμητων την ανατριχιαστική λέξη –όπως επίσης και τη λειτουργία‒ «ξυπνητήρι», που με τα τέσσερα διαπεραστικά -ι δεν έδειχνε πλέον καθόλου ελκυστική σε σύγκριση με τη λειτουργία «αφύπνιση» και το τόσο πιο ήπιο άκουσμα αυτής της λέξης.


Τώρα, όμως, έχει επανέλθει σε κανονικότατη χρήση, επειδή είναι ένα vintage κουκλί αλλά και επειδή στερείται της λειτουργίας «αναβολής» με την οποία σε διαφθείρει καθημερινά η «αφύπνιση» ενός κινητού.


Αυτό απλώς δεν σταματά να χτυπά, αν δεν πατήσεις το κουμπί του.

Γιάννης Κωνσταντινίδης

 

Το αυτόγραφο του Κακογιάννη

Στον επίλογο της συνέντευξης έβγαλα το παλιό 10ιντσο σάουντρακ από την «Ηλέκτρα» με τη μουσική του Θεοδωράκη για να το υπογράψει.
Στον επίλογο της συνέντευξης έβγαλα το παλιό 10ιντσο σάουντρακ από την «Ηλέκτρα» με τη μουσική του Θεοδωράκη για να το υπογράψει.

 

Πάσχα του 2004, προετοιμαζόμουν για μια μεγάλη συνέντευξη με τον Μιχάλη Κακογιάννη. Η τριλογία των τραγωδιών του θα έβγαινε σε DVD κασετίνα, που θα συνοδευόταν με έξτρα οπτικό υλικό και τη βιντεσκοπημένη μας κουβέντα. Μετά από αναβολές, τον συνάντησα στο υπέροχο σπίτι του, στον περιφερειακό της Ακρόπολης, αρχές Ιουνίου, με τρακ, όπως και την πρώτη φορά που τον είδα, γιατί θαύμαζα τόσο πολύ το έργο του και την προσφορά του στο παγκόσμιο, όχι μόνο το ελληνικό, σινεμά. «Με πέθανες» μου ξαναείπε, όπως και τότε, λίγο κουρασμένος από τις απανωτές ερωτήσεις που τον ταξίδευαν δεκαετίες πίσω, τότε που η Παιανία είχε μόνο ελιές («Ηλέκτρα»), η Κάθριν Χέμπορν κάθισε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να της μάθει τα μυστικά της τραγωδίας (Εκάβη) και κινητοποίησε στρατιώτες ως κομπάρσους («Ιφιγένεια»). Συναρπαστικός, ποτέ γλυκερός, γεμάτος ιστορίες και ενσταντανέ.

 

Συμπτωματικά, του πήγα μια μικρή ελιά ως δώρο. Την εκτίμησε και τη στόλισε αμέσως στο δωμάτιο με τα βραβεία του. Στον επίλογο, έβγαλα το παλιό 10ιντσο σάουντρακ από την «Ηλέκτρα» με τη μουσική του Θεοδωράκη για να το υπογράψει. «Πού το βρήκες αυτόοο» με ρώτησε με το χαρακτηριστικό τράβηγμα στο τέλος κάθε φράσης του. Στο Μοναστηράκι. «Θα πάμε μια μέρα μαζί, έχω χρόνια να ψάξω στα παλιά, ναι;» με παρακάλεσε, σαν παραίνεση για επίσκεψη σε αγαπημένα μέρη από το παρελθόν. Δεν προλάβαμε. Αλλά θα είναι η πρώτη βόλτα που θα κάνω όταν τελειώσει όλο αυτό.

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος

 

Τα παλιά γράμματα από τους γονείς μου

Δεν θυμάμαι να διαβάζω αυτά τα γράμματα με τόση προσοχή (και συγκίνηση) όση τα ξαναδιάβασα σήμερα που έπεσα τυχαία πάνω τους.
Δεν θυμάμαι να διαβάζω αυτά τα γράμματα με τόση προσοχή (και συγκίνηση) όση τα ξαναδιάβασα σήμερα που έπεσα τυχαία πάνω τους.

