«Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;», «Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος», «Μέχρι πού μπορείς να φτάσεις, όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;»: αυτά τα τρία κεντρικά ερωτήματα αιωρούνται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης της «Τριλογία της Αθήνας» της Ευτυχίας Γιαννάκη.


Η συγκεκριμένη σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων εμπεριέχει διαχρονικά ζητήματα, χαρακτήρες, τόπους και πρόσωπα που συνδέονται μεταξύ τους και ξετυλίγονται μέσω μιας καθηλωτικής αφήγησης. Η συγγραφέας Ευτυχία Γιαννάκη ξεχωρίζει, επειδή φιλοτεχνεί μια πολυεπίπεδη αστυνομική πλοκή, κάνοντας την Αθήνα πρωταγωνίστρια των έργων της.


Έτσι, καταφέρνει να συνθέσει μια τοιχογραφία των ανθρώπων της πόλης, να εκφράσει το δικό της κοινωνικό σχόλιο και να δημιουργήσει ένα επιτυχημένο ψυχογράφημα όλων όσα απασχολούν σήμερα τη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Σκέψεις, προβληματισμοί, στοχασμοί και ερωτήματα για τη μνήμη, το παρελθόν και την απώλεια υφαίνονται με εξαιρετικό τρόπο στο συγγραφικό σύμπαν της Ευτυχίας Γιαννάκη.


Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε πληροφορική, μουσική τεχνολογία και επικοινωνία, ενώ εργάστηκε αρκετά χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Πέρα από τη συγγραφή των αστυνομικών μυθιστορημάτων, καταπιάνεται και με το παιδικό μυστήριο και τα θεατρικά έργα.

 

Δεν είμαστε δυνάμει θύτες και θύματα, είμαστε ή υπήρξαμε όλοι θύτες και θύματα καταστάσεων, συγκυριών, ανθρώπων, πολλές φορές, δε, είμαστε θύτες και θύματα ταυτόχρονα. Εθελοτυφλούμε, αν θέλουμε να βλέπουμε την ανθρώπινη φύση με όρους λευκού και μαύρου. 


Συναντηθήκαμε ένα ηλιόλουστο μεσημέρι στα γραφεία των εκδόσεων Ίκαρος στο κέντρο της Αθήνας. Το αστυνομικό μυθιστόρημα αποτελεί για την ίδια, πέρα από μια εσωτερική ανάγκη, το κύριο μέσο έκφρασης. Γράφει πάντα ακούγοντας μουσική. Της αρέσουν οι περιπλανήσεις στην πόλη, όπως και τα ταξίδια. Μένει στο Κουκάκι, το οποίο «είναι το μέρος όπου γεννήθηκα, ο τόπος των βιβλίων μου. Το φωτεινό σκοτεινό χωριό μου μέσα στην πόλη. Ο ομφαλός του δικού μου μυστήριου κόσμου».


Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για την Αθήνα, τους κοινωνικούς προβληματισμούς, τη βία και το έγκλημα, την παθογένεια της ελληνικής οικογένειας, την ευτυχία αλλά και για το τι θεωρεί σημαντικό στη ζωή.

 

Η ελληνική οικογένεια είναι μια ψηφίδα που συνθέτει την ελληνική κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά που αντιλαμβανόμαστε ή διαισθανόμαστε ότι αυτή έχει. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η ελληνική οικογένεια είναι μια ψηφίδα που συνθέτει την ελληνική κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά που αντιλαμβανόμαστε ή διαισθανόμαστε ότι αυτή έχει. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε και τι θυμάστε πιο έντονα από την παιδική σας ηλικία;

Γεννήθηκα στην Αθήνα και μετά έφυγα για τη Σάμο και την Κύπρο σε μια ταραγμένη περίοδο, λίγο μετά την εισβολή. Ακολούθησαν η Θεσσαλονίκη και η Ρόδος, προτού επιστρέψω οριστικά στην Αθήνα, στο γυμνάσιο πια. Η δουλειά του πατέρα μου επέβαλλε συχνές μετακινήσεις και με έναν τρόπο από την αρχή όλα προδιέγραφαν το τέλος. Σύντομα κατάλαβα ότι η ζωή δεν κουβαλούσε βεβαιότητες. Ήταν απλώς ό,τι μεσολαβούσε ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα, ήταν αυτό που άρχιζε για να τελειώσει. Όπως λένε, η ζωή είναι ένα ταξίδι από το οποίο κανείς δεν βγαίνει ζωντανός, έτσι και η παιδική ηλικία είναι ένα ταξίδι από το οποίο κανείς δεν βγαίνει παιδί. Οι αναμνήσεις από τα θραύσματα εκείνης της περιόδου δεν έχουν καμία αντικειμενικότητα, φέρουν όμως πάντοτε ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό φορτίο που για εμένα παραμένει συνδεδεμένο με τις ονειρικές αφηγήσεις και τα παραμύθια της μητέρας μου. Οι τόποι άλλαζαν, οι ιστορίες έμεναν. Έκτοτε, «γράφω» σημαίνει «επινοώ τον δικό μου τόπο για να βυθιστώ».


