H πρόσφατη έρευνα της Eurostat για τους νέους της Ευρώπης επιβεβαιώνει απλώς αυτό που ξέραμε εδώ και αρκετά χρόνια.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών όπου οι νέοι δεν φεύγουν σε πολύ νεαρή ηλικία από το πατρικό τους. Όπως δείχνουν χαρακτηριστικά τα στοιχεία, το 55,0% των Ελλήνων ηλικίας 25-34 ετών μένει ακόμη με τους γονείς του, ενώ (σ.σ. κατά μέσο όρο πάντα) φεύγουν από το σπίτι περίπου στα 29,4 χρόνια τους.

 

Το αξιοσημείωτο, βέβαια, είναι πως οι γυναίκες τείνουν να εγκαταλείπουν την οικογενειακή εστία νωρίτερα (περίπου στην ηλικία των 28 ετών), συγκριτικά με τους άντρες που κάνουν το βήμα περίπου στα 30.

 

Λόγω κουλτούρας και ισχυρών οικογενειακών δεσμών, η χώρα μας συγκαταλεγόταν πάντα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς την ηλικία ανεξαρτητοποίησης των 20άρηδων, αλλά η κρίση, η οικονομική ανασφάλεια και η υψηλή ανεργία στους νέους σίγουρα επέτειναν το πρόβλημα την τελευταία δεκαετία.

 

Λόγω κουλτούρας και ισχυρών οικογενειακών δεσμών, η χώρα μας συγκαταλεγόταν πάντα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς την ηλικία ανεξαρτητοποίησης των 20άρηδων, αλλά η κρίση, η οικονομική ανασφάλεια και η υψηλή ανεργία στους νέους σίγουρα επέτειναν το πρόβλημα την τελευταία δεκαετία.

 

Το 1995, για παράδειγμα, οι γυναίκες έφευγαν από το σπίτι στα 25 τους, ενώ, 10 χρόνια, μετά στα 27. Όσο για τους νέους, στα μέσα της δεκαετίας του '90 αποφάσιζαν να μείνουν μόνοι τους στα 28, ενώ τώρα πια στα 30.

 

Σήμερα, λοιπόν, οι νέοι όχι μόνο αργούν να φύγουν από το σπίτι αλλά πολλές φορές αναγκάζονται να επιστρέψουν στο πατρικό τους, αφού αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.

 

Ο Γιάννης (σ.σ. όλοι όσοι μίλησαν προτίμησαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, αλλά τα πλήρη στοιχεία τους είναι στη διάθεση της LiFO και του LiFO.gr) έκλεισε τα 30 τον περασμένο Φεβρουάριο. Εργάζεται ως barista σε καφετέρια του Πειραιά και μένει μαζί με τους γονείς του. Πριν από περίπου έναν χρόνο επιχείρησε να συγκατοικήσει με έναν φίλο του, αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως θα ήθελε. 

 

«Ήταν δύσκολα οικονομικά. Λογαριασμοί, ενοίκιο, έξοδα για φαγητό. Στο τέλος του μήνα δεν μου έμενε τίποτα και δεν μπορούσα να βάλω λεφτά στην άκρη. Έτσι, αποφάσισα να επιστρέψω στο πατρικό μου» μου λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. 

 

Του ζητάω να μου πει αν τον έφθειρε ψυχολογικά αυτή η επιστροφή. «Πριν κάνω το βήμα να φύγω, ναι, ένιωθα ένα βάρος. Ήθελα να το δοκιμάσω. Από τη στιγμή που είδα, όμως, τα ζόρια, το έχω πάρει πιο χαλαρά. Σίγουρα θέλω να ξαναφύγω, να συζήσω π.χ. με την κοπέλα μου, αλλά, αν δεν ανέβω μισθολογικά ή αν δεν μαζέψω πρώτα ένα εύλογο ποσό, θα μείνω εδώ που είμαι».

 

Παρότι οι νέοι στην Ελλάδα δεν παίρνουν εύκολα την απόφαση να φύγουν από το σπίτι και να ζήσουν μόνοι τους, η πρώτη τους περίοδος ανεξαρτησίας έρχεται όταν κλείνουν τα 18 και φεύγουν για σπουδές, είτε στην επαρχία είτε στο εξωτερικό (σ.σ. στις περισσότερες περιπτώσεις, βέβαια, υποστηρίζονται οικονομικά από τους γονείς).

 

Τα αποτελέσματα της έρευνας που διεξήγαγε η Eurostat.
Τα αποτελέσματα της έρευνας που διεξήγαγε η Eurostat.

 

Δοκιμάζουν τη γεύση της ελευθερίας, αλλά μόλις τελειώσουν τις σπουδές τους αναγκάζονται να επιστρέψουν στο πατρικό τους και η προσαρμογή δεν είναι και τόσο εύκολη. 

