Όταν η «Guardian» δημοσίευσε τις πρώτες μέρες του 2019 τους πιο πολλά υποσχόμενους πρωτοεμφανιζόμενους στη λογοτεχνία ανά μήνα για το νέο έτος, στον Φεβρουάριο φιγουράριζε η μορφή ενός Βρετανοκύπριου.

 

Ο Άλεξ Μιχαηλίδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο από Ελληνοκύπριο πατέρα και Αγγλίδα μητέρα και, μετακομίζοντας στην Αγγλία, όπου ζει μέχρι σήμερα, σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Κέμπριτζ.

 

Έχοντας δοκιμαστεί σε μια σύντομη καριέρα σεναριογράφου, που εκ του αποτελέσματος δεν λειτούργησε, περίμενε τη μεγάλη στιγμή του, που τελικά ήρθε με το πρώτο του μυθιστόρημα Η σιωπηλή ασθενής, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα.


Λαμβάνοντας υλικό από τον ευριπίδειο μύθο της Άλκηστης που θυσιάστηκε για τον σύζυγό της για να επιστρέψει στη ζωή αμίλητη, ο 41χρονος συγγραφέας έπλασε τον χαρακτήρα της σιωπηλής ασθενούς του τίτλου, της Αλίσια, μιας ζωγράφου που ανεξήγητα σκοτώνει εν ψυχρώ τον σύζυγό της και καταδύεται στην άβυσσο της σιωπής. Ο Θίο Φέιμπερ, ένας κλινικός ψυχοθεραπευτής με τραυματισμένη ψυχοσύνθεση, αποφασίζει να την κάνει να μιλήσει.

 

H Άλκηστη θυσιάστηκε από τον Άδμητο και θεωρήθηκε ανάξια και αναλώσιμη από έναν άνδρα που αγάπησε βαθιά. Γι' αυτό είναι τόσο θλιβερή η ιστορία της. Και νομίζω ότι το να νιώθεις ότι δεν σε αγαπάνε και ότι δεν αξίζεις είναι κάτι με το οποίο μπορώ να συνδεθώ, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι.


Η πρόζα του Μιχαηλίδη είναι απλή, γρήγορη και γοητευτική, εντελώς κινηματογραφική, η γραφή κοφτή και τα κεφάλαια μικρά, καθώς φαίνεται πως ο συγγραφέας βρίσκεται σε μια φάση μετάβασης από το σενάριο στο μυθιστόρημα – ωστόσο, έχει αναλάβει ο ίδιος τη σεναριακή διασκευή του υλικού του για την ταινία που έχει μπει ήδη σε στάδιο παραγωγής από την Plan B, την υψηλού πρεστίζ κινηματογραφική εταιρεία του Μπραντ Πιτ.

 

Παράλληλα, η παλιότερη θητεία του σε ψυχιατρική μονάδα, την περίοδο που σπούδαζε Ψυχοθεραπεία, τον έχει προικίσει με βαθιά γνώση και περιγραφική δεινότητα όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των ψυχικών ασθενειών και των εξαρτήσεων και τις μεθόδους της ψυχοθεραπείας και της ψυχανάλυσης, στοιχεία που πολλοί αναγνώστες θα βρουν σίγουρα συναρπαστικά.

 

— Έχετε δηλώσει ότι όταν διαβάσατε την «Άλκηστη» του Ευριπίδη πρώτη φορά, στην εφηβεία σας, σας στοίχειωσε. Με ποιον τρόπο σάς επηρέασε και γιατί αποφασίσατε να δουλέψετε πάνω σε αυτό το υλικό μετά από τόσα χρόνια;

Αντιμετώπισα για πρώτη φορά την Άλκηστη όταν ήμουν περίπου 13 χρονών. Δεν είναι μια τραγωδία που ανεβαίνει συχνά, επειδή είναι προβληματική.