— Γιατί στα βιβλία σας επιλέγετε την πόλη και συγκεκριμένα την Αθήνα ως πρωταγωνίστρια;

Η Αθήνα είναι ένα σχήμα, η αναζήτηση ενός κέντρου στον έκκεντρο κόσμο μου. Έχει τα χαρακτηριστικά της μητρόπολης, μέσα στην οποία φωλιάζουν εκατομμύρια ιστορίες, σπινθηρισμοί αυτών που ξεκινούν, μουρμουρητά αυτών που αποσύρονται, προσδοκίες και διαψεύσεις, κουβαλάει όλες τις αντιφάσεις ενός ευρωπαϊκού σύμπαντος με ανατολίτικα χαρακτηριστικά, τον συντηρητισμό και φατρίες που πολεμάνε μεταξύ τους, ένα τεράστιο χωριό όπου όλοι γνωρίζουν κι αν δεν γνωρίζουν, διαισθάνονται τι συμβαίνει. Έχει κι έναν υπόγειο κόσμο που επιβιώνει φορώντας γυαλιά ηλίου κάτω από το ατέλειωτο, το αστείρευτο φως της. Στρώματα Ιστορίας, θρίαμβοι και συντριβές, ένας αέναος κλαυσίγελος, όλα παραμένουν θαμμένα ‒και συνήθως γραμμένα στα παλιά μας τα παπούτσια‒, αλλά είναι πάντα εκεί. Για μένα αποτέλεσε ιδανικό πεδίο ανάπτυξης αστυνομικών ιστοριών, αφού η Αθήνα, καθώς την εσωτερικεύω, είναι πάντοτε επαρκώς ρευστή και μυστηριώδης, όπως ακριβώς και οι ήρωές μου.

 

— Ο κεντρικός ήρωας, Χάρης Κόκκινος, είναι ένας από εμάς;

Αν σκεφτούμε ότι είμαστε οι άλλοι και οι άλλοι είμαστε εμείς, τότε, ναι, ο Χάρης Κόκκινος εντάσσεται στο μικροσύμπαν μας. Είναι σίγουρα οικείος, αλλά ταυτόχρονα έχει κάτι άπιαστο, όπως οποιοσδήποτε μπορεί να μας γοητεύσει. Λειτουργεί ως καθρέφτης της πόλης και η πόλη ως καθρέφτης του σε μια κρίσιμη συγκυρία. Είναι ένας άνθρωπος σε πτώση, τη στιγμή που η πόλη πέφτει κι αυτό από μόνο του ξεδιπλώνει ένα αχανές πεδίο προβληματισμού ή επεκτείνει το πεδίο της πάλης, όπως θα έλεγε και ο Ουελμπέκ.


— Ποιοι είναι οι κοινωνικοί προβληματισμοί που ακολουθούν την αστυνομική λογοτεχνία;

