5 Αυγούστου σήμερα και το καμπανάκι της ποπ κουλτούρας χτυπά υπό τους ήχους του «I wanna be loved by you». Το ραντεβού της Μέριλιν Μονρόε με τους ζωντανούς ανανεώνεται γι’ άλλη μια χρονιά, την 56η από τον θάνατό της. Η οθόνη θα λάμπει προβάλλοντας τα «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθιές», «Πώς να παντρευτείτε έναν εκατομμυριούχο», «Ο πρίγκιπας και η χορεύτρια», «Μερικοί το προτιμούν καυτό». Από τα συρτάρια θα βγουν οι ατάκτως ερριμμένες λέξεις και σκέψεις που σημείωνε πάνω σε δεκάδες ημερολόγια, τετράδια, μπλοκάκια ξενοδοχείων.

 

Στον αέρα θα στραφταλίζει αστερόσκονη, στο μυαλό θα ηχούν οι βασανιστικές της κραυγές. Οι ερωτήσεις θα επανέλθουν... αναπάντητες. Τελικά, τι ήταν η Μέριλιν Μονρόε: μια φιλόδοξη ελαφρόμυαλη ή ένα είδωλο καταδικασμένο εξαρχής να δυστυχήσει; Το απόλυτο pin up girl ή η ατυχής κατάληξη ενός σπάνιου μυαλού με IQ 168;

 

«Γλυκός άγγελος του σεξ» που ενσάρκωσε τις περισσότερες ανδρικές φαντασιώσεις ή κορίτσι στο οποίο καθρεφτίστηκε όλη η παθογένεια της βιαστικής αμερικανικής βιομηχανίας του θεάματος;

 

Όλα είναι και φέτος εδώ, αλλά τίποτα δεν μας πείθει ότι θα ολοκληρωθεί επιτέλους αυτό το βασανιστικό και τόσο φανταχτερό κεφάλαιο της μυθολογίας των ’60s. 

 

Κανένα πρόσωπο δεν έλαμψε ποτέ πλατσουρίζοντας στη θάλασσα όπως εκείνη στα περίφημα πορτρέτα στην παραλία. Καμία δεν κούνησε γοφούς τόσο ανεπιτήδευτα, σαν να τρώει ηλιόσπορους. Καμία δεν πάσχισε σε όλη της τη ζωή να ναρκώσει τα αντανακλαστικά της μεγάλης σταρ που είχε στο DNA της.

 

Στο πιστοποιητικό θανάτου ως επίσημη αιτία αναφέρεται η αυτοκτονία. Τη βρήκαν ολόγυμνη, ρυπαρή, ταπεινωμένη και παραιτημένη. Κρατούσε στο ένα χέρι το ακουστικό του τηλεφώνου και στα λευκά σεντόνια ήταν σκορπισμένα τα χάπια. Ή, τουλάχιστον, έτσι είπαν τα επίσημα χείλη για να αφήσουν εμάς τους κοινούς θνητούς να υφαίνουμε ως σήμερα τον μύθο.

 

Χυμώδης, φλογερή, ανεπιτήδευτη, ψυχοπονιάρα, αργοπορημένη στα ραντεβού ‒ενίοτε εντελώς ασυνεπής‒, τραγική στην αποστήθιση των ρόλων, μονίμως ηττημένη από την ανελέητη μοναξιά της. 

Γέννημα θρέμμα της Ανατολικής Ακτής, ασφυκτιούσε με τα ρούχα κι εκτός από την περίφημη ατάκα για το Chanel Νο5 που φορούσε στον ύπνο, σπανίως έριχνε και την ημέρα κάτι επάνω της: μακιγιέζ, αμπιγιέζ, καμεραμέν, σκηνοθέτες, σερβιτόροι, ακόμα και δημοσιογράφοι είχαν τουλάχιστον μία ιστορία να διηγηθούν με την τσίτσιδη Μέριλιν.

