Ο ΜΑΡΛΟΝ ΜΠΡΑΝΤΟ, ο Τζέιμς Κόμπερν, ο Γουόρεν Μπίτι, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο, ο Ρίτσαρντ Ντρέιφους, ο Μάρτιν Σιν, ο Χάρβεϊ Καϊτέλ... Μερικά από τα διασημότερα ονόματα του αμερικανικού κινηματογράφου είχαν την τύχη να μαθητεύσουν κοντά της, ν' αντλήσουν από την ποιότητα της σκέψης της και από τη ζωτικότητά της και να εμποτιστούν από το όραμα που εκείνη έτρεφε για τους ηθοποιούς ως εν δυνάμει φορείς της ποίησης και της αλήθειας.

 

Ο λόγος για τη Στέλλα Άντλερ (1901-1992), μια από τις ηγετικές μορφές της καλλιτεχνικής σκηνής των ΗΠΑ, η διδασκαλία της οποίας ξεδιπλώνεται στον τόμο «Η τέχνη του ηθοποιού». Ένα έργο αναφοράς που μεταφράστηκε από τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Σύλλα Τζουμέρκα, πρωτοκυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίνδικτος το 2007 και, πρόσφατα, ανατυπώθηκε.

 

Εξοικειωμένη με το σανίδι από νήπιο, καθώς ήταν κόρη ηθοποιών του θεάτρου γίντις, η Στέλλα Άντλερ γύρισε το 1931 την πλάτη σε μια επιτυχημένη ως τότε καριέρα και, ακολουθώντας τον οραματιστή Χάρολντ Κλέρμαν (τον δεύτερο από τους τρεις συζύγους της), συμμετείχε στην ίδρυση του περίφημου Group Theatre, του θιάσου δηλαδή που, στη ζοφερή περίοδο του κραχ, έγινε φάρος για όσους πίστευαν ότι το θέατρο μπορεί να προσφέρει πολύ παραπάνω από σκέτη διασκέδαση κι από τα σπλάχνα του οποίου αναδύθηκαν αργότερα κι άλλοι παιδαγωγοί, με γνωστότερο τον Λι Στράσμπεργκ.

 

Οι καυγάδες της Άντλερ με τον τελευταίο, ως προς την ερμηνεία της μεθόδου του Στανισλάφσκι, υπήρξαν ομηρικοί. Μόνο εκείνη, όμως, είχε δουλέψει επί μήνες κοντά στον Ρώσο δάσκαλο στο Παρίσι. Και όπως τόνιζε, στην καρδιά της δουλειάς του ηθοποιού δεν είναι η ανάκληση βιωμένων αισθημάτων αλλά, κυρίως, η καλλιέργεια της ευφυΐας και της φαντασίας του.

 

«Η έκρηξη του Μπράντο είναι μνημειώδης», λέει, «γιατί τα επτά όγδοά της είναι κρυμμένα. Χίλιες φορές καλύτερα να είστε θυμωμένοι με τον Θεό ή με την ανθρωπότητα, παρά να έχετε αυτό το είδος του θυμού που είναι νταηλίκι». Αντίστοιχα μνημειώδης ήταν και ο σεβασμός που έτρεφε ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός για τη δασκάλα του.

 

Τα περισσότερα κεφάλαια του «Η τέχνη του ηθοποιού» στηρίζονται σε κασέτες με ηχογραφήσεις μαθημάτων της Άντλερ και σε σημειώσεις των μαθητών της, και καλύπτουν την περίοδο 1970-1986. Διαβάζοντάς τα είναι σαν να τη βλέπεις: αγέρωχη, καυστική, σχεδόν απειλητική, παθιασμένη. Ό,τι κι αν φαντάζονταν οι μαθητές της, δεν τους προετοίμαζε για να σταδιοδρομήσουν στην μικρή ή τη μεγάλη οθόνη αλλά για ν' αναμετρηθούν με κείμενα «ιερά».

 

Το θέατρο γι' αυτήν ήταν το σημείο σύγκλισης της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της οικονομίας, της ψυχολογίας, του χρώματος και του φωτός. Εξού και η έλλειψη υπομονής εκ μέρους της απέναντι σ' όσους δεν μοιράζονταν τη δική της αριστοκρατική αντίληψη περί τέχνης.

