Είναι η τάξη όπου βρεθήκαμε σταδιακά να ανήκουμε λίγο-πολύ οι περισσότεροι Έλληνες. Η τάξη των «νοικοκύρηδων» στη θετική ή των «νοικοκυραίων» στην αρνητική της εκδοχή, η ένταξη στην οποία αποτέλεσε κινητήριο δύναμη και όνειρο καταξίωσης για πολλές γενιές, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της την αυτοαπασχόληση, τη μικροϊδιοκτησία και τη δραστηριοποίηση σε μικρές, οικογενειακές συχνά, επιχειρήσεις στον ιδιωτικό τομέα και τις «στενές σχέσεις» με τον δημόσιο.


Ο λόγος για τη μεσαία τάξη στην οποία στηρίχθηκαν εν πολλοίς η οικονομική ανάπτυξη και η καταναλωτική ευμάρεια στους καιρούς των «παχιών αγελάδων». Από αυτήν αντλούσαν ισχύ και σε αυτήν κατ' εξοχήν απευθύνονταν όλα τα κόμματα εξουσίας, για να στοχοποιηθεί μετά το '09 από το κυρίαρχο αφήγημα ως κύρια ένοχη –αυτήν κατέδειχνε και η Παγκάλειος ρήση «όλοι μαζί τα φάγαμε»– και πηγή όλων σχεδόν των νεοελληνικών κακών, από την έλλειψη καινοτομίας και τον «παρασιτισμό» ως τις «πελατειακές σχέσεις» και την εκτεταμένη φοροδιαφυγή, εφόσον κιόλας ζούσε, υποτίθεται, παραπάνω από τις δυνατότητές της (ποιος τις ορίζει μόνο δεν μας είπαν).

 

Είναι, τέλος, η τάξη –ειδικά το πιο νομοταγές κομμάτι της– που αναλογικά επλήγη περισσότερο από τα μνημονιακά μέτρα ώστε να εξαχθεί το πλεονάζον «λίπος».

 

«Κατηγόρησαν την τάξη αυτή ως μη ανταγωνιστική, μη παραγωγική, της απόδωσαν επιπλέον τη συνολική ευθύνη της φοροδιαφυγής. Ξέχασαν, όμως, να αναφέρουν πόσες θέσεις εργασίας προσφέρει, πόσο στηρίζει την ελληνική παραγωγή, πώς με την ευρηματικότητα, την ευελιξία αλλά και την υπερεργασία των ιδιοκτητών και των μελών της οικογένειάς τους κατάφερε όχι μόνο να αντέξει την κρίση αλλά και να συνεχίζει να προσφέρει θέσεις εργασίας»

 

Παρά ταύτα, όχι μόνο εμφάνισε αξιοσημείωτη αντοχή αλλά φαίνεται, επιπλέον, να πρωταγωνιστεί στην έστω ισχνή ανάκαμψη που οι οικονομικοί δείκτες πιστοποιούν τελευταία. Φαίνεται δηλαδή ότι παρά τις εγνωσμένες αντινομίες του, ο «ελληνικός τρόπος» έχει και πλεονεκτήματα που συνέβαλαν αφενός να μην καταρρεύσει πλήρως ο κοινωνικός ιστός, αφετέρου να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις.


Με το «μετέωρο βήμα» αυτής της τάξης μεταξύ κατάρρευσης και ανθεκτικότητας είτε στην παραδοσιακή, είτε στη νεότερη εκδοχή της –ένα ζήτημα που απασχολεί γενικότερα τον ανεπτυγμένο κόσμο– καταπιάνεται η συνομιλήτριά μου Βάλια Αρανίτου στο τελευταίο της πόνημα «Η Μεσαία τάξη στην Ελλάδα την Εποχή των Μνημονίων» (εκδ. Θεμέλιο).

 

Ξεκινώντας με τις διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις για τη μεσαία τάξη στη διεθνή ιστοριογραφία, «χαρτογραφεί» ακολούθως την ελληνική, επιχειρώντας να ερμηνεύσει με συγκεκριμένα στοιχεία τα πώς και τα γιατί των παραπάνω διαπιστώσεων «μακριά από ενοχοποιήσεις ή εξιδανικεύσεις».