 

Η Αναστασία είναι 26 ετών. Τελειώνει Μάρκετινγκ και Διαφήμιση στο ΤΕΙ Κρήτης, στην Ιεράπετρα. Για περίπου πέντε χρόνια ζούσε στο νησί, αλλά τον τελευταίο χρόνο έχει επιστρέψει στην Αθήνα και στο σπίτι των γονιών της. Εργάζεται part-time για να έχει χρόνο να διαβάζει και πηγαινοέρχεται Αθήνα-Κρήτη για να μπορέσει να πάρει το πτυχίο της. 

 

«Δουλεύω σε καφετέριες, κάνω promotion και babysitting, τέτοια. Θέλω πάρα πολύ να φύγω από το πατρικό μου γιατί ζούσα αρκετά χρόνια μόνη μου, οπότε, όταν επέστρεψα, ήταν δυσκολότερο να συνηθίσω. Είμαι σε μια φάση που θέλω να έχω τον δικό μου χώρο, θέλω να γυρίζω σπίτι και να αράζω μόνη μου ή να φέρνω τους φίλους μου». 

 

«Πώς είναι η συμβίωση με τους δικούς σου τώρα που επέστρεψες; Πιο εύκολη ή πιο δύσκολη;» τη ρωτάω. «Έχουμε διαφορετικά ωράρια και υπάρχουν διάφορες εντάσεις στη συνύπαρξή μας, κάτι που με κάνει να θέλω να φύγω ακόμη περισσότερο, να έχω την ησυχία μου. Να ξέρω ότι γυρίζω κάπου όπου τα πράγματα είναι ήρεμα.

 

»»Οπότε, ναι, αν ήταν καλύτερη η επικοινωνία, ίσως να το τρέναρα, επειδή το σπίτι μου είναι σε κεντρικό σημείο και βολεύει για πολλά πράγματα. Να καθόμουν, δηλαδή, 1-2 χρόνια μέχρι να μαζέψω κάποια χρήματα. Αυτό το χάος με σπρώχνει όλο και πιο πολύ στην πόρτα» ομολογεί.

 

Αν η επικοινωνία και το κλίμα στο σπίτι είναι καλά, τότε μπορεί το περιβάλλον να λειτουργήσει υποστηρικτικά για τους νέους μέσα σε αυτή την εποχή της αβεβαιότητας και να τους δώσει τον χρόνο που χρειάζονται μέχρι να μπορέσουν να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις. 

 

Η Ελένη είναι 25 και τελειόφοιτη Διαιτολογίας, επίσης στην Κρήτη. Αυτή την περίοδο δουλεύει την πτυχιακή της και παράλληλα εργάζεται ως γραμματέας σε ιατρείο. 

 

Αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο που σπούδαζε στο νησί, όπου επίσης τη στήριζαν οι δικοί της, δεν έχει καταφέρει ακόμα να φύγει επί της ουσίας από το σπίτι. 

 

Η συγκατοίκηση με την πατρική οικογένεια τείνει να παρατείνεται με κόστος τόσο την συναισθηματική εξάρτηση από αυτήν όσο και την καθυστέρηση ενός αισθήματος ενηλικίωσης.
Η συγκατοίκηση με την πατρική οικογένεια τείνει να παρατείνεται με κόστος τόσο την συναισθηματική εξάρτηση από αυτήν όσο και την καθυστέρηση ενός αισθήματος ενηλικίωσης.

 

«Θα το ήθελα σίγουρα στο μέλλον. Είναι ένα από τα σχέδιά μου. Ο κυριότερος λόγος που δεν έχω φύγει ακόμη είναι ότι τελείωσα πρόσφατα με τη σχολή και επέστρεψα στην Αθήνα. Δεν έχω μαζέψει ακόμα αρκετά χρήματα για να κάνω ένα τέτοιο βήμα» λέει.

 

«Ήταν δύσκολη η προσαρμογή;» «Δυσκολεύτηκα να συνηθίσω, αλλά επειδή τώρα είμαι σε μια φάση που θέλω να τελειώσω τη σχολή και να χαράξω τη δική μου επαγγελματική πορεία, με απασχολεί περισσότερο αυτό, ώστε να μπορέσω όχι μόνο να φύγω αλλά και να αντεπεξέλθω οικονομικά για να μη χρειαστεί να ξαναγυρίσω. Έχω ακούσει από πολλούς φίλους ότι το προσπάθησαν, αλλά δεν τα κατάφεραν και ξαναγύρισαν στο πατρικό τους. Οπότε θέλω πρώτα να είμαι 100% σίγουρη ότι μπορώ να σταθώ στα πόδια μου» προσθέτει η Ελένη. 