 

Η Άλκηστη πεθαίνει για να σώσει τον σύζυγό της και όταν επανέρχεται στη ζωή, στο τέλος του έργου, αρνείται να μιλήσει. Είναι δύσκολο να συναγάγεις κάτι από τη σιωπή της, όταν επανενώνεται με τον άντρα της. Είναι χαρούμενη που τον βλέπει; Είναι θυμωμένη που την άφησε να πεθάνει;

 

Κάτι σε αυτήν τη σιωπή με κυνηγούσε πολλά χρόνια και σκεφτόμουν συνέχεια πώς θα μπορούσα να ξαναπώ αυτή την ιστορία, πρώτα ως θεατρικό, έπειτα ως ταινία μικρού μήκους και, τελικά, όταν προέκυψε η ιδέα να τη στήσω σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, το όλο πράγμα πήρε τη μορφή του μυθιστορήματος.


— Τα πρώτα δύο μέρη της ιστορίας σας ξεκινούν με αποσπάσματα από την «Εισαγωγή στην ψυχανάλυση» του Ζίγκμουντ Φρόιντ. Ποια είναι η γενικότερη στάση σας απέναντι στην ψυχοθεραπεία και την ψυχανάλυση; Έχετε προσωπική εμπειρία;

Ναι, θα μπορούσα να πω ότι ήμουν πολύ μπερδεμένος ως έφηβος, καταθλιπτικός, αγχώδης, νευρωτικός. Έκανα ψυχοθεραπεία πολλά χρόνια, και ατομική και ομαδική.

 

Σπούδασα επίσης Ψυχοθεραπεία, παρ' ότι δεν ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, επειδή αποφάσισα ότι είμαι συγγραφέας και όχι ψυχοθεραπευτής. Θεωρώ ότι τα πάντα εξαρτώνται από τις ικανότητες του θεραπευτή. Αν έχεις έναν υπέροχο θεραπευτή, όπως είχα εγώ, μπορείς να κάνεις μεγάλη πρόοδο.

 

Δυστυχώς, νιώθω ότι οι πραγματικά ταλαντούχοι ειδικοί είναι λίγοι. Οπότε υποθέτω πως η στάση μου απέναντι στην ψυχοθεραπεία δεν είναι ξεκάθαρη, πράγμα που σίγουρα εκφράζεται στο βιβλίο.

 

«The devil you know»: Η πρώτη σεναριακή απόπειρα του Άλεξ Μιχαηλίδη ήταν μια επεισοδιακή παραγωγή.
«The devil you know»: Η πρώτη σεναριακή απόπειρα του Άλεξ Μιχαηλίδη ήταν μια επεισοδιακή παραγωγή.


— Ο ιατροδικαστικός ψυχοθεραπευτής Θίο Φέιμπερ λέει στην αρχή του βιβλίου: «Σπουδάζουμε ψυχολογία για να θεραπευτούμε εμείς». Τελικά, μπορεί το γράψιμο για θέματα σχετικά με την ψυχολογία, και προφανώς η έρευνα πάνω στις μεθόδους και τα αποτελέσματά της, να είναι θεραπευτικό;

Δεν είμαι σίγουρος. Ωστόσο, όταν σπούδαζα, δούλεψα για δύο χρόνια σε μια ψυχιατρική μονάδα για εφήβους και αυτή ήταν μια εμπειρία που μου άλλαξε τη ζωή. Ήταν πολύ ταπεινή, με έφερε σε επαφή με πολλούς προβληματισμένους εφήβους που είχαν περάσει πολύ δύσκολα.

 

Η δουλειά μαζί τους, η προσπάθειά μου να τους βοηθήσω να βελτιωθούν και το να τους βλέπω να θεραπεύονται, κάπως μου επέτρεψε να αποκτήσω πρόσβαση και να θεραπεύσω το τραυματισμένο εφηβικό κομμάτι του εαυτού μου.

 

Δεν ήξερα τότε ότι θα έγραφα τη Σιωπηλή Ασθενή, όμως αργότερα, όταν χρειάστηκα ένα εσωτερικό σκηνικό για μια ιστορία φόνου, σκέφτηκα αμέσως την ψυχιατρική μονάδα και πώς θα μπορούσα να τη ζωντανέψω, μια και την ήξερα τόσο καλά. Και αντί για ντετέκτιβ, σκέφτηκα ο ήρωάς μου να είναι ψυχοθεραπευτής, αφού μπορούσα να γράψω γι' αυτόν πειστικά.


