«Πρωτοσυναντηθήκαμε το 1970, με αφορμή την επικείμενη τότε έκδοση των Δεκαοχτώ κειμένων. Ο Τσίρκας υπήρξε από τους βασικούς μοχλούς αυτής της ιστορίας. Διέθετε πείρα, όχι συνωμοτική, αλλά οργανωτική για τέτοιου είδους κινήσεις. Άνθρωπος ευφυής και μετριοπαθής, είχε υποστεί την επίθεση της κομματικής αριστεράς για την τριλογία. Και καθώς η ασφάλεια είχε εντοπίσει όλους όσοι μετείχαν σ’ αυτή την προσπάθεια, η θέση του ήταν ιδιαίτερα επισφαλής. Το γεγονός ότι στην έκδοση συμμετείχαν συγγραφείς από τελείως διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους είχε ως συνέπεια να προκληθούν εκρηκτικές καταστά- σεις. Ο Τσίρκας βρέθηκε στη μέση, έτοιμος να συμφιλιώσει τους πάντες. Το ίδιο αποφασιστικός ήταν ο ρόλος του και στη στάση του Σεφέρη απέναντι στη χούντα. Αν κάμφθηκαν οι δισταγμοί του Σεφέρη και προχώρησε τελικά στη δήλωσή του, στον Τσίρκα οφείλεται. 

 

Στις αρχές της δεκαετίας του '70 και για τρία τέσσερα χρόνια η επαφή μας ήταν σχεδόν καθημερινή. Τα μεσημέρια συναντιόμασταν στα γραφεία του Κέδρου, στέκι για πολλούς συγγραφείς εκείνη την εποχή. Και τα βράδια, συντροφιά με την Τζόυ Κουλεντιανού και με τον Νίκο Καββαδία, όποτε δεν έλειπε στα καράβια, πηγαίναμε στην Κυρά Ζωή, μια ιδιωτική περίπου ταβέρνα στις παρυφές του Λυκαβηττού, που έπρεπε να ξέρεις να χτυπήσεις την πόρτα για να μπεις. 

 

Ο Τσίρκας προπορευόταν της εποχής του. Η εκτίμησή του για την πορεία, τις προοπτικές και τα λάθη του αριστερού κινήματος είχαν ήδη περάσει στα γραπτά του. Πράγματα που σήμερα φαίνονται αυτονόητα, τότε κάθε άλλο παρά αυτονόητα ήταν.

 

Ήταν πολύ φίλος με τον Κόλλια, κι ας μην παρασυρόταν πάντα από τις τρέλες του. Μεγάλο όνομα στην ποίηση ο Καββαδίας, τον είχε υπό τη σκέπη του. Σε μια εποχή που ο Τσίρκας δεχόταν πόλεμο από τους διανοούμενους της αριστεράς, τον πήρε από το χέρι, τον πήγε να φωτογραφηθούν μαζί στο πιο κεντρικό φωτογραφείο κι απαίτησε να μπει η φωτογραφία τους στην προθήκη! 

 

Ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερός μου, αλλά η σχέση μας ήταν ισότιμη, με αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμό. Σε αντίθεση με άλλους ομοτέχνους που απολαμβάνουν να κρατούν σε απόσταση τους νεώτερους, εκείνος πολύ γρήγορα μου ζήτησε να του μιλώ στον ενικό. Συζητούσαμε για πολλά, κυρίως για γυναίκες. Είχε γίνει, θυμάμαι, μάρτυρας μιας δυσάρεστης σκηνής ανάμεσα σ’ εμένα και την τότε κοπέλα μου. «Τι κάνεις βρε;», μου είπε αργότερα. «Η γυναίκα είναι σαν το βιολί. Όσο περισσότερο το παίζεις, τόσο καλύτερους ήχους βγάζει. Μη σκορπίζεσαι με πολλές!». 

 

Κάναμε βέβαια και πολιτικές συζητήσεις. Ο Τσίρκας προπορευόταν της εποχής του. Η εκτίμησή του για την πορεία, τις προοπτικές και τα λάθη του αριστερού κινήματος είχαν ήδη περάσει στα γραπτά του. Πράγματα που σήμερα φαίνονται αυτονόητα, τότε κάθε άλλο παρά αυτονόητα ήταν. Μιλούσαμε φυσικά και για την τέχνη μας. Ήταν ανοιχτός στις κρίσεις των άλλων. Μια φορά εξέφρασα κάποιες αντιρρήσεις για ένα σημείο της Λέσχης ή της Αριάγνης, δεν θυμάμαι. Το κουβέντιασε. Δεν με αποπήρε. Δικά μου χειρόγραφα δεν του έδειξα ποτέ – σε κανέναν δεν τα δείχνω. Πολλές όμως από τις επιστολές των μεταναστών στις οποίες βασίστηκαν τα Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60, ο Τσίρκας μού τις είχε δώσει. 

 

Ο Γιάννης κουβαλούσε μέσα του έναν άλλο πολιτισμό, τον πολιτισμό της παροικίας. Δεν ήταν από τους διανοουμένους που κραυγάζουν. Ήταν διανοούμενος πραγματικός. Άνθρωπος γεωχαρής. Και το μάτι του έπαιζε, και το κρασί του άρεσε. Τον ενδιέφερε η ζωή πάρα πολύ. Δεν είχε πολλά χρήματα αλλά ήταν πάντα αξιοπρεπής. Έδινε –πάντα διακριτικά– μεγάλα πουρμπουάρ. Όχι για να εξαγοράσει τα γκαρσόνια, αλλά από κατανόηση του μόχθου τους. Η υποτροφία του ιδρύματος Φορντ ήταν μια τονωτική ένεση για τα οικονομικά του, και την είχε αποδεχτεί χωρίς αναστολές. Η σχετική παραφιλολογία ξεκίνησε από εκείνους που είχαν ζητήσει υποτροφία αλλά τους την αρνήθηκαν. Μετά την πτώση των συνταγματαρχών πήρε τιμητική σύνταξη από το κράτος. Κι ήταν σύνταξη β ́ κατηγορίας... 

 

_____________

Η μαρτυρία του Θανάση Βαλτινού πρωτοδημοσιεύτηκε στην «Ε» το 2000, συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο της Σταυρούλας Παπασπύρου «Χωρίς μαγνητόφωνο» (εκδ. Πόλις) και αναδημοσιεύεται με την άδειά της.