Θα έλεγα ότι, απ' όλα τα λογοτεχνικά υποείδη, η αστυνομική αφήγηση είναι αυτό που μάλλον αναμετριέται ευθέως με τα τρέχοντα κοινωνικά ζητήματα. Πολλές φορές, ομολογουμένως, κάπως άγαρμπα, αφού κάτω από αυτή την ταμπέλα του αστυνομικού εντάσσονται πλέον από σαπουνόπερες του υποκόσμου μέχρι περιπετειώδεις ή κινηματογραφικές καταδιώξεις του τίποτα με μόνο σκοπό την ανατροπή για την ανατροπή και τα ταχυδακτυλουργικά του συγγραφέα. Στις καλές εκφάνσεις της, ωστόσο, διατηρεί τα χαρακτηριστικά της στιβαρής πλοκής, λέει ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και χρησιμοποιεί την πλοκή όχι ως αυτοσκοπό αλλά για να ξεδιπλώσει το κοινωνικό σχόλιο και να καταβυθιστεί στο ψυχολογικό βάθος των ανθρώπων που οδηγούνται σε ένα άκρο ‒ γιατί το έγκλημα είναι πάντοτε μια ακραία κατάσταση. Στα σύγχρονα αστυνομικά βιβλία θα δείτε να θίγονται όλα τα τρέχοντα κοινωνικά ζητήματα που μας απασχολούν και να αποκαλύπτονται συχνά αυτά που κρύβουμε κάτω απ' το χαλί, το ζήτημα όμως στη λογοτεχνία δεν είναι απλώς η ανάδειξη αυτών των θεμάτων, ούτε το τρέχον, αλλά να τραβήξεις αυτό το καπάκι που, όσο το πιέζεις από πάνω, πάντα υπάρχει κάτι από κάτω που το σπρώχνει να τιναχτεί. Είναι αυτή η δύναμη που ζητά να έρθει στο φως από τη λογοτεχνική αφήγηση και είναι η αναμέτρηση με τον θάνατο και όλο το υπαρξιακό βάρος αυτού του ιλιγγιώδους συμβάντος που κρύβονται κάτω από μια τέτοια αφήγηση.

 

Οι τίτλοι «Στο πίσω κάθισμα»  (2016), «Αλκυονίδες μέρες»  (2017) και «Πόλη στο φως»  (2018) αποτελούν την «Τριλογία της Αθήνας» της Ευτυχίας Γιαννάκη από τις εκδόσεις Ίκαρος.
Οι τίτλοι «Στο πίσω κάθισμα» (2016), «Αλκυονίδες μέρες» (2017) και «Πόλη στο φως» (2018) αποτελούν την «Τριλογία της Αθήνας» της Ευτυχίας Γιαννάκη από τις εκδόσεις Ίκαρος.


— Έχετε βρει απάντηση ως προς το τι οδηγεί έναν άνθρωπο στη βία και στο έγκλημα; Είμαστε όλοι δυνάμει θύτες και θύματα;

Δεν είμαστε δυνάμει θύτες και θύματα, είμαστε ή υπήρξαμε όλοι θύτες και θύματα καταστάσεων, συγκυριών, ανθρώπων, πολλές φορές, δε, είμαστε θύτες και θύματα ταυτόχρονα. Εθελοτυφλούμε, αν θέλουμε να βλέπουμε την ανθρώπινη φύση με όρους λευκού και μαύρου. Χάνουμε όλους τους ενδιάμεσους τόνους και το φάσμα των χρωμάτων μέσα στο οποίο κινούμαστε στην πραγματικότητα. Υπάρχει το μικρό έγκλημα, το καθημερινό, το υφέρπον, το ανομολόγητο, αυτό στο οποίο συναίνεσες, ενώ δεν έπρεπε, που κράτησες το στόμα σου κλειστό όταν ήταν να μιλήσεις, και είναι αυτό το μικρό που γεννάει το μεγάλο. Φυσικά, και ευτυχώς μάλλον, οι περισσότεροι από εμάς δεν θα χρειαστεί να σκοτώσουμε κάποιον στη ζωή μας. Ας έχουμε στον νου μας ότι απλώς δεν χρειάστηκε ή ότι το μικρό δεν απέχει πολύ από το μεγάλο, μια λεπτή γραμμή χωρίζει πάντοτε το φως από το σκοτάδι κι εκεί, σε αυτήν τη λεπτή γραμμή που δεν είναι πάντοτε απολύτως καθαρή στο ανθρώπινο μάτι, χορεύει η βία.

 

— Τι σας ώθησε στη συγγραφή και ποια βαθύτερη ανάγκη σας εκφράζει;