 

Επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, έχει συγγράψει μελέτες, άρθρα καθώς και βιβλία σχετικά με τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, συμμετέχει σε εθνικά και ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα και επιστημονικές επιτροπές ενώ είναι από το 2008 επιστημονική διευθύντρια του ερευνητικού Ινστιτούτου της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΙΝΕΜΥ).


Η ίδια δεν πιστεύει ότι η κρίση ήταν αναπόφευκτη, τουλάχιστον όχι σε αυτό τον βαθμό, η δε οικονομική καθίζηση που προκάλεσε είχε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση/φορά εφόσον «τα πραγματικά υψηλά εισοδήματα έμειναν στο απυρόβλητο». Ούτε όμως η παραδοσιακή μικροαστική τάξη συρρικνώθηκε αποφασιστικά, παρά τα πλήγματα, ενώ «η μικρή επιχείρηση παραμένει το βασικό υποκείμενο του ελληνικού επιχειρείν, είναι μάλιστα αυτή που μεταβαίνει πρώτη στο νέο ψηφιακό επιχειρείν», λέει. 

 

«Κατηγόρησαν την τάξη αυτή ως μη ανταγωνιστική, μη παραγωγική, της απέδωσαν επιπλέον τη συνολική ευθύνη της φοροδιαφυγής. Ξέχασαν, όμως, να αναφέρουν πόσες θέσεις εργασίας προσφέρει, πόσο στηρίζει την ελληνική παραγωγή, πώς με την ευρηματικότητα, την ευελιξία αλλά και την υπερεργασία των ιδιοκτητών και των μελών της οικογένειάς τους κατάφερε όχι μόνο να αντέξει την κρίση αλλά και να συνεχίζει να προσφέρει θέσεις εργασίας», σημειώνει.

 

Με το διεθνές κλίμα να παραμένει ασταθές και το δημόσιο χρέος δυσθεώρητο, χρειάζεται, συμπληρώνει, μια άλλου τύπου αντιμετώπιση τόσο των δημοσίων πολιτικών όσο και του παραγωγικού μας μοντέλου, εκτιμά δε ότι «για το δυναμικό τμήμα της μεσαίας τάξης, υπάρχει χώρος».

 

Η επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και επιστημονική διευθύντρια του ΙΝΕΜΥ, Βάλια Αρανίτου.. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Η επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και επιστημονική διευθύντρια του ΙΝΕΜΥ, Βάλια Αρανίτου.. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

— Τι σας ώθησε στη συγγραφή αυτού του βιβλίου; Γιατί σταθήκατε ιδιαίτερα στον αείμνηστο Νίκο Πουλαντζά;

Από το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης το 2007-08, η συζήτηση περί κατάρρευσης της μεσαίας τάξης κυριάρχησε όχι μόνο στους ακαδημαϊκούς κύκλους αλλά και στον δημόσιο διάλογο. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, από μια στιγμή και μετά, έγινε κάτι σαν αυταπόδεικτο ότι η μεσαία τάξη «χτυπήθηκε», «μαράζωσε» κ.λπ. Αυτός ήταν και ο λόγος που ξεκίνησα την έρευνά μου, σε συνδυασμό με το ότι ασχολούμαι συστηματικά με αυτό που ο Πουλαντζάς αποκαλεί «παραδοσιακή μικροαστική τάξη». Είναι αλήθεια ότι ολόκληρη αυτή η πολυποίκιλη κατηγορία των μικρών επιχειρηματιών αποτελεί, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, τη μία συνιστώσα της μεσαίας τάξης.

 

Η άλλη είναι η «νέα μικροαστική τάξη». Θεωρώ, επομένως, ότι η προσέγγιση του Πουλαντζά ταιριάζει με την ανάλυσή μου τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο.