 

Τα βρήκα μέσα σε ένα παλιό, χάρτινο κουτί, κάτω-κάτω, την ώρα που έψαχνα κάτι άσχετο. Στην αρχή είδα τους φακέλους, αυτούς τους κλασικούς με τις κόκκινες και μπλε ρίγες με το χαρακτηριστικό «Via Air Mail», ή «Par Avion» σε κάποιους άλλους, τυπωμένο κάτω από τα γραμματόσημα. Έχουν κιτρινίσει λίγο. Σε όλα τα γράμματα παραλήπτης είμαι εγώ: «Miss Meropi Kokkinis».


New Orleans underway to Cotonou

10/11/91

«Αγαπημένο μου Μεροπάκι, γεια σου. Πριν τρεις ώρες ξεκινήσαμε να πηγαίνουμε προς την έξοδο του Mississipi River με προορισμό το Cotonou στη Δυτική Αφρική. Θα κάνουμε 17 ημέρες να φθάσουμε.


Μια διακοπή από την περιγραφή, αυτή τη στιγμή ακούμε στο ράδιο και το αγαπημένο σου τραγούδι της Whitney Houston – το γράφω σωστά άραγε το όνομα; Η μαμά σου συγκινήθηκε και το άνοιξε στη διαπασών. Βλέπεις όταν το άκουγες εσύ ήθελε χαμηλούς τόνους (...)».

 

Cotonou - Benin

04/12/91

«Σου γράφω από το Cotonou. Εδώ είμαστε συνέχεια μέσα στο βαπόρι. Δεν βγαίνουμε γιατί δεν αξίζει και περνάμε ήσυχα.


Εγώ το έχω ρίξει στο διάβασμα. Υπάρχει βιβλιοθήκη και έχει φυσικά τα κλασσικά, λογοτεχνικά βιβλία. Ε, όλο και κάτι ενδιαφέρον βρίσκεται να διαβάσεις. Τώρα διαβάζω το "Nexus" του Χένρι Μίλλερ. Όχι, για να μη νομίζεις ότι η μάνα σου μόνο την Κοκκινοσκουφίτσα ξέρει να διαβάζει (χαχα). Μετά έχω στη σειρά τον "Μοναχικό Tαξιδιώτη" του Τζακ Κέρουακ και το "Τρίτο Στεφάνι" του Ταχτσή. Έτσι, for your information. (...)».


Kaizer Port, Jamaica

11/01/92

«Μας πεθύμησες μια σταλίτσα; Εμείς, αγάπη μου, όλο σε σκεφτόμαστε και μας λείπεις πολύ.


Ο μπαμπάς από προχθές, που του είπες στο τηλέφωνο ότι έχεις πολλά πράγματα να κάνεις, έρχεται συνέχεια, κάθε τρεις και λίγο, καμαρωτός και μου λέει "έχει πολλά πράγματα να κάνει το μωρό". Σε καμαρώνει.


Ελπίζω να φροντίζεις τον εαυτό σου και να τρως κανονικά. Πιστεύω ότι θα παίρνεις φρούτα που έχουν βιταμίνες και υποσχέθηκες ότι θα πίνεις το γάλα σου με τη σοκολάτα. Μην ξεχνάς ότι το χρειάζεσαι. Έλα Μεροπάκι μου, μη νευριάζεις τώρα, απλώς σ' τα υπενθυμίζω (...)».

 

Montreal

13.12.92

«Σου γράφω δυο λόγια πριν μπούμε μέσα για φόρτωση. Ο Καναδάς είναι πολύ όμορφος. Το καλοκαίρι όμως, γιατί τώρα η θερμοκρασία του ψύχους φθάνει μέχρι και τους 18 υπό το μηδέν. Αργότερα μέσα στον χειμώνα πάει και 30-40 υπό το μηδέν. Καταλαβαίνεις εμείς, που έχουμε συνηθίσει στις λιακάδες, πώς αισθανόμαστε!