Η πατρίδα της συγγραφής είναι η ανάγνωση. Αν πιάνεις ένα βιβλίο και χάνεσαι στην ιστορία και στο αισθητικό πεδίο που σου συστήνει, αν σκέφτεσαι διαφορετικές διαδρομές που θα μπορούσε να ακολουθήσει ο ήρωας, αν έχεις τελικά την υπομονή να βυθιστείς σε ένα ταξίδι εντός σου, στους πολλαπλούς εαυτούς και στα θραύσματα που συνιστούν μια κάποιου είδους ταυτότητα για εσένα, τότε αρχίζεις να πειραματίζεσαι με τις λέξεις και τον ρυθμό τους. Διαπιστώνεις γρήγορα ότι, παρά τους κανόνες τους, οι λέξεις είναι ανυπάκουες, λίγο-πολύ όπως οι άνθρωποι, αναρχικές με έναν τρόπο, ότι δεν λένε εύκολα αυτό που θες να πεις κι εκεί αρχίζει ένα ατέλειωτο παιχνίδι μαζί τους κι ένα ατέλειωτο παιχνίδι εντός σου, μια απειρία εκδοχών σου που επιχειρεί να απομυζήσει την υπεραξία των καθημερινών πραγμάτων, των συναισθημάτων και των καταστάσεων που υπάρχουν γύρω σου και εντός σου για να πει κάτι που ίσως έχει νόημα, πρωτίστως για σένα και μετά για τους άλλους.


— Ποιος είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας; Είναι μια διαφυγή από την καθημερινότητα; Μια εξερεύνηση της ζωής;

Είναι, θα έλεγα, ένας σύμμαχος, ένας φίλος να πορεύεσαι μαζί του, είτε ως αναγνώστης είτε ως δημιουργός, ή ένας τρόπος ζωής. Ένα ατέλειωτο παιχνίδι, αλλά με την ηδονική διάσταση που έχει το παιχνίδι για τα παιδιά, που μέσα από αυτό ανακαλύπτουν τα όρια του εαυτού και του κόσμου γύρω τους. Συχνά παρουσιάζουμε τα βιβλία ως πηγή γνώσης, ως ταξίδια σε άγνωστα μέρη ή ζωές, ως εκμυστηρεύσεις και μοίρασμα του δημιουργού με τον αναγνώστη. Στην ουσία, η λογοτεχνία είναι μια ανάγκη για όσους επιθυμούν να βυθιστούν ηδονικά στην ανθρώπινη κατάσταση και στη ρευστότητά της, με τη μικρότητα και το μεγαλείο της. Ένα εργαλείο ανοχής και αντοχής του κόσμου, εντός, εκτός και επί το αυτό.

 

— Έχετε εργαστεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στην εποχή της εικόνας, με ποιους τρόπους θα πείθατε νέους ανθρώπους να διαβάζουν βιβλία;

Μάλλον με τη δουλειά μου, προσπαθώντας να συνομιλήσω μαζί τους μέσα από ιστορίες που ίσως έχουν νόημα και για τους ίδιους. Ίσως και επικοινωνώντας μαζί τους, ακόμα και από τα νέα μέσα που είναι τόσο ελκυστικά για τους νεότερους, από μια συνέντευξη όπως αυτή εδώ. Στην εποχή της πολυδιάσπασης, όπου όλα είναι ηλεκτρονικά και άπιαστα, αλλά ελάχιστα ηλεκτρισμένα και απτά, το βιβλίο παραμένει ένα απτό ηλεκτρισμένο πεδίο που μπορεί να ανατινάξει το μυαλό σου, την ώρα που κάποιοι άλλοι δίπλα σου απλώς τρώνε ποπκόρν. Καλώς ή κακώς, επιλέγουμε σε ποιο πεδίο θα είμαστε. Θα τους μιλούσα ίσως γι' αυτή την επιλογή, το βάθος και τις συνέπειές της.


— Ποιο πιστεύετε ότι είναι το βασικότερο πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης;

Ότι συχνά στερείται αυτού του βάθους, του ηλεκτρισμού που πρέπει να υπάρχει στην παιδαγωγική διαδικασία. Το σχολείο δεν είναι ένα πεδίο χαράς και ανακάλυψης αλλά ένα εργοστάσιο καταναγκασμών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εκπαιδευτικοί που εμπνέουν ή μαθητές που, μέσα από τον καταναγκασμό, θα βρουν τον δρόμο προς τον πειραματισμό και την ελευθερία. Απλώς έχω την αίσθηση ότι συχνά όλα γίνονται δύσκολα, με αργά βήματα, σε ένα αντίξοο πλαίσιο. Μετρήστε πόσες ώρες έρχονται τα παιδιά σε επαφή με την τέχνη και την ουσία της και πόσες με την επιστήμη. Το συντριπτικό ισοζύγιο αναδεικνύει αμέσως το προφανές έλλειμμα της έμπνευσης, του άπιαστου, του δημιουργικού, αυτού που κανονικά θα έπρεπε να ευχόμαστε για ένα σύγχρονο παιδαγωγικό μοντέλο. Τα συντριπτικά διανοητικά κατάγματα με τα οποία βγαίνουμε μέσα από αυτήν τη διαδικασία είναι γνωστά σε όλους μας. Παρ' όλα αυτά, βγαίνουμε και συνεχίζουμε. Σημασία έχει να συνεχίζεις με την αντίληψη ότι κανείς δεν σου χρωστάει τίποτα και πως όσα δεν σου έδωσαν είναι στο χέρι σου να τα αναζητήσεις μόνος. Το άλλοθι χρειάζεται μόνο για τους υπόπτους.