 

Να προσθέσουμε βέβαια ότι και για τον Μάικλ Μαν η μεσαία τάξη αποτελείται από τρεις ξεχωριστές συνιστώσες, την παραδοσιακή –μικροί επιχειρηματίες, βιοτέχνες, έμποροι–, τη νέα μικροαστική τάξη, η οποία αποτελείται από τους μισθωτούς του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα (μάνατζερ κ.ά.), αλλά και τους μορφωμένους επαγγελματίες οι οποίοι ανήκουν στα συλλογικά οργανωμένα επαγγέλματα που ασκούνται με την άδεια του κράτους.

 

— Πώς εννοούμε τη μεσαία τάξη και πώς αυτή ορίζεται στη σημερινή Ελλάδα; Τι ιδιαιτερότητες παρουσιάζει συγκρινόμενη με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και πώς εκφράζεται σήμερα πολιτικά;

Είναι γεγονός ότι ο ορισμός της μεσαίας τάξης αποτελεί «τη λυδία λίθο του καπιταλισμού» όπως παρατηρεί και ο Πουλαντζάς. Ανάλογα με το θεωρητικό πλαίσιο που υιοθετεί κάθε ερευνητής, οι τάξεις ορίζονται είτε από τη θέση των κοινωνικών υποκειμένων στην παραγωγική διαδικασία, είτε σύμφωνα με την κατανάλωση και τα πολιτισμικά πρότυπα, είτε με βάση εισοδηματικά κριτήρια.

 

Στην Ελλάδα –ιδιαίτερα αφότου ο Ανδρέας Παπανδρέου κατασκεύασε την έννοια του «μικρομεσαίου»– οι περισσότεροι θεωρούν εαυτούς μεσαία τάξη. Το σίγουρο είναι ότι, συγκρινόμενη με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η «δική μας» παραδοσιακή μικροαστική τάξη ήταν και παραμένει σημαντική.

 

Αναφορικά με την πολιτική της συμπεριφορά, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει αλλού στην Ευρώπη, όπου μοιάζει να έλκεται από ακροδεξιές στάσεις και συμπεριφορές, εδώ φαίνεται, μέχρις ώρας, να ακολουθεί το γενικό πληθυσμό. Μοιάζει, ωστόσο, να φανεί εάν αυτό θα εξακολουθήσει.

 

— Ισχύει ότι είναι η τάξη (κυρίως οι λεγόμενοι μικρομεσαίοι) που κατ' εξοχήν επλήγη από την κρίση αλλά κι αυτή που ουσιαστικά κατέβαλε το μεγαλύτερο τίμημα –εκείνο ιδιαίτερα το κομμάτι της που αδυνατεί να αποκρύψει εισοδήματα–, «ξελασπώνοντας» ουσιαστικά το κράτος αλλά και υποθηκεύοντας το μέλλον της;

Δεν μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ποιες μερίδες της κοινωνίας υπέστησαν το μεγαλύτερο πλήγμα από την κρίση. Και τούτο διότι, ιδιαίτερα τα κατώτερα στρώματα –όσοι δηλαδή δηλώνουν εισόδημα κάτω από 12.000 ευρώ– διπλασιάστηκαν μεταξύ 2010-16.

 

Από την άλλη πλευρά, οι ομάδες της μεσαίας τάξης που μοιάζει να έχουν τις εντονότερες συμπιέσεις είναι τόσο το άνω τμήμα της ανώτερης μεσαίας τάξης (50.000-75.000 ευρώ), όσο και της κεντρικής μεσαίας τάξης (coremiddleclass) (30.001-50.000 ευρώ), τα άτομα της οποίας φαίνεται ότι καταλήγουν στην κατώτερη μεσαία τάξη (12.001-30.000 ευρώ).

 

Είναι ενδεικτικό πως τα ανώτερα και μεσαία στρώματα της μεσαίας τάξης μειώνονται από το 13,7% (11,9% και 1,8%) του πληθυσμού το 2004 στο 7,3% (6,4% και 0,9%) για το 2016 (ποσοστιαία μείωση περίπου 46,7%). Στον αντίποδα, η ανώτερη τάξη (άνω των 75.000 ευρώ) παραμένει στα ίδια επίπεδα με το 2004.