Από εδώ αφού φορτώσουμε στάρι θα πάμε να το ξεφορτώσουμε στο Λίβερπουλ. Άλλα κρύα εκεί πάλι.


Ελπίζω να πηγαίνεις καλά στη σχολή σου και στη δουλειά σου να έχεις επιτυχία (...)».


Δεν θυμάμαι να διαβάζω αυτά τα γράμματα με τόση προσοχή (και συγκίνηση) όση τα ξαναδιάβασα σήμερα που έπεσα τυχαία πάνω τους. Σε μερικές φάσεις γέλασα κιόλας με το χιούμορ τους, ενώ σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ αν μου άρεσε ποτέ κάποιο τραγούδι της Whitney Houston. Μάλλον το έχω απωθήσει από τη μνήμη μου.


Ο πατέρας μου εργαζόταν ως καπετάνιος σε φορτηγά καράβια και καμιά φορά η μητέρα μου πήγαινε και τον συναντούσε, κάνοντας μαζί του μέρος των ταξιδιών. Μου γράφανε και οι δύο ξεχωριστά γράμματα. Πώς περνούσαν, πόσο με σκέφτονταν και πόσο αγωνιούσαν που ζούσα μόνη μου στα δεκαοκτώ μου χρόνια. Δεν θυμάμαι αν τους έγραφα κι εγώ. Νομίζω σπάνια, αν καταλαβαίνω καλά και από τα συμφραζόμενα στα δικά τους γράμματα.


Ήμουν τότε πρωτοετής στο Πάντειο και είχα ξεκινήσει να ψιλοβρίσκομαι μέσα στο περιβάλλον κάποιων περιοδικών και εφημερίδων, κάνοντας τα πρώτα, δειλά βήματά μου. Αισθανόμουν ότι ζούσα επιτέλους την ανεξαρτησία μου και πως όλος ο κόσμος ήταν δικός μου. Νόμιζα ότι δεν με ένοιαζε που οι γονείς μου ήταν μακριά.


Σήμερα, που τα έχει φέρει έτσι η ζωή και πάλι δεν μπορώ να δω τους γονείς μου από κοντά, νομίζω ότι όλα είναι under control. Αλλά δεν είναι.

Μερόπη Κοκκίνη

 

Μια κούπα από το Λονδίνο

Θυμήθηκα ότι την είχα αγοράσει στην οδό Piccadilly, πολύ κοντά στην ομώνυμη πλατεία, από ένα μαγαζί με τουριστικά είδη.
Θυμήθηκα ότι την είχα αγοράσει στην οδό Piccadilly, πολύ κοντά στην ομώνυμη πλατεία, από ένα μαγαζί με τουριστικά είδη.

 

Η πανδημία άλλαξε πλήρως την καθημερινότητά μας. «Εγκλεισμός», «καραντίνα», «περιορισμοί», «κοινωνική αποστασιοποίηση» είναι οι λέξεις που μονοπωλούν τη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Μεταξύ άλλων, οι καθημερινές στιγμές λιγόστεψαν, οι κοινωνικές επαφές μειώθηκαν, οι χώροι ψυχαγωγίας έκλεισαν. Και, φυσικά, τα ταξίδια σταμάτησαν. Κάθε μέρα υπάρχει ένας κενός χρόνος στον οποίο βυθιζόμαστε. Ένα ελεύθερο διάστημα που ο καθένας μπορεί να το εκμεταλλευτεί όπως επιθυμεί. Μέσα σε αυτές τις σκόρπιες ώρες έχεις τη δυνατότητα να παρατηρήσεις, να διαβάσεις, να συμμαζέψεις το σπίτι και να μπεις σε φαντασιακούς τόπους και εμπειρίες.