 

Συχνά παρουσιάζουμε τα βιβλία ως πηγή γνώσης, ως ταξίδια σε άγνωστα μέρη ή ζωές, ως εκμυστηρεύσεις και μοίρασμα του δημιουργού με τον αναγνώστη. Στην ουσία, η λογοτεχνία είναι μια ανάγκη για όσους επιθυμούν να βυθιστούν ηδονικά στην ανθρώπινη κατάσταση και στη ρευστότητά της. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Συχνά παρουσιάζουμε τα βιβλία ως πηγή γνώσης, ως ταξίδια σε άγνωστα μέρη ή ζωές, ως εκμυστηρεύσεις και μοίρασμα του δημιουργού με τον αναγνώστη. Στην ουσία, η λογοτεχνία είναι μια ανάγκη για όσους επιθυμούν να βυθιστούν ηδονικά στην ανθρώπινη κατάσταση και στη ρευστότητά της. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι τα γνωρίσματα της παθογένειας της ελληνικής οικογένειας;

Μια ρήση λέει ότι το καλύτερο εγκληματολογικό εργαστήριο είναι η οικογένεια. Αν θες να δεις τι έφταιξε ή τι πήγε καλά, ξεκινάς από κει. Η οικογένεια είναι ο αρχέγονος πυρήνας της επιβίωσής μας και για όσους δεν είναι παθολογικά αισιόδοξοι είναι γνωστό ότι ο αγώνας για επιβίωση θα αφήσει πολύ αίμα πίσω του. Η ελληνική οικογένεια είναι μια ψηφίδα που συνθέτει την ελληνική κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά που αντιλαμβανόμαστε ή διαισθανόμαστε ότι αυτή έχει. Ας μη γελιόμαστε, όμως, δεν υπάρχει ένας τύπος οικογένειας, καθεμία είναι μοναδική, είτε ελληνική είτε ξένη, έχει τα καλά και τα κακά της και είναι η άγκυρά μας στο χάος, αρκεί κάποια στιγμή να τραβιέται ή να την τραβάμε, προκειμένου να ταξιδέψουμε στο πέλαγος.


— Επειδή έχετε σπουδάσει πληροφορική, θεωρείτε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αφαιρούν πολύτιμο ελεύθερο χρόνο, για παράδειγμα από τη διαδικασία της ανάγνωσης; Πώς έχουν επηρεάσει τις ανθρώπινες σχέσεις;

Σίγουρα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και οι πλατφόρμες διασκέδασης που έφεραν τα νέα μέσα, είναι εξαιρετικά δελεαστικά, σχεδόν υπνωτιστικά, είναι σχεδιασμένα ώστε να απορροφούν τη σκέψη και τη δράση. Αν έχεις ασχοληθεί ελάχιστα με τον σχεδιασμό διεπαφών και την αξία των big datas, αντιλαμβάνεσαι ότι έχουν φτιαχτεί για να απορροφούν όχι μόνο το μάτι και το μυαλό σου αλλά και για να καταγράφουν τις προτιμήσεις σου, παράγοντας patterns, σχήματα που χαρτογραφούν τον τρόπο σκέψης, για να σου επιστρέψουν, τελικά, αυτό που θέλεις να δεις, είτε ως δική σου εικόνα είτε ως εικόνα των άλλων και του κόσμου σου. Είναι πεδία σχεδιασμένα να τρέφουν τον ναρκισσισμό, συνήθως της ασημαντότητας. Κάποιοι χάνονται εκεί μέσα, κάποιοι βγαίνουν, κάποιοι γνωρίζουν πώς να τα χρησιμοποιούν, κάποιοι όχι. Θέλει κόπο, πάντως, να μάθεις να ζεις μαζί τους και όχι μέσα από αυτά.