 

Με άλλα λόγια, αυτό που σίγουρα παρατηρούμε είναι μια γενικευμένη καθίζηση, αλλά με συγκεκριμένη κατεύθυνση/φορά. Ταυτόχρονα, φαίνεται ότι η παραδοσιακή μικροαστική τάξη που συγκεντρώνεται σε αυτό που λέμε «κατώτερο τμήμα της μεσαίας τάξης» δεν υφίσταται μια πράγματι αποφασιστική συρρίκνωση.

 

Ο Νίκος Πουλαντζάς παίρνει το λόγο σε μια συνέλευση το Μάη του '68. Φωτ. ΕΡΤ.
Ο Νίκος Πουλαντζάς παίρνει το λόγο σε μια συνέλευση το Μάη του '68. Φωτ. ΕΡΤ.

 

— Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες απώλειες που υπέστησαν αυτές οι κοινωνικές κατηγορίες; 

Για την κατηγορία της νέας μεσαίας τάξης γνωρίζουμε ότι έχασε το λιγότερο 25% των εισοδημάτων της σε συνδυασμό, βέβαια, με τις φορολογικές επιβαρύνσεις από τις αλλαγές στις φορολογικές κλίμακες. Στο πεδίο της μικρής επιχειρηματικότητας καταγράφονται 170.000 χιλιάδες λουκέτα, ένα ποσοστό 27% επί του συνόλου.

 

Επιπλέον, πολλές ενεργές ακόμα επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν προβλήματα βιωσιμότητας αφού έχουν αυξήσει τα χρέη τους προς εφορία, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες αλλά και προμηθευτές. Η συμπίεση της επιχειρηματικότητας είναι εξαιρετικά έντονη, κάτι που εγγράφεται στις αναδιαρθρώσεις που υφίσταται καθ' όλη τη διάρκεια της οικονομικής προσαρμογής.

 

Στο γενικότερο πλαίσιο της φτωχοποίησης της ελληνικής κοινωνίας οι μικρές επιχειρήσεις οι οποίες αποτελούν τον πυρήνα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης συρρικνώνονται, γεγονός που αντανακλάται και στη μείωση των εισοδημάτων από εμπορικές δραστηριότητες (από 9,3 δισ. ευρώ το 2008 στα 4,7 δισ. ευρώ το 2016).

 

Η γενναία αυτή μείωση ταυτίζεται συχνά από κάποιους με μια καταστροφή δημιουργική που σταδιακά θα απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνάμεις και τους αδρανείς πόρους της οικονομίας, μεγεθύνοντας τις βιώσιμες και ανταγωνιστικές επιχειρήσεις. Για άλλους, η προσαρμογή αυτή είναι μια ολοκληρωτική καταστροφή η οποία συμπαρέσυρε το σύνολο της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας, επιφέροντας σοβαρά κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα.

 

Ταυτόχρονα, ο μετασχηματισμός της αγοράς δεν φαίνεται να εμβαθύνει καθώς η μικρή επιχείρηση παραμένει το βασικό υποκείμενο του ελληνικού επιχειρείν, είναι μάλιστα αυτή που μεταβαίνει πρώτη στο νέο (ψηφιακό) επιχειρείν. Ίσως το στοιχείο αυτό αποτελεί μια ερμηνευτική παράμετρο της διατήρησης της συνοχής του κοινωνικού ιστού παρά τη σφοδρότητα της κρίσης. Η οικογενειακή οργάνωση της μικρής επιχείρησης και το υψηλό κοινωνικό κεφάλαιο (social capital) που αυτή απολαμβάνει αποτελούν αναμφίβολα συστατικά στοιχεία αυτής της ανθεκτικότητας.

 

Για την κατηγορία της νέας μεσαίας τάξης γνωρίζουμε ότι έχασε το λιγότερο 25% των εισοδημάτων της σε συνδυασμό, βέβαια, με τις φορολογικές επιβαρύνσεις από τις αλλαγές στις φορολογικές κλίμακες. Στο πεδίο της μικρής επιχειρηματικότητας καταγράφονται 170.000 χιλιάδες λουκέτα, ένα ποσοστό 27% επί του συνόλου. Επιπλέον, πολλές ενεργές ακόμα επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν προβλήματα βιωσιμότητας αφού έχουν αυξήσει τα χρέη τους προς εφορία, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες αλλά και προμηθευτές.