 

Πριν από λίγες μέρες, στη διάρκεια μιας τακτοποίησης, ανακάλυψα στο ντουλάπι της κουζίνας μια παλιά κούπα η οποία ήταν αγορασμένη μια άλλη άνοιξη, εκείνη του 2011, στο υπέροχο Λονδίνο. Ήταν οι εποχές που δεν σε ένοιαζε τίποτα και ανακάλυπτες γοητευμένος τις μητροπόλεις του κόσμου. Με την παρέα μου θα ξεκινούσαμε λίγο αργότερα για ένα καταπληκτικό Eurotrip. Όμως, οι μέρες παραμονής μου στη βρετανική πρωτεύουσα με έκαναν να τη λατρέψω όσο καμία άλλη. Προφανώς, από τότε τα ταξίδια αυξήθηκαν. Ωστόσο, το Λονδίνο εξακολουθεί να είναι η αγαπημένη μου πόλη.

 

Όταν ξετύλιξα τη χάρτινη συσκευασία και αντίκρισα αυτή την κούπα οι αναμνήσεις με πλημμύρισαν. Θυμήθηκα ότι την είχα αγοράσει στην οδό Piccadilly, πολύ κοντά στην ομώνυμη πλατεία, από ένα μαγαζί με τουριστικά είδη. Ανήκει σ' εκείνη την κατηγορία με τα πολύτιμα αντικείμενα που φέρνεις πίσω, χωμένα στην άκρη της βαλίτσας, από μια εσωτερική ανάγκη να διατηρήσεις στον νου σου μαγικές στιγμές, εμπειρίες και ανεξίτηλες διαδρομές.

 

Ύστερα, ανατρέχοντας σ' αυτά, αναπολείς τη λαχτάρα του ταξιδιού, νοσταλγείς τους ατελείωτους περιπάτους, τα γέλια, τις επιθυμίες και την ακούραστη όρεξη για εξερευνήσεις. Διεισδύεις δημιουργικά σε όλα εκείνα που χαράζονται έπειτα στο μυαλό σου και σε φορτίζουν συναισθηματικά για όλα εκείνα που χάθηκαν. Αυτοί είναι και οι λόγοι που πάντα επιστρέφω με ένα αναμνηστικό από τα ταξίδια μου.


Έτσι, από την ημέρα που την ανακάλυψα στο βάθος του ντουλαπιού έχει γίνει η καθημερινή μου συντροφιά. Καθισμένος στο μπαλκόνι του σπιτιού μου, έχω προσγειωθεί απότομα από τις «γειτονιές του κόσμου» σε ένα παράξενο, ακινητοποιημένο σύμπαν. Όμως, πίνοντας απ' αυτήν μπορώ να ονειρεύομαι όσα μου έχουν λείψει περισσότερο τούτες τις μέρες: τα επόμενα ταξίδια.

Γιάννης Πανταζόπουλος

 

Μια γαλάζια μάσκα που ξέμεινε απ' την Αμπράμοβιτς

Ήταν οι πρώτες μέρες της κρίσης του κορωνοϊού, όλοι έτρεχαν να αγοράσουν μάσκες και γάντια, εγώ το θεωρούσα μάλλον υπερβολικό να τους μιμηθώ κι έτσι δεν έδινα μεγάλη σημασία. Μέχρι που τα πράγματα άρχισαν να σοβαρεύουν και το φαρμακείο κάτω από το σπίτι μου είχε πια σοβαρές ελλείψεις. Είχε αναρτήσει και ταμπέλα: «Μάσκες, γάντια τέλος»! Αλλά και πάλι δεν το εξέλαβα ως κάτι φοβερό, δεν είχα σκοπό να βγω από το σπίτι μου πέρα από καμιά μοναχική βόλτα στους φαρδείς δρόμους του κέντρου, όπου μπορείς να αποφύγεις να συναντήσεις άλλους. Αυτό όμως που ποτέ δεν θα εγκατέλειπα ήταν η προσωπική μου καθαριότητα, που έτσι κι αλλιώς εφαρμόζω σχολαστικά.