— Είναι αυτό που λένε, ότι οι συγγραφείς τείνουν να εστιάζουν σε θέματα που κατέχουν καλά στο ντεμπούτο τους. Όμως γιατί κάνατε την κεντρική μορφή της ιστορίας σας ζωγράφο; Ήταν ένας τρόπος να εκφράσετε την αγάπη σας για τη σύγχρονη τέχνη;

Όχι, η ιδέα να κάνω την Αλίσια ζωγράφο οφείλεται καθαρά σε λόγους δραματουργίας και αφήγησης. Στην πραγματικότητα, την ιδέα μού την πρότεινε η Ούμα Θέρμαν, με την οποία δουλέψαμε μαζί σε μια ταινία (σ.σ. το The con is on, η δεύτερη ταινία της οποίας ο Μιχαηλίδης συν-υπέγραψε το σενάριο).

 

Συζητήσαμε πολύ γύρω από τη συγγραφή και μου έμαθε πολλά, αφού ξέρει πολλά για την κινηματογραφική βιομηχανία, από κάθε της πλευρά. Μου πρότεινε η Αλίσια να είναι ζωγράφος επειδή δεν μιλάει, ώστε να επικοινωνεί μέσω των έργων της και να αποδίδει το ασυνείδητό της στον καμβά. Ήταν θαυμάσια ιδέα και αποφάσισα να την κρατήσω.


— Οι σπουδές σας περιλαμβάνουν σεναριογραφία στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου του Λος Άντζελες. Θεωρώ ότι η τεχνική σας στη «Σιωπηλή Ασθενή» είναι πολύ κινηματογραφική. Ήταν συνειδητή επιλογή;

Νομίζω ότι όλοι οι συγγραφείς επηρεάζονται από τον κινηματογράφο σήμερα, ακόμα κι αν δεν το παραδέχονται. Είναι μέρος του ψυχισμού μας και του τρόπου που σκεφτόμαστε. Είμαι βαθιά επηρεασμένος από σκηνοθέτες, ειδικά από ονόματα όπως ο Χίτσκοκ και ο Μπίλι Γουάιλντερ, που είχα στο μυαλό μου καθ' όλη τη διάρκεια της συγγραφής.

 

Επίσης, πάσχω από διάσπαση προσοχής και θέλω τα πράγματα να εξελίσσονται γρήγορα. Κι αυτό το έμαθα από τον κινηματογράφο.

 

— Ζείτε στο Λονδίνο, όπου τοποθετήσατε και την ιστορία σας. Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε στήνοντας ένα αστυνομικό, ψυχολογικό θρίλερ σε μια πόλη που σχεδόν όλοι γνωρίζουν;

Νομίζω ότι η σκηνογραφία ενός μυθιστορήματος, ειδικά του αστυνομικού, είναι πολύ σημαντική. Η ατμόσφαιρα είναι τα πάντα.

 

Οπότε, παρόλο που ξέρω ότι το Λονδίνο είναι εμβληματικό, υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία, όπως τα ψυχιατρικά ιδρύματα ή το Χάμστεντ Χιθ, όπου μένω, που δεν είναι τόσο γνωστά και ήξερα ότι μπορούσα να αποδώσω με πειστικό και ρεαλιστικό τρόπο, που πιθανότατα το κοινό δεν έχει ξαναδεί.

 

Παρομοίως, το επόμενό μου μυθιστόρημα τοποθετείται στο Κολέγιο του Κέμπριτζ. Είναι κάτι για το οποίο μπορώ να γράψω πειστικά και που πολλοί δεν γνωρίζουν.

 

Νομίζω ότι στην ουσία πρόκειται για ένα τρικ για μια καλή αστυνομική ιστορία ή για ένα βιβλίο μυστηρίου, αν σκεφτείς την Άγκαθα Κρίστι και τις απίστευτα εμβληματικές της τοποθεσίες, που ήταν όλες διαφορετικές, όλες κλειστές και ατμοσφαιρικές.