 

Λάτρευε το σερφ και τη γιόγκα κι αν δεν την κατάπιναν οι καταχρήσεις, θα την έλεγες μέχρι και αθλητικό τύπο! Περιφρονούσε τα κοσμήματα και ως τυπική λάτρης του εφήμερου, απαξίωνε όλους εκείνους που μοχθούσαν για παλάτια και υλικά αγαθά. Σπίτι δικό της απέκτησε ένα, στο Μπρέντγουντ του Λος Άντζελες, κι εκεί άφησε την τελευταία της πνοή πριν από 56 χρόνια ακριβώς. Το ταμπελάκι απ’ έξω έγραφε 12305 Fifth Helena Drive, το ημερολόγιο Κυριακή 5 Αυγούστου 1962, το ρολόι έδειχνε 3:45 π.μ. και το τελευταίο μυθιστόρημα που διάβαζε ήταν το «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» της Χάρπερ Λι. 

 

Τη δική της ζωή κανένα βιβλίο δεν τη χώρεσε ποτέ ‒ κι αν έχουν γραφτεί κάμποσα. Η Μέριλιν ήταν φοβερή μαγείρισσα, αλλά στη ζωή τής ξέφευγε πάντα το αλατοπίπερο. Της άρεσε να ταλαιπωρείται από τα κείμενα του Τζέιμς Τζόις και του Σάμιουελ Μπέκετ, καμάρωνε για την ψαγμένη της βιβλιοθήκη και τα εστέτ λογοτεχνικά της γούστα, έλιωνε μπροστά στους πίνακες του Γκόγια, γιατί, όπως έλεγε, «μοιράζονταν τους ίδιους εφιάλτες», τη συγκινούσαν τα κλαράκια-χορεύτριες του Ντεγκά και το καταφύγιο στα, αν μη τι άλλο, συχνά αδιέξοδά της ήταν η «Αισθηματική Αγωγή» του Φλομπέρ και οι διδαχές του Φρόιντ.

 

Κατάφερνε να στριμώχνει τόνους κατάθλιψης στο γάργαρο γέλιο της, να μάχεται τη μοναξιά, γράφοντας απελπισμένες κι εμπύρετες επιστολές σε φίλους, συντρόφους, άγνωστους παραλήπτες, ψυχαναλυτές που απέφευγε να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο.

 

Στα μάγουλα άφηνε μια υπόνοια ροδαλού χρώματος, αλλά τα χείλια της κερνούσαν πάντοτε κατακόκκινες υποσχέσεις. Ακόμα και σήμερα οι εταιρείες καλλυντικών, όταν θέλουν να πείσουν για το πόσο φλογερό είναι ένα κραγιόν τους, το βαφτίζουν «Monroe». Φωτό: Milton Greene
Στα μάγουλα άφηνε μια υπόνοια ροδαλού χρώματος, αλλά τα χείλια της κερνούσαν πάντοτε κατακόκκινες υποσχέσεις. Ακόμα και σήμερα οι εταιρείες καλλυντικών, όταν θέλουν να πείσουν για το πόσο φλογερό είναι ένα κραγιόν τους, το βαφτίζουν «Monroe». Φωτό: Milton Greene

 

Ο Αβραάμ Λίνκολν ενσάρκωνε τον απόλυτο ήρωά της, διότι, όπως ανέφερε στην αυτοβιογραφία της «My Story», «ήταν ο μόνος διάσημος Αμερικανός που μου θύμιζε τον εαυτό μου, τουλάχιστον στην παιδική του ηλικία», ενώ στο μυαλό της πάντοτε στροβιλίζονταν οι αγαπημένοι στίχοι από τα «Φύλλα χλόης» του Γουόλτ Γουίτμαν.

 

Συγχρόνως της περίσσευε το νοιάξιμο για την εμφάνισή της: ήξερε μέχρι πού να μισοκλείσει τα μάτια για να χαρίσει υποσχέσεις και ποια γωνία του προσώπου της καψουρεύει την κάμερα, επιστράτευε και το τελευταίο γιατροσόφι για να διατηρεί τη λευκή της επιδερμίδα αστραφτερή και, σύμφωνα με τον μάνατζέρ της Τζόνι Χάιντ, δύο τουλάχιστον φορές ξάπλωσε στο χειρουργικό τραπέζι (για ρινοπλαστική και για ένα εμφύτευμα στο πηγούνι).

