Ο θάνατος της καλής μου γειτόνισσας Μπάρμπαρα Φιλντς - Σιώτη. Ένα αργοπορημένο αντίο

 

Η Μπάρμπαρα στην Αμερική
Η Μπάρμπαρα στην Αμερική

 

Έμαθα σήμερα αργοπορημένα το θάνατό της. Η Μπάρμπαρα Φιλντς, πέθανε τον Ιούνιο και οι στάχτες της σκορπίστηκαν στη θάλασσα της Τήνου, που την αγαπούσε και είχε εκεί το εξοχικό της.

 

Έμενε στην απέναντι πόρτα, στο παλιό διαμέρισμα που νοίκιαζα στη Φωκυλίδου. Δούλευα στην Ελευθεροτυπία τότε και πέρναγα φάση ψιλοκατάθλιψης. Μου χτύπησε το κουδούνι με τον αέρα της sophisticated Αμερικάνας και μπούκαρε σχεδόν χωρίς απαντηση στο βομβαρδισμένο διαμέρισμα που δεν είχε καν γλόμπους μιλώντας και γελώντας ακατάπαυστα.

 

Με είχε φρικάρει η θετικότητά και ενέργειά της, ενώ εγώ ζήταγα σκοτάδι, ποτό και μουσική στα ακουστικά. Δεν μάσησε από τον αρνητικό μου τρόπο. Επέμεινε. Και τελικά κατάφερε να αποκαταστήσει μια υποτυπώδη σχέση που βαθμηδόν έγινε συμπάθεια. Η τρυφερότητα των γειτόνων. Έχεις ένα λεμόνι; Έχεις καφέ;

 

Με αντιμετώπισε σαν άνθρωπο με ειδικές ανάγκες ― και με κέρδισε. Ποτέ δεν μου είπε τίποτα, που γύρναγα χαράματα και έβαζα σουρωμένος βινύλια έξω φωνή.

 

Είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα, ακολουθώντας τον δεύτερο άντρα της, τον ποιητή και εκδότη Ντίνο Σιώτη, ο οποίος ήταν επίσης έξω καρδιά και στο ισόγειο της ίδιας πολυκατοικίας είχε εγκαταστήσει τα γραφεία του λογοτεχνικού περιοδικού «Ρεύματα». Δεν θυμάμαι αν μαγείρευε αυτή ή ο Ντίνος, τα δείπνα της όμως ήταν  πεντανόστιμα.

 

Ζούσαν με ένα τρόπο που μού ήταν ξένος. Με ξύπναγε το πρωί της Κυριακής για να πάω με τις τσίμπλες στο μπραντς της με καλλιτέχνες και συγγραφείς (θυμάμαι την Φαραντούρη, την Έρση Σωτηροπούλου, την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ -σαμπάνια και έξοχα μεζεδάκια), κι αργότερα, όταν ίδρυσε το πρωτοποριακό The Food Company στο  νεοκλασικό της γωνίας Αναγνωστοπούλου και  Δημοκρίτου, να μου λέει «Έλα με την παρέα σου… είναι νόστιμο… είναι ωραίο».

 

Το μαγαζί της ήταν μεγάλη επιτυχία, πρώτο στο είδος του και είχε τεράστια επιρροή στο χώρο της εστίασης. Υπήρχαν τότε από τη μια τα κυριλέ, ποζάτα εστιατόρια κι από την άλλη οι ταβέρνες. Αυτή εισήγαγε κάτι ανάμεσα. Μια νέα, και πολύ φτηνή απλότητα που ενθουσίασε τους πρώιμους χίψτερς.

 

Όταν οι ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας μας νοίκιασαν τον κλωβό του θυρωρού (9 τετραγωνικά!) ως διαμέρισμα σε έναν μυστηριώδη κλοσάρ, που συσσώρευε εκεί ό,τι έβρισκε στο δρόμο και κοιμόταν πανω τους, η ανείπωτη δυσωδία δεν σε άφηνε να μπεις στο σπίτι. Κυριολεκτικά.  Η Μπάρμπαρα, ως καλή Αμερικανίδα, έπαψε να πληρώνει το νοίκι της μέχρι να της εξασφαλίσουν ανθρώπινες συνθήκες. Εγώ, στην κοσμάρα μου. Της έκαναν έξωση με συνοπτικές διαδικασίες και έχασα την καλή γειτόνισα μιας δεκαετίας. 

 

Μάθαινα τα νέα της και χαιρόμουν. Το νέο της μαγαζί στα Εξάρχεια, τα νέα τους περιοδικά. 

 

Ένας άνθρωπος τολμηρός, δοτικός και γάργαρος, που δεν σε άφηνε να φύγεις αν σε συναντούσε από τη κελαρυστή πολυλογία της, τα γέλια και τις «πληροφορίες» της, ιδίως όταν έβγαζε για βόλτα το καφέ, λίγο μονόχνωτο Βαϊμαράνερ της ― η καλή πλευρά της αμερικανικής εξωστρέφειας, που όταν συνδυάζεται με καλλιέργεια και ευζωία είναι αναπαυτική, σαν πίνακας του Ματίς. 

 

Λυπήθηκα πραγματικά. 

 

H Barbara Jane Hey Fields Siotis, πέθανε στις 7 Ιουνίου στην Αθήνα και κηδεύτηκε στην St. Luke's Episcopal Church, στο Σαν Φρανσίσκο στις 21 Ιουνίου.

Η τέφρα της σκορπίστηκε στην θάλασσα της Τήνου, το νησί που αγαπούσε και πέρναγε τα καλοκαίρια.

 

Τριαντάφυλλα στην τέφρα της... Φωτ.: Ντίνος Σιώτης
Τριαντάφυλλα στην τέφρα της... Φωτ.: Ντίνος Σιώτης

 

To ποίημα του συντρόφου της Ντίνου Σιώτη

 

Αφήνω να φύγει από πάνω μου και από
μέσα μου η αγάπη που έχω για σένα τώρα
που οι τέφρες σου είναι σκορπισμένες στο

στενό Τήνου – Μυκόνου κι ίσως ταξιδέψουν
ακόμη πιο νότια στη Μεσόγειο, τα χέρια μου
είν' κι αυτά άδεια αφού πέταξαν στη θάλασσα

τα τριαντάφυλλα όμως η καρδιά μου ποτέ δε θ'
αδειάσει απ' την παρουσία σου απ' το γέλιο σου
απ' την αύρα σου κι απ' όσα ζήσαμε οι δυο μας

Αθήνα, 5 Σεπτεμβρίου 2019

Μια προσωπογραφία της Μπάρμπαρα στον τοίχο του σπιτιού της
Μια προσωπογραφία της Μπάρμπαρα στον τοίχο του σπιτιού της