— Η ιδέα της αυτοθυσίας διατρέχει το βιβλίο. Ποια είναι η μεγαλύτερη θυσία που έχετε κάνει μέχρι τώρα στη ζωή σας;

Ενδιαφέρουσα ερώτηση. Ξέρετε, δεν νομίζω ότι έχω θυσιάσει πολλά στη ζωή μου. Ίσως τη διασκέδαση, επειδή εδώ και χρόνια είμαι προσκολλημένος στη δουλειά, στο γράψιμο, οπότε δεν είμαι πολύ κοινωνικός.

 

Για μένα, το βιβλίο δεν έχει να κάνει τόσο με την αυτοθυσία όσο με τη θυσία από άλλους. Τελικά, η Άλκηστη θυσιάστηκε από τον Άδμητο και θεωρήθηκε ανάξια και αναλώσιμη από έναν άνδρα που αγάπησε βαθιά. Γι' αυτό είναι τόσο θλιβερή η ιστορία της.

 

Και νομίζω ότι το να νιώθεις ότι δεν σε αγαπάνε και ότι δεν αξίζεις είναι κάτι με το οποίο μπορώ να συνδεθώ, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι.


— Ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις από την παιδική και εφηβική σας ηλικία στην Κύπρο;

Πέρα από την αυγή, τις υπέροχες παραλίες και το φαγητό της γιαγιάς μου, που πάντα θα μου λείπει, υποθέτω ότι η πιο έντονη μνήμη είναι η πόλη που διχοτομήθηκε με την πράσινη γραμμή και τους στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών.

 

Είμαι Ελληνοκύπριος Ρωμαιοκαθολικός, πράγμα σπάνιο, και όταν ήμουν παιδί περπατούσα δίπλα στην πράσινη γραμμή για να πηγαίνω στην καθολική εκκλησία κάθε εβδομάδα για κατήχηση. Θυμάμαι αυτή την εμπειρία πολύ ζωντανά – τη σιωπή, τον ζόφο, το συρματόπλεγμα, τα σπασμένα γυαλιά.

 

Φοβόμουν και μερικές φορές αναρωτιέμαι αν με τραβάνε οι ιστορίες αγωνίας και τρόμου γι' αυτόν τον λόγο. Σίγουρα ήταν ασυνήθιστες παιδικές εμπειρίες αυτές, να μεγαλώνεις στη Λευκωσία τότε και να ζεις με τον φόβο μιας δεύτερης τουρκικής εισβολής.

 

Ήταν μεγάλη ειρωνεία, για μένα, όταν το βιβλίο μπήκε στον πόλεμο του πλειστηριασμού στο Χόλιγουντ για το ποιος θα αγοράσει τα δικαιώματα. Πολλοί παραγωγοί, με τους οποίους προσπαθούσα να συναντηθώ επί 20 χρόνια χωρίς επιτυχία, μου τηλεφωνούσαν στις 11 το βράδυ στο Λονδίνο για να με πείσουν να υπογράψω.


— Αφιερώνετε το πρώτο σας μυθιστόρημα στους γονείς σας. Ποια στοιχεία της προσωπικότητάς σας θεωρείτε ότι μπορούν να αποδοθούν σ' εκείνους;

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και καθένας από τους συγγραφείς που με έκαναν συγγραφέα κατέβαινε από το ράφι από τη μητέρα μου και μου παραδιδόταν με την οδηγία να τον διαβάσω.

 

Νιώθω προνομιούχος που είχα μια μάνα τόσο καλλιεργημένη και την ενδιέφερε να γίνω κι εγώ το ίδιο. Με πήγε για πρώτη φορά σε βιβλιοθήκη όταν ήμουν 8 ή 9 και θυμάμαι τον ενθουσιασμό μου όταν διάλεγα ένα βιβλίο για να το πάρω μαζί μου στο σπίτι.