 

Στα μάγουλα άφηνε μια υπόνοια ροδαλού χρώματος, αλλά τα χείλια της κερνούσαν πάντοτε κατακόκκινες υποσχέσεις. Ακόμα και σήμερα οι εταιρείες καλλυντικών, όταν θέλουν να πείσουν για το πόσο φλογερό είναι ένα κραγιόν τους, το βαφτίζουν «Monroe». 

 

Στην περίπτωσή της, το πρόσωπό της ουδέποτε ήταν ο καθρέφτης της ψυχής. Απεναντίας, μεταξύ τους υπήρξε μια αέναη ανακολουθία. Αυτή η έκρηξη χαράς που συχνά διάβαζες στα λαμπερά μάτια και το χαμόγελό της έκρυβε μια κατακερματισμένη καρδιά.

 

«Η εικόνα μου είναι ένα τέρας, ένα είδος Φρανκεστάιν. Εγώ τη δημιούργησα και τώρα είμαι υποχρεωμένη να την αντέχω. Είμαι θύμα της» παραδεχόταν. Ενώ σε κάποιο πλάνο του ντοκιμαντέρ «Love, Marilyn» της Λιζ Γκάρμπους ακούγεται να λέει: «Είμαι η Μ.Μ. και δεν μου επιτρέπεται να έχω προβλήματα, να είμαι οξύθυμη, πόσο μάλλον αισθηματίας».

 

Κι όμως, τριάντα έξι χρόνια που άντεξε να ζήσει αρκούσαν για τη δημιουργία ενός μύθου που προφανώς δεν θα εξηγήσουμε ποτέ. Τριάντα έξι χρόνια που οι φωτογράφοι την πολιορκούσαν για μια σέξι πόζα κι εκείνη παρακαλούσε να την απαθανατίζουν μπροστά από βιβλιοθήκες, να διαβάζει Τζέιμς Τζόις.

 

Τριάντα έξι χρόνια που όλοι κόπιασαν να την αναδείξουν σύμβολο του σεξ και της ελευθερίας στη μεταπολεμική κινηματογραφική βιομηχανία, ενώ εκείνη το μόνο που κυριολεκτικά ποθούσε ήταν η απόλυτη αφοσίωση, που μάλλον κανείς δεν της ζήτησε ποτέ.

 

Τριάντα έξι χρόνια πάλευε να ακυρώσει μια περσόνα που για να την δημιουργήσει είχε ανεχτεί να ποζάρει γυμνή για μερικά ψωροδόλαρα, να αμείβεται λιγότερο από τους συμπρωταγωνιστές της, να την εξευτελίζουν όσοι της πουλούσαν ελπίδα, όνειρα και, κυρίως, συναίσθημα.

 

Η Μέριλιν Μονρόε δίνει performance για τον αμερικανικό στρατό.
Η Μέριλιν Μονρόε δίνει performance για τον αμερικανικό στρατό.

 

Όπως είπε κάποτε ο Άρθουρ Μίλερ: «Η Μέριλιν είναι μια ποιήτρια στη γωνιά του δρόμου που πασχίζει να απαγγείλει στίχους σ’ ένα πλήθος που της τραβάει τα ρούχα».

 

Όμως η αναζήτηση ταυτότητας ήταν κάτι που άρχισε να τη βασανίζει με το που ήρθε στον κόσμο. Στο πιστοποιητικό γέννησης αναφέρεται ως Νόρμα Τζιν Μόρτενσον, αλλά στη βάφτιση την είπαν Νόρμα Τζιν Μπέικερ. Όταν ήταν μοντέλο πότε έπαιρνε δουλειές ως Τζιν Νόρμαν και πότε ως Μόνα Μονρόε.

 

Όταν πρωτογλυκάθηκε από τον κινηματογράφο ήθελε να κάνει καριέρα δανειζόμενη το όνομα της Καναδής ηθοποιού Jean Adair. Στα ξενοδοχεία κρυβόταν πίσω από ψευδώνυμα όπως το Ζίλντα Ζονκ και οι ψυχιατρικές κλινικές την περιέθαλπταν ως Φέι Μίλερ.

 

«Άνθρωποι σαν εμένα είναι λάθος να μπαίνουν στη διαδικασία της αυτοανάλυσης... Δεν έχει και τόση πλάκα να γνωρίζεις τον εαυτό σου ή να νομίζεις ότι τον γνωρίζεις. Όλοι έχουμε ανάγκη απ’ τις μικροαπάτες για να προχωρήσουμε» έγραφε στα ημερολόγιά της.