— Πώς ανακαλύπτει κανείς τι είναι αυτό που θέλει στη ζωή;

Κοιτάζοντας μέσα του, όπως ο ντετέκτιβ, συστηματικά και με μεγεθυντικό φακό, πειραματιζόμενος, φωτίζοντας τα σκοτάδια ή εκμεταλλευόμενος το φως του, ακόμη κι αν είναι για να συνειδητοποιήσει ότι δεν βρήκε αυτό που ήταν να βρει ή ότι δεν χρειάζεται το νόημα της ζωής του να είναι κάτι απτό, κάτι συγκεκριμένο. Ζούμε για να ζούμε, αυτό είναι το βάθος και το βάρος της συνείδησης του παραλόγου της ύπαρξης. Μετριάζεται ίσως κάπως αυτή η συνειδητοποίηση με την κουβέντα και ακούγοντας. Είναι σημαντικό να ακούς γύρω σου, να είσαι ανοιχτός, να παίρνεις ιδέες, συναισθήματα, ιστορίες, όλα τα υλικά για να ανακαλύψεις ποιος είσαι, γιατί περί αυτού πρόκειται, τελικά, είσαι μια ψηφίδα. Όταν βρεις τον τρόπο να μοιράζεσαι και δεις ποιος είσαι, κάπως ξέρεις τι θέλεις από τη ζωή, αλλά όσο δεν το βρίσκεις, εξακολουθείς να ζεις, και θα ζεις, ακόμα κι αν δεν το βρεις ποτέ. Η ζωή τρέχει όσο εσύ ψάχνεις να δεις τι είναι αυτό που θες από αυτή. Η ζωή απλώς είναι. Εσύ απλώς είσαι. Κι αυτό δεν είναι κακό. Αντιθέτως, είναι μεγαλειώδες.

 

— Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι αποξενώνονται όλο και περισσότερο, τι είναι αυτό που μπορεί ακόμα να τους ενώσει;

Η αγάπη, όπως περιγράφεται με όρους αποστολικούς. «Πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. Είτε δε προφητείαι καταργηθήσονται, είτε γλώσσαι παύσονται, είτε γνώσις καταργηθήσεται». Και όπως ακούγεται με τη μουσική του Πράισνερ στο σάουντρακ της «Μπλε Ταινίας», της κινηματογραφικής τριλογίας του Kισλόφσκι.


— Μπορεί ένας άνθρωπος να προχωρήσει τη ζωή του, αφήνοντας εντελώς πίσω του το παρελθόν;

Νομίζω πως αυτό είναι αδύνατον. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γεννιέται ένας νέος εαυτός μας που χωνεύει όλους τους προηγούμενους μέσα από τις πολύπλοκες διαδικασίες της μνήμης και της λήθης. Κάθε στιγμή είμαστε οι εμφωλευμένοι εαυτοί μας που προηγήθηκαν, οι εμφωλευμένες σκέψεις και τα συναισθήματά μας. Φέρνουμε κύκλους με την ψευδαίσθηση ότι τρέχουμε κατοστάρι σε ευθεία. Γι' αυτό και όταν στεκόμαστε, όταν παύουμε να τρέχουμε, συμβαίνουν τα σπουδαία. Όταν μετεωριζόμαστε στο κέντρο του δικού μας κύκλου σαν δερβίσηδες.

 

Το σχολείο δεν είναι ένα πεδίο χαράς και ανακάλυψης αλλά ένα εργοστάσιο καταναγκασμών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εκπαιδευτικοί που εμπνέουν ή μαθητές που, μέσα από τον καταναγκασμό, θα βρουν τον δρόμο προς τον πειραματισμό και την ελευθερία. Απλώς έχω την αίσθηση ότι συχνά όλα γίνονται δύσκολα, με αργά βήματα, σε ένα αντίξοο πλαίσιο. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Το σχολείο δεν είναι ένα πεδίο χαράς και ανακάλυψης αλλά ένα εργοστάσιο καταναγκασμών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εκπαιδευτικοί που εμπνέουν ή μαθητές που, μέσα από τον καταναγκασμό, θα βρουν τον δρόμο προς τον πειραματισμό και την ελευθερία. Απλώς έχω την αίσθηση ότι συχνά όλα γίνονται δύσκολα, με αργά βήματα, σε ένα αντίξοο πλαίσιο. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στην Αθήνα αλλά και τι σας ενοχλεί;

Με γοητεύει η ρευστότητά της, το γεγονός ότι είναι ένα μεγάλο χωνευτήρι ανθρώπων και των ιστοριών τους εδώ και αιώνες. Με ενοχλεί όταν κακοποιούμε τον δημόσιο χώρο, προβάλλοντας και εξωτερικεύοντας με θράσος τον δικό μας κακοποιημένο εσωτερικό χώρο.