 

Από τον πατέρα μου ενδεχομένως κληρονόμησα ισχυρό το αίσθημα της εργασιακής ηθικής, την αποφασιστικότητα και την ισχυρογνωμοσύνη, που είναι σημαντική για έναν συγγραφέα. Ίσως η λέξη «επιμονή» να είναι καλύτερη.


— Πώς ήταν να μεγαλώνετε ως δίγλωσσος; Ποια στοιχεία της ελληνοκυπριακής σας καταγωγής πιστεύετε ότι είναι έντονα στην προσωπικότητα, στην καθημερινότητα και στη συγγραφική σας δεινότητα;

Δυστυχώς, δεν νομίζω ότι θεωρούμαι δίγλωσσος πια. Ίσως να ήμουν στα 18 μου, αλλά έχω φύγει από την Κύπρο πάνω από 20 χρόνια και δεν μιλώ πια ελληνικά, επειδή δεν μου δίνεται η ευκαιρία.

 

Ωστόσο, πήγα στην Ελλάδα πέρσι το καλοκαίρι και ήταν όμορφο να μιλάω και πάλι ελληνικά. Θεωρώ πως η κουλτούρα αυτή με έχει καθορίσει ολοκληρωτικά. Η ελληνική μουσική και η ελληνική ποίηση είναι κομμάτια της ζωής μου. Και η ελληνική μυθολογία είναι τα πάντα για μένα.

 

Το επόμενο βιβλίο μου είναι και πάλι εμπνευσμένο από ελληνικό μύθο και φόνο, που πιστεύω ότι αποτελούν ωραίο συνδυασμό!


— Η «Σιωπηλή Ασθενής» κυκλοφορεί σε περισσότερες από 40 χώρες και μόλις μεταφράστηκε στα ελληνικά, μία από τις δύο μητρικές σας γλώσσες. Πώς νιώθετε για τη διαδικασία απόδοσης της δικής σας δουλειάς σε αυτήν τη γλώσσα από κάποιον άλλον;

Δεν θα μπορούσα να μεταφράσω τη Σιωπηλή Ασθενή μόνος μου, ειδικά τους ψυχολογικούς και ψυχιατρικούς όρους. Είμαι σίγουρος ότι η μεταφράστρια (σ.σ. Μαρία-Κλειώ Παπαμιχαήλ) έχει κάνει εκπληκτική δουλειά.


— Η παραγωγή της ταινίας που βασιζόταν στο πρώτο σας σενάριο, το «The devil you know», ήταν επεισοδιακή, η ταινία κυκλοφόρησε με χρόνια καθυστέρηση και οι κριτικοί την κατακρεούργησαν. Πώς θα περιγράφατε σήμερα εκείνη την πρώτη σας εμπειρία στην κινηματογραφική βιομηχανία;

Ακόμα κι αν έχεις τις καλύτερες προθέσεις, πολλά μπορούν να πάνε λάθος σε μια ταινία – και το γεγονός ότι τόσο πολλοί άνθρωποι εμπλέκονται σε κάθε στάδιο της παραγωγής συχνά οδηγεί σε χάος.

 

Από τις ταινίες που έκανα έμαθα ότι ένα ευπρεπές σενάριο και ένα καλό καστ μπορούν να εκτροχιαστούν μέσα από προβλήματα για τα οποία δεν ευθύνεται κανείς. Είναι όμως τόσο δυσβάσταχτο να βλέπεις την πολυετή και σκληρή δουλειά σου να καταρρέει μπροστά στα μάτια σου.

 

Μου συνέβαινε συνέχεια και ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω, αλλά αποφάσισα να κάνω μια τελευταία προσπάθεια: ένα βιβλίο, το βιβλίο που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα έγραφα. Γι' αυτή την προσπάθεια θα ήμουν υπεύθυνος από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς να αναμειχθεί κανείς άλλος. Το έκανα, λοιπόν, και είμαι πολύ χαρούμενος γι' αυτό.