 

Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς από τις απαντήσεις τους, ο οικονομικός παράγοντας είναι και η βασικότερη αιτία που δεν μπορούν να «πετάξουν» μακριά από τη «φωλιά». Πόσο μάλλον όταν τα ποσοστά ανεργίας στην Ελλάδα τη δεδομένη στιγμή ξεπερνούν το 20% (σ.σ. μεταξύ 25-29 η ανεργία είναι περίπου στο 31,1%).

 

Ο Παύλος «περπατάει» εδώ και μερικές εβδομάδες στα 30. Σπούδασε υπολογιστικά συστήματα, αλλά είναι άνεργος μια τριετία. Ζει με τη μητέρα του, αλλά, εκτός από την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας, δεν έχει εγκαταλείψει από το πατρικό του. 

 

«Ο κύριος λόγος είναι ο οικονομικός. Με απασχολεί και με επηρεάζει ψυχολογικά σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ντάξει, δεν το βάζω κάτω, αλλά είναι ένα από τα θέματα που συζητάω με τον ψυχολόγο μου». Του ζητάω να μου πει τι είναι αυτό που ελπίζει να αλλάξει στο μέλλον. «Να βρω μια δουλειά που θα μου δημιουργεί την απαραίτητη ψυχολογία για να την υποστηρίξω. Να μη με "τρώει" αυτό που θα κάνω. Από κει και πέρα, δεν έχω μακροπρόθεσμα σχέδια, π.χ. να κάνω οικογένεια. Δεν το έχω σκεφτεί σοβαρά». 

 

Πάμπολλες έρευνες και μελέτες έχουν δείξει ότι η οικονομική αβεβαιότητα, η ανασφάλεια για το μέλλον και η ανεργία μπορούν να επηρεάσουν την ψυχολογική μας κατάσταση σε πολύ μεγάλο βαθμό. Πώς επηρεάζουν, όμως, αυτές οι συνθήκες τους νέους και σε ποιον βαθμό; Επίσης, το γεγονός ότι ζουν ακόμη μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον λειτουργεί υποστηρικτικά ή δυσχεραίνει την κατάσταση; 

 

Η ψυχίατρος-ψυχαναλύτρια Χαρά Πάκου δίνει τη δική της εκτίμηση: «Είναι βέβαιο πως η οικονομική κρίση έχει δυσκολέψει την ανεξαρτητοποίηση των νέων, καθότι πώς μπορεί κανείς να αυτονομηθεί, δίχως οικονομική ανεξαρτησία;

 

Τόσο η οικονομική όσο και η κοινωνική ανασφάλεια που κυριαρχούν σε περιόδους κρίσεων έρχονται και ακουμπούν πάνω στο ήδη υπάρχον αίσθημα ανασφάλειας που συνοδεύει εκ των πραγμάτων κάθε βήμα αυτονόμησης και απομάκρυνσης από την οικογενειακή στέγη.


Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η συγκατοίκηση με την πατρική οικογένεια τείνει να παρατείνεται με κόστος τόσο την συναισθηματική εξάρτηση από αυτήν όσο και την καθυστέρηση ενός αισθήματος ενηλικίωσης.

 

Οι συνέπειες σε ψυχικό επίπεδο είναι πολλές, με σημαντικότερες την ψυχική καθήλωση των νέων στον ρόλο του παιδιού, την αποφυγή προσωπικών αναζητήσεων και ευθυνών καθώς και τη δυσκολία δημιουργίας συναισθηματικών δεσμών εκτός της οικογένειας.

 

Με λίγα λόγια, ο ήδη δύσκολος προσωπικός αγώνας για την κατάκτηση μιας αίσθησης εαυτού και η συνεπακόλουθη προσωπική ολοκλήρωση τείνουν να δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο.


Είναι γεγονός πως η ελληνική κοινωνία, πιθανά και λόγω των μεγάλων κοινωνικών αλλαγών του περασμένου αιώνα, χαρακτηρίζεται από μια επιρρέπεια στην παράταση σχέσεων εξάρτησης από την οικογένεια, κάτι το οποίο τείνει να αναδύεται και να επαναλαμβάνεται και στη σύγχρονη πραγματικότητα.

 

Η παραμονή στην οικογενειακή "φωλιά" μοιάζει για τους περισσότερους νεαρούς Έλληνες πιο οικείο σενάριο από τη συγκατοίκηση με συνομηλίκους, η οποία συνηθίζεται σε χώρες της βόρειας Ευρώπης.


Θα ήταν σφάλμα, βέβαια, να παραλείψουμε τη θετική χροιά της πραγματικότητας, η οποία υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ελληνική οικογένεια είναι κατά κύριο λόγο πρόθυμη να υποστηρίξει εμπράκτως τους νέους, έως ότου οι συνθήκες για την αυτονόμησή τους γίνουν πιο ευνοϊκές».