 

Κι έπειτα, ήταν κι αυτή η πρώτη μεγάλη απάτη της ζωή της για την οποία ενδόμυχα τιμωρούσε διαρκώς τον εαυτό της. Παιδί αγνώστου πατρός και μιας ψυχολογικά ασταθούς μητέρας (Γκλάντις Περλ Μπέικερ), η Μέριλιν μπαινόβγαινε από εννέα ετών στα ορφανοτροφεία.

 

Στα 11 ξέμεινε σε μια φίλη της μαμάς της και στα 16 παντρεύτηκε τον πρώτο τυχόντα, τον τεχνίτη Τζέιμς Ντόχερτι, για να γλιτώσει από τους αλλεπάλληλους εγκλεισμούς και τις κακοποιήσεις. Στα 20 κρατούσε ήδη στα χέρια το πρώτο διαζευκτήριο.

 

Ήταν τέτοια η μανία της να ανήκει κάπου, να έχει μια τρυφερή αναφορά στο παιδικό άλμπουμ, που κάποτε έφαγε τον κόσμο να ψάχνει ένα λευκό πιανάκι, δώρο της μητέρας της, το οποίο εκείνη ξεφορτώθηκε σε κάποιον παλαιοπώλη πριν απολέσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Η Μέριλιν τελικά το βρήκε και το κράτησε στο σπίτι της σε περίοπτη θέση.

 

Κάπου ανάμεσα στο «Οι άνδρες προτιμούν τις ξανθιές» και το «Επτά χρόνια φαγούρα» παντρεύτηκε τον θρύλο του μπέιζμπολ Τζο ΝτιΜάτζιο, αλλά το μόνο που απέμεινε από τους εννέα μήνες έγγαμου βίου ήταν η επανασύνδεση λίγο πριν από την αυτοκτονία της, τα βράδια που της διάβαζε ποίηση για να τη γλιτώσει από τις καταχρήσεις και η υπόσχεση που της έδωσε ‒και τήρησε‒ να της αφήνει στον τάφο έξι κόκκινα τριαντάφυλλα, τρεις φορές την εβδομάδα, αν πέθαινε πριν από εκείνον.

 

Από την άλλη, τη θυελλώδη σχέση της τον Άρθουρ Μίλερ την περιγράφουν συγκλονιστικά οι δικές της κουβέντες: «Είναι ο μόνος άνθρωπος που εμπιστεύομαι όσο και τον εαυτό μου» έγραφε ανυποψίαστη το 1956, βουτώντας με λαχτάρα σε έναν ακόμα ιδανικό σύντροφο. «Δεν μπορεί να μ’ αντέξει. Έρχεται από άλλο κόσμο» κατέληγε δύο χρόνια μετά.

 

«Η εικόνα μου είναι ένα τέρας, ένα είδος Φρανκεστάιν. Εγώ τη δημιούργησα και τώρα είμαι υποχρεωμένη να την αντέχω. Είμαι θύμα της» παραδεχόταν.Φωτό: Douglas Kirkland
«Η εικόνα μου είναι ένα τέρας, ένα είδος Φρανκεστάιν. Εγώ τη δημιούργησα και τώρα είμαι υποχρεωμένη να την αντέχω. Είμαι θύμα της» παραδεχόταν.Φωτό: Douglas Kirkland

 

Η Μέριλιν προσπαθούσε απεγνωσμένα να του χαρίσει ένα παιδί και μερικές από τις πιο σπαρακτικές φράσεις στα ημερολόγιά της (αποσπάσματά τους κυκλοφόρησαν πριν από μερικά χρόνια σε έναν τόμο με τίτλο «Fragments: Poems, Intimate Notes, Letters») αφορούν αυτήν την ανεκπλήρωτη επιθυμία.