— Σήμερα, το ντεμπούτο σας εκθειάζεται από τους κριτικούς, έγινε μπεστ σέλερ, φτάνοντας στην κορυφή της λίστας των «New York Times», και η «Guardian» σάς συμπεριέλαβε στους πιο επιφανείς νέους συγγραφείς του 2019. Πώς θα επηρεάσει αυτή η επιτυχία τα μελλοντικά σας σχέδια; Θα ακολουθήσετε την πορεία του συγγραφέα αντί του σεναριογράφου;

Η επιτυχία του βιβλίου είναι απίστευτη και εντελώς αναπάντεχη. Ήταν το πρώτο μου και δεν είχα καμία προσδοκία – δεν το περίμενα ότι θα πουλούσε, πόσο μάλλον ότι θα έφτανε στην κορυφή των πωλήσεων. Ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα και ήμουν στα σύννεφα για πολλές μέρες.

 

Όμως, για να είμαι ειλικρινής, η ίδια η διαδικασία της συγγραφής ήταν η πιο ευχάριστη εμπειρία που είχα ως συγγραφέας. Και όταν ένας φίλος κριτικός το διάβασε, είπε ότι είναι ξεκάθαρο πως είμαι μυθιστοριογράφος και όχι δραματουργός. Και αυτό με χαροποίησε, επειδή η ιδέα τού να γράψω κι άλλα βιβλία μου αρέσει πολύ.

 

Ειλικρινά, νομίζω ότι είμαι καλύτερα έτσι. Δεν είχα βρει το σωστό δημιουργικό μέσο όταν έγραφα σενάρια.


— Το αστυνομικό είναι ένα πολύ δημοφιλές είδος, που ωστόσο παγιώνει τους εκπροσώπους του στις προσδοκίες του κοινού, οπότε είναι δύσκολο να μεταβούν σε άλλο είδος. Εσείς σκοπεύετε να μείνετε στο αστυνομικό και να εξελιχθείτε σε αυτό ή θα θέλατε μελλοντικά να δοκιμαστείτε και σε κάτι εντελώς διαφορετικό;

Είμαι τυχερός που ερωτεύτηκα την Άγκαθα Κρίστι στην αρχή της εφηβείας μου και θέλω να γράφω μόνο τέτοιες ιστορίες. Το ήξερα από την αρχή ότι θα έγραφα ψυχολογικά θρίλερ για φόνους και εγκλήματα.


— Η εταιρεία του Μπραντ Πιτ έχει ξεκινήσει την παραγωγή της ταινίας που θα βασιστεί στο βιβλίο σας κι εσείς αναλάβατε να γράψετε το σενάριο. Δεν είχατε δεύτερες σκέψεις για την επιστροφή σας σε αυτή την ενασχόληση;

Ήταν μεγάλη ειρωνεία, για μένα, όταν το βιβλίο μπήκε στον πόλεμο του πλειστηριασμού στο Χόλιγουντ για το ποιος θα αγοράσει τα δικαιώματα. Πολλοί παραγωγοί, με τους οποίους προσπαθούσα να συναντηθώ επί 20 χρόνια χωρίς επιτυχία, μου τηλεφωνούσαν στις 11 το βράδυ στο Λονδίνο για να με πείσουν να υπογράψω.

 

Ήταν δύσκολη η απόφαση, αλλά νομίζω ότι η Plan B κάνει τις καλύτερες ταινίες στο Χόλιγουντ και είναι προνόμιο να δουλεύω μαζί τους.

 

Δεν το βλέπω εγωιστικά πια και θα χαρώ πολύ να μάθω όσο περισσότερα μπορώ από αυτήν τη διαδικασία, να αποδομήσω το βιβλίο και να το στήσω ξανά με άλλον τρόπο, για άλλο μέσο. Θα είναι συναρπαστική εμπειρία.


— Ποιο θα ήταν το ιδανικό καστ για εσάς;

Ελπίζω η ηθοποιός για την οποία έγραψα τον χαρακτήρα της Αλίσια να θελήσει να τον αναλάβει, αλλά δεν θέλω να αποκαλύψω ποια είναι, από φόβο μήπως το γρουσουζέψω. Όσο για τον Θίο, ο Μπραντ Πιτ; Θα μου άρεσε αυτό.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO