«ΚΑΜΙΑ ΜΟΝΗ»: Παγκόσμια Ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών σήμερα και με την αφορμή αυτή η Νατάσα Κεφαλληνού, υπεύθυνη επικοινωνίας του Κέντρου Γυναικείων Μελετών και Ερευνών Διοτίμα, και η Χριστίνα Τσακιστράκη, η οποία είναι δρ. Νομικής και κάνει post-doc στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπου δουλεύει αυτή την εποχή μια μελέτη για τη νομική εννοιολόγηση της έμφυλης βίας μέσα από τη σκοπιά της νομικής φεμινιστικής θεωρίας, καταθέτουν τη δική τους «μαρτυρία»:

 

«Η βία κατά γυναικών δεν συνιστά πλέον ένα γεγονός του ιδιωτικού χώρου δίχως σημασία για τον δημόσιο, αλλά ένα φαινόμενο με πολιτική, κοινωνική και δικαιική σημασία που αντικατοπτρίζει επίσης την –ιστορικά εμπεδωμένη– συστημική ασυμμετρία των έμφυλων σχέσεων... Η 25η Νοεμβρίου μπορεί να ιδωθεί και ως ημέρα μνημόνευσης γυναικείων βιωμάτων πόνου που επί μακρόν παρέμεναν αθέατα, που καταπνίγηκαν από τη διαχρονική κοινωνική αποσιώπηση και τη θεσμική αδιαφορία» λέει η Δρ. Τσακιστράκη, η οποία εστιάζει στη φεμινιστική θεωρία του δικαίου και τη σημασία της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, σημειώνοντας ότι τα γυναικεία δικαιώματα αναγνωρίζονται πλέον ως διακριτά ανθρώπινα δικαιώματα.


Η Νατάσα Κεφαλληνού στέκεται στις πρωτοβουλίες που αναλήφθησαν ώστε οι γυναίκες που κακοποιούνται από τους συζύγους είτε τους συντρόφους τους να μη βρίσκονται «ξεκρέμαστες» στη διάρκεια της πανδημίας και των lockdown και στα θετικά βήματα που έχουν γίνει μέχρι στιγμής σε αυτή την κατεύθυνση. Παρατηρείται πλέον, λέει, μια μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης απέναντι στη βία κατά των γυναικών τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς με ενημερωτικές καμπάνιες κ.λπ., μεγαλύτερη ορατότητα επίσης, όταν ο λόγος γίνεται για τέτοια περιστατικά, «παρότι απέχουμε ακόμη αρκετά από το να πούμε ότι έχει καλλιεργηθεί μια κουλτούρα μηδενικής ανοχής απέναντι στην έμφυλη βία».

 

Η φετινή χρονιά με την πανδημία, τα lockdown, την οικονομική δυσπραγία και τις άλλες αρνητικές παραμέτρους της επιδείνωσε το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας ιδιαίτερα καθώς τα θύματα υποχρεώνονταν σε 24ωρο εγκλεισμό μαζί με τους κακοποιητές συζύγους ή συντρόφους, αποκομμένα από τον έξω κόσμο και άρα κι από τις υπηρεσίες υποστήριξης. 

 

Χριστίνα Τσακιστράκη

Δρ. Νομικής, εκπονεί τη μεταδιδακτορική διατριβή της στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

 

Από την αορατοποίηση στη θεσμική κατοχύρωση: για το ανθρώπινο δικαίωμα των γυναικών σε μια ζωή χωρίς βία

Η ειλημμένη το 2000 απόφαση του ΟΗΕ (54/134) να θεσμοθετήσει την 25η Νοεμβρίου ως ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά γυναικών συνοδεύεται από την παραδοχή ότι αυτή συνιστά εκδήλωση των ιστορικά άνισων σχέσεων ισχύος μεταξύ γυναικών και ανδρών, οι οποίες έχουν οδηγήσει σε επικυριαρχία και διακρίσεις κατά των γυναικών και στην παρακώλυση της πλήρους προόδου τους, και ότι η βία κατά των γυναικών αποτελεί έναν από τους ζωτικής σημασίας κοινωνικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων αυτές εξαναγκάζονται σε υποδεέστερη θέση.

 

Η βία κατά γυναικών δεν συνιστά επομένως ένα προσωπικό ζήτημα, ένα γεγονός του ιδιωτικού χώρου δίχως σημασία για το δημόσιο χώρο, αλλά ένα φαινόμενο με πολιτική, κοινωνική, δικαιική σημασία. Ένα φαινόμενο που αντικατοπτρίζει επίσης την –ιστορικά εμπεδωμένη–συστημική ασυμμετρία των έμφυλων σχέσεων.

 

Η προκείμενη θέση έρχεται οδυνηρά αντιμέτωπη με ένα μακρότατο παρελθόν αορατοποίησης της έμφυλης βίας και της ανάλογης εμπειρίας των γυναικών. Η βία κατά των γυναικών και η ενδοοικογενειακή βία υπήρχε πάντα, κρυμμένη πίσω από το πέπλο της ιδιωτικής σφαίρας και των ιδιωτικών σχέσεων. Στο πλαίσιο των δικαιικών προβλέψεων δεν εννοιολογούνταν ως νομικά σημαντικό ζήτημα.

 

Η έγερση ενός λόγου περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αφορά τη βία κατά γυναικών, καθώς το συνακόλουθο δικαιικό ενδιαφέρον που προκαλεί, απαντάται σχετικά πρόσφατα. Υπό αυτή την έννοια, η 25η Νοεμβρίου, εκτός από ημέρα ευαισθητοποίησης για τη βία κατά γυναικών, μπορεί να ιδωθεί και ως ημέρα μνημόνευσης γυναικείων βιωμάτων πόνου που επί μακρόν παρέμεναν αθέατα, που καταπνίγηκαν από τη διαχρονική κοινωνική αποσιώπηση και τη θεσμική αδιαφορία.

 

Η δεκαετία του '90 θέτει τις προϋποθέσεις για τη σταδιακή αλλαγή παραδείγματος καθώς έκτοτε αρχίζει να διαμορφώνεται προοδευτικά στο Διεθνές Δίκαιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων μια ατζέντα «γυναικείων ανθρώπινων δικαιωμάτων» (women's human rights), στο πλαίσιο της οποίας πρωτεύουσα θέση επέχει η αναγνώριση του ανθρώπινου δικαιώματος των γυναικών σε μια ζωή χωρίς βία. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί ένα ριζικό αναστοχασμό επί των παραδοσιακών εννοιολογήσεων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος εν πολλοίς απηχεί επεξεργασίες του κριτικού θεωρητικού ρεύματος που συνιστά η φεμινιστική θεωρία του δικαίου.

 

Η ειδικότερη παραδοχή που πλαισιώνει την προκείμενη μεταβολή του Διεθνούς Δικαίου είναι ότι η παραδοσιακή έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θεμελιώθηκε με επίκεντρο ένα ανδροκεντρικό παράδειγμα υποκειμένου, με αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση ή και τον αποκλεισμό της γυναικείας ετερότητας. Το γεγονός αυτό, εν πρώτοις, αναγνωρίζεται ως πράξη (συμβολικής) βίας κατά των γυναικών, καθώς, εξαιτίας του, οι γυναίκες δεν απόλαυσαν ιστορικά ισοδύναμη προστασία των δικαιωμάτων τους σε σχέση με τους άνδρες.

 

Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι οι ειδικές εμπειρίες και συνθήκες της ζωής των γυναικών υπήρξαν αδιάφορες για το πεδίο κάλυψης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα υποτιμήσεις, παραβιάσεις, προσβολές εναντίον της γυναικείας αξιοπρέπειας, ελευθερίας, προσωπικότητας, ασφάλειας και του γυναικείου δικαιώματος στη ζωή να καθίστανται αόρατες. Η εννοιολόγηση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων οφείλει, επομένως, να διευρυνθεί ώστε να συμπεριλάβει στους κόλπους της τις ζωές των γυναικών και τις ιδιαίτερες προσβολές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εκείνες ενδέχεται να υφίστανται.


Απαράμιλλο επιστέγασμα αυτής της πορείας αποτελεί η «Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης», η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2014 και επικυρώθηκε στην Ελλάδα με το νόμο 4531/2018. Συνιστώντας το πρώτο νομικά δεσμευτικό, κανονιστικό πλαίσιο στο πεδίο του Ευρωπαϊκού Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά και του Διεθνούς Δικαίου για την αντιμετώπιση της βίας κατά γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, καλύπτει ένα σημαντικό κενό. Η Σύμβαση συγκροτεί ένα νέο αφετηριακό επιστημολογικό σημείο και ανάγεται στο αποφασιστικό δικαιικό εργαλείο για την καταπολέμηση του φαινομένου εφεξής. Εννοιολογεί τη βία κατά γυναικών ως σοβαρή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και ως σημαντικό πρόσκομμα στην επίτευξη της έμφυλης ισότητας, θεμελιώνει δε την υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να προστατεύουν τις γυναίκες από αυτή τη βία με βάση την αρχή της δέουσας επιμέλειας.

 

Προς τούτο, εισάγει ένα αναλυτικό κανονιστικό πλαίσιο διατάξεων για την πρόληψη του φαινομένου, την προστασία των θυμάτων, τη δίωξη των δραστών και την υιοθέτηση ενδεδειγμένων πολιτικών.

 

Η Σύμβαση προβαίνει επίσης σε μια πολύμορφη εννοιολόγηση της βίας κατά γυναικών, διακρίνοντας διαφοροποιημένους τρόπους εκδήλωσής της: τη σωματική, τη σεξουαλική, την ψυχολογική, την οικονομική και την ενδοοικογενειακή βία, η οποία, όπως σημειώνεται, πλήττει δυσανάλογα τις γυναίκες. Ορίζει επιπλέον ρητά ότι η βία κατά γυναικών συνιστά ποινικό αδίκημα είτε τελείται στον δημόσιο, είτε στον ιδιωτικό χώρο.

 

Χάρη στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η βία κατά γυναικών αναδεικνύεται σε μείζον κοινωνικό και δικαιικό ζήτημα επί του οποίου πρέπει να «σπάσει η σιωπή», τόσο έμπρακτα όσο και συμβολικά.

 

Η Σύμβαση αφομοιώνει αναλύσεις και επιχειρήματα της φεμινιστικής θεωρίας του δικαίου – ιδιαίτερα του δεύτερου κύματος. Επανεγγράφει τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές του ΟΗΕ, οι οποίες καταφάσκουν στην ανάλυση της βίας κατά γυναικών που καταθέτει η φεμινιστική θεωρία του δικαίου, σύμφωνα με την οποία η βία δεν συνιστά ένα γεγονός του ιδιωτικού βίου, αλλά αίτιο και αποτέλεσμα των δομικών σχέσεων έμφυλης ανισότητας.

 

Υιοθετεί παράλληλα την κριτική προσέγγιση της διάκρισης δημόσιο/ιδιωτικό στην οποία προβαίνει η φεμινιστική θεωρία του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο ιδιωτικός χώρος και οι ιδιωτικές σχέσεις επέχουν πολιτικό περιεχόμενο διότι ενεργοποιούν σχέσεις ασυμμετρίας και ανισότητας. Επέχουν επίσης νομικά σημαντικές διαστάσεις, στο βαθμό που εντός τους τελούνται πράξεις οι οποίες προκαλούν βλάβη στις γυναίκες και παραβιάζουν τα δικαιώματά τους. Ως εκ τούτου, οφείλει να λάβει τέλος η μακρά παράδοση του φιλελεύθερου δικαίου που όριζε ως ενδεδειγμένη την απουσία παρέμβασης του δικαίου στην ιδιωτική σφαίρα.

 

Χάρη στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η βία κατά γυναικών αναδεικνύεται σε μείζον κοινωνικό και δικαιικό ζήτημα επί του οποίου πρέπει να «σπάσει η σιωπή», τόσο έμπρακτα όσο και συμβολικά. Αφενός σηματοδοτεί την αναγνώριση εκ μέρους του Συμβουλίου της Ευρώπης του γεγονότος ότι συνιστά εκτεταμένο κοινωνικό φαινόμενο που οφείλει να απασχολήσει σοβαρά τον θεσμικό και δημόσιο λόγο, δεδομένου μάλιστα ότι σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να συγκαλύπτεται στον ιδιωτικό χώρο, αποτελώντας εντέλει ένα «αόρατο έγκλημα» που υπο-καταγγέλλεται συστηματικά. Σηματοδοτεί, αφετέρου, την ανάληψη έμπρακτης δράσης διά της εφαρμογής ενός αναλυτικού κανονιστικού πλαισίου.


Ωστόσο, η κοινωνική πραγματικότητα της βίας κατά γυναικών παραμένει επίμονη και ανατροφοδοτείται ριζικά από τις επάλληλες κρίσεις που πλήττουν τον Δυτικό –και όχι μόνο– κόσμο. Τα καταγεγραμμένα περιστατικά αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης που βίωσε ιδίως η Νότια Ευρώπη και η χώρα μας.

 

Αξιοσημείωτη αύξηση σημειώθηκε, επιπροσθέτως, κατά την υγειονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία του Covid-19 και τον αναγκαστικό κατ' οίκον περιορισμό της περασμένης άνοιξης – συνθήκη που διαρκεί ακόμη.

 

Ενδεικτικά, στη διάρκεια της καραντίνας του Μαρτίου-Απριλίου, επίσημες εκτιμήσεις στη Γαλλία υπολόγισαν την αύξηση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας μεταξύ 32%-36%. Στην Αγγλία, το αντίστοιχο ποσοστό υπολογίζεται σε 25%. Στην Ελλάδα, οι κλήσεις καταγγελίας περιστατικών βίας κατά γυναικών τετραπλασιάστηκαν σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις της Γ.Γ. Ισότητας. Η θεσμική κατοχύρωση του ανθρώπινου δικαιώματος των γυναικών σε μα ζωή χωρίς βία συνιστά ολόπλευρα θετική εξέλιξη. Η ουσιαστική και αποτελεσματική εφαρμογή του, ιδίως εν μέσω δυσμενών ή έκτακτων κοινωνικών συνθηκών, συνιστά διαρκές διακύβευμα.