 

— Γιατί η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα δαιμονοποιήθηκε τόσο και πού οφείλονται οι αντοχές αυτού του κυρίαρχου στην Ελλάδα κοινωνικού μοντέλου στη μνημονιακή εποχή, παρά τη συρρίκνωση που υπέστη;

Η δαιμονοποίηση και η ενοχοποίηση της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας έχει ξεκινήσει ήδη από δεκαετία του '90. Πρόκειται για το σχήμα του Νικηφόρου Διαμαντούρου ο οποίος επιχειρώντας να ενσωματώσει πολλά στοιχεία από το μεταπολεμικό αφήγημα της θεωρίας του εκσυγχρονισμού, όπως υποστηρίχτηκε τη δεκαετία του '50, πρότεινε το σχήμα του πολιτισμικού δυϊσμού.

 

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσει το μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής μεσαίας τάξης στην παρωχημένη κουλτούρα. Έτσι, ενώ κατά την πρώτη φάση αυτής της «Αλλαγής» αναδεικνύεται και συγκροτείται σε όλα τα επίπεδα μια σαφής πολιτική υπέρ της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης, στην περίοδο της «Ισχυρής Ελλάδας» τα πράγματα διαφοροποιούνται: Καταγράφεται μια ποιοτική αλλαγή που σχετίζεται με την ποσοτική αύξηση της νέας μικροαστικής τάξης και το αυξημένο ειδικό βάρος το οποίο πλέον αυτή διαθέτει (και της αποδίδεται) στο πλαίσιο της νέας αναπτυξιακής στρατηγικής (τα ελληνικά golden boys).

 

Είναι εδώ που, συγχρόνως, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη αλλά και τμήματα της νέας εμφανίζονται ως εμπόδιο στην ανάπτυξη ή καλύτερα στη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας, η οποία πλέον πρέπει να ακολουθεί τα προτάγματα των αγορών. Ως αποτέλεσμα της μηδενιστικής λογικής ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε», κατηγορούνται ότι αν και «κρατικοδίαιτοι», είναι προσκολλημένοι στην ατομική τους ιδιοκτησία, ενώ ταυτόχρονα «αρνούνται» να εκσυγχρονιστούν.

 

Στοχοποιήθηκαν έτσι συλλήβδην επαγγέλματα όπως γιατροί, δικηγόροι, φαρμακοποιοί, υδραυλικοί και καθηγητές κ.ά. είτε ως τεμπέληδες, είτε ως φοροφυγάδες αφού έχουν και δεύτερη απασχόληση. Είναι αυτοί που κάνουν «αλόγιστη» χρήση πιστωτικών καρτών για κατανάλωση και ταξίδια, ενώ παράλληλα θεωρείται υπερβολική η αξίωση να σπουδάσουν τα παιδιά τους στο Πανεπιστήμιο.

 

Κατηγόρησαν λοιπόν την τάξη αυτή ως μη ανταγωνιστική, μη παραγωγική, της απέδωσαν επιπλέον τη συνολική ευθύνη της φοροδιαφυγής. Ξέχασαν, όμως, να αναφέρουν πόσες θέσεις εργασίας προσφέρει ή πόσο στηρίζει την ελληνική παραγωγή, πώς με την ευρηματικότητα, την ευελιξία αλλά και την υπερεργασία των ιδιοκτητών και των μελών της οικογένειάς τους κατάφερε όχι μόνο να «αντέξει» την κρίση αλλά και να συνεχίζει να προσφέρει θέσεις εργασίας αφού, ως γνωστόν, μια μικρή επιχείρηση πρώτα κλείνει και μετά απολύει!

 

— Μήπως αυτό δείχνει ότι ένα συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο δεν μπορεί να έχει καθολική ισχύ ακόμα και στο πλαίσιο της ΕΕ κι ότι η εμμονή στην αυστηρή εφαρμογή του αδιακρίτως είναι περισσότερο ιδεοληψία;

Είναι σωστό αυτό που ρωτάτε. Ο ελληνικός καπιταλισμός έχει τα δικά του χαρακτηριστικά, τη μικρή ιδιοκτησία για παράδειγμα. Δεν μπορούμε επομένως να θεωρούμε ότι όλα θα πρέπει να γίνουν όπως στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίσουμε στρεβλώσεις και εμπόδια.