 

Ψάχνοντας, λοιπόν, σε ένα μικρό χωνευτό ντουλαπάκι του μπάνιου μου ώστε να δω τι μου λείπει από σαπούνια και άλλα απαραίτητα είδη, είδα να ξεπροβάλλει πίσω από έναν αφρό ξυρίσματος ένα λευκό κορδονάκι. Τι να ήταν, σκέφτηκα, και το τράβηξα ώστε να «αποκαλυφθεί». Και τότε αποκαλύφθηκε μια μάσκα σαν αυτές της μίας χρήσης που φορούσαν όλοι τον πρώτο καιρό. Μα, πού βρέθηκε εδώ μέσα; Πότε τη χρησιμοποίησα και για ποιον λόγο;

 

Έκανα μεγάλη προσπάθεια να θυμηθώ και ενώ κατέληξα, και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι ήταν από μια δράση που παρακολούθησα στο Μπενάκη της Πειραιώς πριν από 4 χρόνια στο πλαίσιο του «As One», σε παρουσίαση της μεθόδου της Mαρίνα Αμπράμοβιτς, δυστυχώς, τόσο η επιμονή φίλου περφόρμερ που ήταν υπεύθυνος του εργαστηρίου της Σέρβας καλλιτέχνιδας όσο και οι φωτογραφίες του σάιτ του καλλιτεχνικού οργανισμού ΝΕΟΝ, αναιρούν αυτή την πιθανότητα. Δεν φορούσαμε μάσκες νοσοκομείου στον «αποστειρωμένο θάλαμο» της Αμπράμοβιτς, μου λένε. Κι ας είχα μείνει με την εντύπωση ότι περιφερόμασταν σαν ασθενείς σε ψυχιατρικό κατάστημα, εξού και η παρεξήγηση.

 

Έκτοτε, όσο και να στύβω το μυαλό μου, δεν θυμάμαι από πού προήλθε η γαλάζια μάσκα που κρυβόταν στο ντουλαπάκι, που μάλλον ήταν έτσι κι αλλιώς άχρηστη, καθώς είναι μίας χρήσης. Βέβαια, τη φόρεσα σε δυο-τρεις επισκέψεις μου σε σούπερ μάρκετ, μέχρι που βρήκε άδοξο τέλος σε κάδο απορριμμάτων έξω από τον Σκλαβενίτη της Χαριλάου Τρικούπη.

Χρήστος Παρίδης

 

Ένας φακός για τη μηχανή

Ίσως η πιο αγαπημένη μηχανή που έχει περάσει από τα χέρια μου και την έχω χρησιμοποιήσει ελάχιστα, μια Rolleiflex 2.8F του 1967, με τον γλυκό planar νορμάλ 80mm φακό.
Ίσως η πιο αγαπημένη μηχανή που έχει περάσει από τα χέρια μου και την έχω χρησιμοποιήσει ελάχιστα, μια Rolleiflex 2.8F του 1967, με τον γλυκό planar νορμάλ 80mm φακό.

 

Στη βιβλιοθήκη είμαι σίγουρος ότι θα βρω βιβλία που έχω ξεχάσει ότι έχουμε, αλλά με ένα βρέφος στο σπίτι δεν υπάρχει και πολύς κενός χρόνος για διάβασμα αλλά ούτε και όρεξη για εκκαθαρίσεις σε ντουλάπες. Οπότε, δεν την ανακάλυψα ακριβώς, ούτε βέβαια την είχα ξεχάσει. Ίσως η πιο αγαπημένη μηχανή που έχει περάσει από τα χέρια μου και την έχω χρησιμοποιήσει ελάχιστα, μια Rolleiflex 2.8F του 1967, με τον γλυκό planar νορμάλ 80mm φακό. Τελευταία φορά τη θυμάμαι μαζί μου δυο καλοκαίρια πριν στην Κρήτη. Δεν χρειάζεται καν μπαταρία ‒έχει ακριβέστατο φωτόμετρο σεληνίου‒, βάζεις φιλμ, οπλίζεις, τραβάς.