 

Νατάσα Κεφαλληνού

Υπέυθυνη επικοινωνίας του κέντρου Διοτίμα

 

«Η κοινωνία ευαισθητοποιείται πλέον περισσότερο απέναντι στην έμφυλη βία»

Εμείς, ως κέντρο Διοτίμα, επιλέξαμε να κάνουμε κεντρικό σύνθημα για την 25η Νοεμβρίου το ζήτημα της γυναικοκτονίας. Ένα ακόμη τέτοιο τραγικό περιστατικό είχαμε δυστυχώς πολύ πρόσφατα, στις 22/11 στη Μάνη. Ήταν η 9η γυναικοκτονία του 2020, με δέκα συνολικά θύματα ως τώρα. Πρόκειται για βία κατά των γυναικών στην πιο ακραία της μορφή, ένα φαινόμενο που βρίσκεται σε έξαρση, χωρίς βεβαίως να παραβλέπουμε τις υπόλοιπες μορφές έμφυλης βίας.

 

Η φετινή χρονιά με την πανδημία, τα lockdown, την οικονομική δυσπραγία και τις άλλες αρνητικές παραμέτρους της επιδείνωσε το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας, ιδιαίτερα καθώς τα θύματα υποχρεώνονταν σε 24ωρο εγκλεισμό μαζί με τους κακοποιητές συζύγους ή συντρόφους, αποκομμένα από τον έξω κόσμο και άρα κι από τις υπηρεσίες υποστήριξης.

 

Στο διάστημα που μεσολάβησε από την πρώτη καραντίνα μέχρι την τωρινή πάρθηκαν, είναι η αλήθεια, κάποια μέτρα ύστερα από πίεση γυναικείων οργανώσεων και φορέων. Εκτός από τους ξενώνες για κακοποιημένες γυναίκες εξασφαλίστηκε εκτάκτως μια βραχυπρόθεσμη στέγη από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας Φύλων για τέτοιες περιπτώσεις.

 

Η Διοτίμα σε συνεργασία με τον δήμο Αθηναίων ξεκίνησε ένα νέο πρόγραμμα νομικής βοήθειας, θέσαμε επίσης σε λειτουργία στην ιστοσελίδα μας ένα help desk ώστε να διευκολύνονται οι γυναίκες σε ανάγκη να επικοινωνήσουν μαζί μας μέσω chat. Είμαστε δηλαδή περισσότερο έτοιμες από ό,τι στη φάση του πρώτου lockdown.


Ναι, υπάρχει μια μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης τα τελευταία χρόνια απέναντι στη βία κατά των γυναικών τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς με ενημερωτικές καμπάνιες κ.λπ., μεγαλύτερη ορατότητα επίσης όταν ο λόγος για τέτοια περιστατικά, πράγμα που σημαίνει ότι γίνονται περισσότερες καταγγελίες είτε από τις ίδιες τις παθούσες, είτε από το περιβάλλον τους. Απέχουμε βέβαια αρκετά από το να πούμε ότι έχει καλλιεργηθεί μια κουλτούρα μηδενικής ανοχής απέναντι στην έμφυλη βία, έχουν όμως γίνει κι από πλευράς Πολιτείας κάποια βήματα όπως ο νέος νομικός ορισμός για τον βιασμό που χαρακτηρίζει ως τέτοιο οποιαδήποτε ερωτική συνεύρεση γίνεται χωρίς ρητή συναίνεση και ο οποίος ισχύει από πέρσι τον Ιούνιο, η υπογραφή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και από την Ελλάδα το '18 επίσης, η οποία καλύπτει μορφές βίας που δεν συμπεριλάμβανε το νομικό μας σύστημα.

 

Γίνεται επιπλέον –και από εμάς– μια προσπάθεια εκπαίδευσης επαγγελματιών σχετικά, όπως αστυνομικών, δικηγόρων, δικαστών κ.λπ., κάτι που συμβάλλει στη μείωση των αντιεπαγγελματικών συμπεριφορών καθώς κι όσων που αναπαράγουν έμφυλα στερεότυπα αφήνοντας τα θύματα έκθετα. Ενθαρρυντικό είναι επίσης ότι η ΕΛΑΣ έβαλε φέτος σε λειτουργία τμήματα ειδικευμένα στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας. Μένουν εντούτοις ακόμα να γίνουν πολλά βήματα ώστε να σπάσει ο κύκλος της βίας κατά των γυναικών και της «συνωμοσίας σιωπής» γύρω από αυτή.