 

«Νομίζω ότι μισώ το μέρος, επειδή δεν υπάρχει αγάπη πουθενά... Είναι κι αυτά τα λεία, πράσινα φύλλα στα δέντρα των 175 ετών. Σαν να κάνεις παιδιά στα 90 σου» έγραφε το καλοκαίρι του 1957 από το νεοαποκτηθέν σπίτι τους στο Κονέκτικατ. Λίγες μέρες αργότερα, το δραματικό σίκουελ αναφέρει: «Μην κλαις, κουκλίτσα μου, μην κλαις/ εγώ θα σε κρατήσω και θα σε νανουρίσω/ στα ψέματα το έκανα/ δεν είμαι η μαμά σου που πέθανε».

 

Ο Άρθουρ Μίλερ, όμως, αντάλλασσε τη μητρότητα με... κινηματογραφικά σενάρια. Να, όπως συνέβη με τους «Αταίριαστους», που της πρόσφερε ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου. Η συνέχεια, απολύτως συνεπής με τον παραλογισμό αυτής της σχέσης: εκείνη μίσησε τον ρόλο και οι κριτικοί επιμένουν ακόμα ότι επρόκειτο για την κορυφαία ερμηνεία της καριέρας της.

 

Θέλοντας να μην αφήσει κανένα περιθώριο για αυθαίρετες από το κοινό ερμηνείες, ο συγγραφέας έγραψε το 1964 το «Μετά την πτώση» και χάρισε στη μυθολογία των ’60s μια ρεαλιστικότατη απεικόνιση του γάμου του με την Αμερικανίδα ηθοποιό.

 

Η ηρωίδα λεγόταν Μάγκι και όχι Μέριλιν κι ήταν μια μέτρια, λαϊκή τραγουδίστρια, βουτηγμένη στους εθισμούς, που τυραννούσε τον σύζυγό της για να ταΐζει την ανασφάλειά της (υπάρχει, άραγε, κανείς που δεν έκανε την ταύτιση;).

 

Αλλά εκείνη διέρρηξε τις σχέσεις της με το σύμπαν του Μίλερ όταν σε μια ατυχή στιγμή «σκόνταψε» πάνω στο ανοιχτό ημερολόγιό του και διάβασε τη λέξη «ντροπή», με την οποία εκείνος σημείωνε τις φορές που την είχε συστήσει στον κοινωνικό του περίγυρο.

 

«Νομίζω ότι πάντοτε με τρόμαζε η ιδέα να γίνω η γυναίκα κάποιου. Η ίδια η ζωή μού έχει μάθει ότι κανείς δεν μπορεί ν’ αγαπηθεί στ’ αλήθεια» σημείωνε έπειτα στις δικές της σελίδες.

 

Στον χρόνο που μεσολάβησε από το διαζύγιό της με το ιερό τέρας των αμερικανικών γραμμάτων μέχρι τη μοιραία νύχτα της 5ης Αυγούστου 1962 η Μέριλιν βιάστηκε να τα κάνει όλα.

 

Νοσηλεύτηκε σε κλινική, ξαναερωτεύτηκε τον ΝτιΜάτζιο κι ετοιμαζόταν να τον παντρευτεί πάλι, ονειρεύτηκε ότι ήρθε η ώρα να ερμηνεύσει λατρεμένους σαιξπηρικούς ρόλους (βλέπε λαίδη Μάκβεθ), είχε στα σκαριά μια δεύτερη εταιρεία παραγωγής παρεΐτσα με τον Μάρλον Μπράντο, διέκοψε τα γυρίσματα της ταινίας «Something’s got to give» επειδή παρέπαιε ψυχολογικά, στριμώχτηκε πίσω από τα 2.500 κεντημένα στρας ενός ημιδιάφανου φορέματος για να τραγουδήσει όσο πιο λάγνα άντεχε «Happy birthday, Mr. President» σε ένα κατάμεστο Madison Square Garden, έζησε ένα φημολογούμενο, σύντομο και παράνομο ερωτικό πινγκ-πονγκ με τα αδέρφια Τζον και Ρόμπερτ Κένεντι.

 

Σε αυτό υπήρχαν γερές δόσεις θρίλερ, πολιτικά σκάνδαλα, υπόνοιες εγκλήματος, σενάρια κατασκοπείας, μυστηριώδεις αντιφάσεις και πρωταγωνιστές ένας Αμερικανός Πρόεδρος, ο αδερφός του ‒υπουργός Δικαιοσύνης εκείνη την περίοδο‒, οι επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, διάφορες ειδικότητες γιατρών και μια αινιγματική οικονόμος.