— Υπάρχει κάτι που να φοβάστε;

Όπως λέει και ο Ρόθκο, «το μόνο που φοβάμαι, φίλε μου, είναι ότι μια μέρα το μαύρο θα καταπιεί το κόκκινο». Μα, πιο πολύ ακόμα φοβάμαι να φοβάμαι, θα συμπλήρωνα.


— Πώς αντιλαμβάνεστε τη λέξη «συγχώρεση»;

Ωριμότητα, ανεκτικότητα, με έναν τρόπο η ουσία της συνύπαρξης. Ζούμε στη φθορά, στην τραγωδία και στην κωμωδία. Με συγκινεί πάντοτε ο άνθρωπος που υποχωρεί με χιούμορ, αντιλαμβανόμενος το μέγεθός του και το μέγεθος των πραγμάτων.


— Ευτυχία για σας τι θα πει;

Στιγμές ισορροπίας που συνοδεύονται από ένα ηδονικό ξέσπασμα. Φως και αναγέννηση. Εκεί όπου ούτε η πληγή, ούτε οι συντριβές αλλά ούτε και το μεγαλείο ή η νίκη έχουν κάποια αξία. Εκεί όπου η μνήμη και η λήθη βρίσκονται σε μια παράξενη ισορροπία που σου επιτρέπει απλώς να είσαι για να είσαι, γυμνός, σαν να γεννήθηκες μόλις, έτοιμος γι' αυτήν, τη μεγαλύτερη των απολαύσεων.


— Τι σας δίνει ελπίδα σήμερα;

Δεν κατανοώ ιδιαίτερα την έννοια της ελπίδας, εννοώ ότι δεν μπορώ να την κάνω απολύτως δική μου αυτή την έννοια αυτόνομα. Ίσως για μένα να είναι μια ρωγμή στη συνήθεια, στην πεπατημένη, σε μια δεδομένη κατάσταση, άρα η έξοδος από ένα κουραστικό σχήμα μετά από πολύ στρίμωγμα, για να καταφέρεις να περάσεις μέσα από τη ρωγμή προς κάτι που σε τραβάει. Πιστεύω, λοιπόν, στους ανθρώπους που αφοσιώνονται σε κάποιο σχέδιο που θα επιτρέψει αυτό το αδιανόητο πέρασμα από τη ρωγμή με σκληρή δουλειά. Ίσως η ελπίδα για μένα να είναι συνώνυμη με την αφοσίωση σε κάποιο δημιουργικό πάθος. Μ' αρέσουν αυτοί που επιμένουν στον δικό τους δρόμο, κόντρα σε όλη την αντιξοότητα που τους επιβάλλει η πεπατημένη, αναζητώντας πάντα τις ρωγμές και τα δικά τους περάσματα.


— Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή;

Να ακολουθείς τον δικό σου μοναδικό δρόμο με πάθος, να μοιράζεσαι και να συναισθάνεσαι. Να είσαι γενναιόδωρος, να αγγίζεις και να αγγίζεσαι με όποιον τρόπο μπορείς.

 

Info:

Την Τετάρτη 23 Οκτωβρίου, στις 19:30, οι εκδόσεις Ίκαρος και το Little Tree Books & Coffee σας προσκαλούν σε μια εκδήλωση αφιερωμένη στην «Τριλογία της Αθήνας» της Ευτυχίας Γιαννάκη με ήρωα τον αστυνόμο Χάρη Κόκκινο. Η Ευτυχία Γιαννάκη συνομιλεί με τον δημοσιογράφο Γιάννη Πανταζόπουλο για την «Τριλογία», εστιάζοντας στον ρόλο που παίζει η πόλη στα μυθιστορήματά της. (Little Tree Books & Coffee, Καβαλλότι 2, Αθήνα)

 

Η «Τριλογία της Αθήνας» αποτελείται από τους τίτλους «Στο Πίσω Κάθισμα», «Αλκυονίδες Μέρες» και «Πόλη στο Φως», και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.