 

Αυτά που είχα ξεχάσει και βρήκα τυχαία είναι τα φιλμ, στριμωγμένα πίσω πίσω σε ένα συρτάρι με καλώδια. Τα περισσότερα ασπρόμαυρα trix και κάνα δυο έγχρωμα portra. Έχουν λήξει και είναι μήνες εκτός ψυγείου, το αποτέλεσμα δηλαδή αβέβαιο, αλλά αποφάσισα να τα τραβήξω και ό,τι βγει. Δεν έχω ιδέα πότε θα δω αυτές τις φωτογραφίες, ελπίζω μην ξεχαστούν τα φιλμ πάλι στο συρτάρι ανεμφάνιστα, αλλά όταν επανέλθουμε και τις πάω στο φωτογραφείο, είμαι σίγουρος ότι θα είναι μια ανακάλυψη αλλά και ανάμνηση αυτών των τόσο ιδιαίτερων μηνών που ζούμε.

Πάρις Ταβιτιάν

 

Ο Τζον Ντιούι και η ελπίδα στο ράφι της βιβλιοθήκης

Αυτές τις μέρες σκέφτηκα να βάλω μια τάξη στο πάνω μέρος της βιβλιοθήκης, στην πιο σκονισμένη πλευρά. Εκεί, μόνη της ανάμεσα σε βιβλία αγορασμένα την τελευταία δεκαετία, στεκόταν μια παλιά έκδοση της «Αναζήτησης της βεβαιότητας» («The Quest for certainty») του Αμερικανού φιλόσοφου Τζον Ντιούι. Εκδόσεις Ίκαρος, χωρίς ημερομηνία έκδοσης, αγορασμένο, προφανώς, από κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο του Μπιτ Παζάρ.


Ο Ντιούι ήταν φιλόσοφος του αμερικανικού πραγματισμού, έκφραση που σε πολλούς ηχεί σαν αντίφαση στους όρους: μα δεν είναι κάθε φιλοσοφία «ιδεαλιστική» και δεν εναντιώνεται στα καθεστώτα της πραγματικότητας; Ανοίγω στη σελίδα 249 και διαβάζω κάποιες γραμμές που τις βρίσκω σπουδαίες, καθώς τις προβάλλω και σε αυτά που ζούμε τώρα και ιδίως στην ευγνωμοσύνη που αισθανόμαστε για τους επιστήμονες της δράσης και τους μαχόμενους του υγειονομικού χώρου. Ο Ντιούι μιλάει για τα «ιδανικά» που θεωρήθηκαν πάντοτε σπουδαία υπόθεση, ενώ τα μέσα «είχαν θεωρηθεί κατώτερα και το χρήσιμο απλώς εξυπηρετικό». Ο ίδιος τασσόταν με τον «πειραματικό τρόπο σκέψης», με μια σκέψη όπου η μέθοδος και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου μπαίνουν στο ίδιο επίπεδο σπουδαιότητας. Τι να τους κάνω τους σκοπούς που «αιωρούνται αιώνια πάνω από το σκηνικό της ζωής» αν περιφρονώ τα μέσα, την προσπάθεια, τις αποτυχίες, τις δοκιμές και ξανά τις δοκιμές. Δεν μπορώ να δηλώνω την αγάπη μου για έναν σκοπό (για παράδειγμα τη ζωγραφική) και να μη λερώνω τα χέρια μου με πινέλα και μπογιές. Τα ταπεινά εργαλεία είναι εξίσου υψηλά με τα ιδεώδη μας.

 

Ε, και κάπως έτσι, ξεσκονίζοντας ένα παραπεταμένο ράφι τις πασχαλιάτικες μέρες του κορωνοϊού, ξαναβρήκα την αισιόδοξη γραφή του Ντιούι, αυτή που αποπνέει εμπιστοσύνη στην πρακτική δραστηριότητα και στο πώς μπορεί να παραμερίζει λίγο τις ομίχλες του μυαλού και τα σκοτάδια της διάθεσης.

Νικόλας Σεβαστάκης