 

Σε ένα σπίτι γεμάτο κοριούς, βαρβιτουρικά, μυστικά, δυστυχία, σελίδες με σημειώσεις για την προετοιμασία ενός απελπισμένου γάμου, κόκκινα, μαύρα, δερμάτινα ημερολόγια, ηχογραφημένες κουβέντες, έγγραφα που άφηναν έκθετη την πρώτη οικογένεια της Αμερικής και με την ανάσα των Κένεντι να την ακολουθεί σαν σκιά, η Μέριλιν Μονρόε έφυγε όπως έζησε: μόνη.

 

Ήταν τέτοια η μανία της να ανήκει κάπου, να έχει μια τρυφερή αναφορά στο παιδικό άλμπουμ, που κάποτε έφαγε τον κόσμο να ψάχνει ένα λευκό πιανάκι, δώρο της μητέρας της, το οποίο εκείνη ξεφορτώθηκε σε κάποιον παλαιοπώλη πριν απολέσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.
Ήταν τέτοια η μανία της να ανήκει κάπου, να έχει μια τρυφερή αναφορά στο παιδικό άλμπουμ, που κάποτε έφαγε τον κόσμο να ψάχνει ένα λευκό πιανάκι, δώρο της μητέρας της, το οποίο εκείνη ξεφορτώθηκε σε κάποιον παλαιοπώλη πριν απολέσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.

 

Στο πιστοποιητικό θανάτου ως επίσημη αιτία αναφέρεται η αυτοκτονία. Τη βρήκαν ολόγυμνη, ρυπαρή, ταπεινωμένη και παραιτημένη. Κρατούσε στο ένα χέρι το ακουστικό του τηλεφώνου και στα λευκά σεντόνια ήταν σκορπισμένα τα χάπια. Ή, τουλάχιστον, έτσι είπαν τα επίσημα χείλη για να αφήσουν εμάς τους κοινούς θνητούς να υφαίνουμε ως σήμερα τον μύθο.

 

Η τελευταία πράξη γράφτηκε στις 8 Αυγούστου στο κοιμητήριο του Γουέστγουντ Βίλατζ. Ο Άρθουρ Μίλερ ήταν άφαντος, αρνούμενος να συμπληρώσει την ομάδα των τεθλιμμένων υποκριτών. Ο «τελετάρχης» της κηδείας Τζο ΝτιΜάτζιο ψιθύριζε πάνω από το φέρετρο «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ», ο Λι Στράσμπεργκ, λατρεμένος της δάσκαλος, διευθυντής του Actors Studio και άνθρωπος στον οποίο κληροδότησε σχεδόν τα πάντα, διάβασε τον επικήδειο λόγο και η Τζούντι Γκάρλαντ ακουγόταν να τραγουδά «Somewhere over the rainbow/ Skies are blue/ And the dreams that you dare to dream/ Really do come true» καθώς οι 30 περίπου παρευρισκόμενοι είχαν επιλέξει να την αποχαιρετήσουν με το «Over the Rainbow» από τον «Μάγο του Οζ».

 

Απέναντί τους είχαν το σώμα ενός σμπαραλιασμένου ειδώλου που φορούσε ένα ζέρσεϊ Pucci φόρεμα στο χρώμα του πράσινου μήλου και στα χέρια κρατούσε ένα μπουκέτο από μικρά ροζ τριαντάφυλλα ‒ εκεί, μέχρι τέλους να μας υπενθυμίζει τη χαμένη της αθωότητα.

 

Το κόκκινο κραγιόν και η μαύρη γραμμή του eyeliner είχαν ξεθωριάσει. Στο κεφάλι φορούσε μια πλατινέ περούκα, καθώς τα μπουκλοτά της μαλλιά είχαν ξυριστεί κατά τη διάρκεια της νεκροτομής. Ό,τι την είχε αναδείξει στη διασημότερη σέξι ξανθιά της χολιγουντιανής ιστορίας είχε γίνει σκόνη.

 

Η Μέριλιν είχε επιτέλους νικήσει τα στερεότυπα. Η ποπ κουλτούρα μπορούσε, πια, ανενόχλητη να αναλάβει δράση...