 

Ο Αλέξης Τσίπρας ανακοινώνει το τέλος των μνημονίων. Το δημόσιο χρέος ωστόσο παραμένει υψηλό. Φωτο: EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ.
Ο Αλέξης Τσίπρας ανακοινώνει το τέλος των μνημονίων. Το δημόσιο χρέος ωστόσο παραμένει υψηλό. Φωτο: EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ.


— Θα μπορούσε, εντούτοις, να είχε αποφύγει η χώρα την κρίση ή να την ξεπερνούσε ευκολότερα έτσι όπως μέχρι τώρα πορευόταν αναπτυξιακά, δημοσιονομικά κ.λπ.;

Ναι, νομίζω ότι η ελληνική κρίση δεν ήταν αναπόφευκτη. Και μια και αναφέρθηκα σε στρεβλώσεις κι εμπόδια, ιδού ορισμένα από αυτά: Η είσοδός μας στην Ευρωζώνη με μια ισοτιμία ευρώ/δραχμής που αδυνατούσαμε εντέλει να υποστηρίξουμε. Η «αποχώρηση» σχεδόν όλης της παραγωγικής βάσης στις αρχές της δεκαετίας του '80, με την ταυτόχρονη ανάληψη των χρεών αυτών των επιχειρήσεων. Οι τεράστιες υπερκοστολογήσεις στα απαραίτητα, βέβαια, μεγάλα έργα. Η φοροδιαφυγή, που όμως δεν περιοριζόταν στα «μικρά ψάρια» και φυσικά, η πάγια –από την ίδρυση του ελληνικού κράτους– στάση της εγχώριας ελίτ να προτιμά να τοποθετεί τις αποταμιεύσεις της σε «ασφαλείς» προορισμούς.


— Πόσο στέκει το αφήγημα ότι μικρομεσαίοι και μεσαίοι ζούσαν «πάνω από τις δυνατότητές τους» και ποιος τις ορίζει αυτές;

Η άποψη αυτή εντάσσεται στο οπλοστάσιο της καταγγελίας της μεσαίας τάξης. Το όνειρο για μια καλύτερη ζωή, η φιλοδοξία για κοινωνική άνοδο –που εντέλει αποτελούσαν στοιχεία του ανταγωνιστικού καπιταλισμού– λοιδορήθηκαν αφού πρώτα τους είχε αποδοθεί μια αντιδυτική κουλτούρα και προσκόλληση στο κράτος.


— Η κυβέρνηση ανακοίνωσε φέτος το τέλος των μνημονίων, οι δείκτες μαρτυρούν μια ισχνή έστω ανάκαμψη, η οικονομική δυπραγία όμως εξακολουθεί. Τελειώσανε πράγματι τα χειρότερα και πόσο ικανή είναι η «επιβιώσασα» μεσαία τάξη, η χώρα γενικότερα να αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη νέα μεγάλη διεθνή κρίση;

Θα συμφωνήσω απόλυτα ότι η παγκόσμια κρίση σοβεί ενώ και το δημόσιο χρέος της χώρας παραμένει υψηλό. Ωστόσο, το χρέος αντιμετωπίζεται πάντοτε σε συσχέτιση με το παραγόμενο ΑΕΠ. Επίσης, λίγες δεκαετίες πριν, σε όλο τον δυτικό κόσμο, οι δημόσιες δαπάνες και το χρέος αντιμετωπίζονταν διαφορετικά.

 

Χρειάζεται, επομένως, μια άλλου τύπου αντιμετώπιση τόσο των δημοσίων πολιτικών –κάτι όμως απαγορευτικό λόγω των περιορισμών που θέτει η ΕΕ– όσο βέβαια και του παραγωγικού μοντέλου που θα υιοθετήσουμε ως κοινωνία. Για το δυναμικό τμήμα της μεσαίας τάξης, υπάρχει χώρος.