 

«Ζούμε σε μια εποχή που τιμά τη μικρότητα» υπενθυμίζει στους μαθητές της. «Η σκηνή όμως πάνω στην οποία θα στέκεστε είναι μεγάλη. Ο συγγραφέας είναι μεγάλος. Μόνο εσείς είστε μικροί». Πώς αναπτύσσει, λοιπόν, κανείς μεγαλύτερο «μέγεθος»; Πώς αποκτά την απαραίτητη αυτοπεποίθηση για να υπηρετήσει μια παράδοση χιλιάδων ετών;

 

«Πρέπει να μελετάτε το θέατρο όπως ένας παπάς ή ένας ραβίνος τις γραφές. Για το ότι το θέατρο σήμερα έχει ευτελιστεί φταίει ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε ευτελείς» επιμένει η Άντλερ. «Το ότι είστε Αμερικανοί έχει υποσκάψει την ενέργειά σας. Σας στερεί αισθήματα, μνήμες, συγκινήσεις, ένστικτα, καταγωγή. Γιατί; Γιατί είμαστε "ανεξάρτητοι"! Νομίζουμε ότι μπορούμε να ξεκινάμε όποτε θέλουμε. Δεν είναι παράλογο; Βγήκατε από ένα καλούπι. Πρέπει ν' αρχίσετε να εισχωρείτε στις ζωές των άλλων ανθρώπων, ώστε να προχωρήσετε πιο πέρα από αυτό το βαρετό, προσωπικό, εγωκεντρικό πράγμα που το περνάτε για "πραγματική" ζωή».

 

Με συνεχείς αναφορές σε έργα του Σοφοκλή, του Σαίξπηρ, του Ίψεν, του Ο' Νιλ, του Τσέχοφ, του Τ. Ουίλιαμς, του Α. Μίλερ, του Ε. Άλμπι και άλλων κορυφαίων δραματουργών, η Άντλερ δίνει στους μαθητές της τα κλειδιά για να ξεσκεπάζουν τα μυστικά των λέξεων και ν' αποθησαυρίζουν τις οικουμενικές ιδέες που διαπερνούν τα έργα, να ανιχνεύουν τις κοινωνικές συνθήκες μέσα από τις οποίες προκύπτουν οι θεατρικοί χαρακτήρες, να νιώσουν στο πετσί τους το κοστούμι του ρόλου τους.

 

Απαιτεί να σέβονται τις ασκήσεις που τους βάζει, λες και θα τις κάνουν όχι στην τάξη αλλά στη Σκάλα του Μιλάνου. Κι όποτε απογοητεύεται από τις επιδόσεις τους, τους παραπέμπει στις επιδόσεις άλλων, όπως του Μπράντο/Κοβάλσκι στο «Λεωφορείο ο πόθος», που επιτίθεται στην Μπλανς Ντιμπουά από θυμό κι από απόγνωση, επειδή, όπως εξηγεί η Άντλερ, δεν διαθέτει την πνευματική της ρώμη.

 

«Η έκρηξη του Μπράντο είναι μνημειώδης», λέει, «γιατί τα επτά όγδοά της είναι κρυμμένα. Χίλιες φορές καλύτερα να είστε θυμωμένοι με τον Θεό ή με την ανθρωπότητα, παρά να έχετε αυτό το είδος του θυμού που είναι νταηλίκι».

 

Αντίστοιχα μνημειώδης ήταν και ο σεβασμός που έτρεφε ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός για τη δασκάλα του. «Σε αντίθεση με πολλούς άλλους διάσημους δασκάλους των επονομαζόμενων "μεθόδων" υποκριτικής, η Άντλερ δεν επέτρεψε ποτέ τη χυδαία τους εκμετάλλευση. Το αποτέλεσμα ήταν η συνεισφορά της στη θεατρική παιδεία να παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη και παραγνωρισμένη» γράφει ο ίδιος στο σύντομο προλογικό του. «Της είμαι ευγνώμων».