Βιρτζίνια Γουλφ

Δευτέρα ή Τρίτη

μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, Ποικίλη Στοά

 

Το Δευτέρα ή Τρίτη είναι το βιβλίο που κρύβεται βαθιά στο ασυνείδητο κάθε βιβλιόφιλου και επανέρχεται κάθε φορά που η συζήτηση επιστρέφει στο ζήτημα της έκφρασης, της φαντασίας, της τέχνης ή της γραφής.

 

Παρότι αφορά την πρώιμη περίοδο της Γουλφ, με ημερομηνία έκδοσης μόλις το 1921, συνιστά την πιο σημαντική ενδεχομένως συλλογή διηγημάτων της, ακριβώς γιατί αποκαλύπτει, στην αρχή τους, τα βασικά ερείσματα της τέχνης της μέσα από τα μεγάλα ερωτήματα για το πρόσωπο του συγγραφέα και την απελευθέρωση των εκφραστικών του ορίων, τη φαντασία που οφείλει να είναι πάντα αχαλίνωτη και το ελάχιστο που αποκτά διαστάσεις μεγαλείου, όταν δεν περιορίζεται από τους κανόνες της πραγματικότητας.

 

Τα σπάργανα της έκφρασης και του επεξεργασμένου αυτοματοποιημένου λόγου, του περίφημου stream of consciousness, που θα ανοίξουν τον δρόμο για τον Φάρο ή τα Κύματα, βρίσκονται ακριβώς σε αυτήν τη διαμαντένια συλλογή που κυκλοφορεί σε όμορφη μετάφραση Γιώργου Μπαρουξή από τις εκδόσεις Ποικίλη Στοά (οι οποίες, σημειωτέον, μας έχουν χαρίσει μια σειρά από αριστουργηματικές μικρές ιστορίες, όπως εκείνες μιας ιδανικής συνομιλήτριας της Γουλφ και άσπονδης φίλης, της Κάθριν Μάνσφιλντ).

 

Εκπληκτικό το θάμβος των περιγραφών και η ανάδειξη του πρωτεϊκού βλέμματος της συγγραφέως που διαπερνά κάθε μικρή λεπτομέρεια, αποκαλύπτοντας τη δύναμη της αφήγησης: «Σε τελική ανάλυση, γιατί να μη γεννιέσαι εκεί όπως εδώ, ανήμπορος, άφωνος, να μην μπορείς να εστιάσεις την όρασή σου, να ψηλαφείς τις ρίζες των χορταριών μπροστά στα ποδοδάχτυλα των Γιγάντων; Όσο για το να ξέρεις ποια είναι δέντρα και ποια είναι άντρες και γυναίκες, ή αν υπάρχουν τέτοια πράγματα, δεν θα είσαι σε θέση να το κάνεις για πενήντα χρόνια πάνω-κάτω. Δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο από χώρους από φως και σκοτάδι, που θα του τέμνουν χοντρά κοτσάνια, και αρκετά πιο ψηλά ίσως, ροδόσχημες κηλίδες με απροσδιόριστο χρώμα –μουντά ροζ και μπλε– τα οποία, καθώς περνά ο χρόνος, γίνονται πιο σαφή, γίνονται – δεν ξέρω τι....».


Εδώ δίνονται και οι απαντήσεις για το ζήτημα της γραφής ‒ειδικά στα περίφημα Δευτέρα ή Τρίτη και Άγραφο Μυθιστόρημα‒ και αποκαλύπτεται η ικανότητα της Γουλφ να τρυπώνει σε μια καρφίτσα, να πετά μαζί με τους ερωδιούς, να εισχωρεί στη σκέψη μιας γυναίκας στο τρένο, να κρύβεται πίσω και κάτω από τα βρύα, να παρατηρεί οτιδήποτε μπορεί να αποκαλύπτεται με τις διαστάσεις του θαύματος.

 

Όπως έλεγε χαρακτηριστικά η ίδια, «πρώτο μας έργο και πρωταρχική δουλειά είναι να συλλάβουμε το νόημα της γραφής» εννοώντας πως η ύψιστη αποστολή του συγγραφέα είναι να ζήσει ακόμα και τη φαντασμαγορία του τίποτα για να τη μετατρέψει σε μεγάλη τέχνη. Και αυτό η ίδια το κατάφερε με το παραπάνω.


Άλις Όσβαλντ

Μνημείο Πεσόντων

μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, Μελάνι

 

Βαδίζοντας στα χνάρια του ιλιαδικού κόσμου, νιώθοντας τη σκόνη και τη μεταλλική γεύση του αίματος, η Βρετανίδα Άλις Όσβαλντ στήνει ένα αριστουργηματικό ποιητικό μνημείο με άξονα τους αμνημόνευτους και ατραγούδιστους νεκρούς του έπους, το οποίο με ευστοχία αποκαλεί Μνημείο Πεσόντων.

 

Κυρίως, όμως, ανασυστήνει με τα ίδια ακριβώς εργαλεία ολόκληρο τον ομηρικό κόσμο, φτάνοντας μέχρι την απλή λεπτομέρεια της αίσθησης του θανάτου που είναι κυρίαρχη σε κάθε απτή παρομοίωση, σε κάθε κίνηση της φύσης, «όπως ένα μουρμούρισμα του ανέμου/ ξεκινά ένα ψιθύρισμα κυμάτων/ μια μακριά νότα δυναμώνει/ Το νερό αναπνέει στεναγμό βαθύ/ Σαν κυματισμό της γης/ Όταν ο δυτικός άνεμος περνάει μέσα από χωράφι/ Λαχταρώντας ψάχνοντας/ χωρίς να βρίσκει τίποτα/ Οι μίσχοι των καλαμποκιών τινάζουν τα πράσινα κεφάλια τους».

 

Κάθε φύλλο που φυσάει, κάθε δόρυ που ακούγεται βροντερό, κάθε λάμψη ή υποψία σάρκας μοιάζει να προμηνύει το κακό που έρχεται και ουσιαστικά μνημονεύεται εν ονόματι όλων εκείνων των σημείων που έφτιαξαν τα προφορικά έπη. Δεν πρόκειται για άλλο ένα λυρικό σχόλιο πάνω στο ομηρικό έργο αλλά για ένα εξαίσιο μνημείο της προφορικής παράδοσης που φροντίζει να μας υπενθυμίζει, σε κάθε στίχο και σε κάθε επανάληψη, την καταγωγή της ποίησης ως μελέτης θανάτου.

 

Η οξφορδιανή Όσβαλντ κρατάει με αξιοθαύμαστη οικονομία τη δωρικότητα του ύφους, εντοπίζει την ισορροπία των μεταφορών, νιώθει το συμβολικό βάρος των παρομοιώσεων και εγκολπώνεται την πιο μικρή λεπτομέρεια της φύσης για να ανασυστήσει το βάρος του θρήνου, καταθέτοντας τη δική της συμβολή σε αυτό που αποκαλείται ποίημα, προφορική παράδοση, μοιρολόι. Σε αυτό είναι τυχερή γιατί συναντά μια μεταφράστρια που, ως ποιήτρια η ίδια, αφουγκράζεται τις ανάσες της και αποδίδει στα ελληνικά με τρόπο ακριβή τον απεικονιστικό της λόγο.

 

Όπως σημειώνει με εξαιρετική ακρίβεια η Μυρσίνη Γκανά στον πρόλογό της: «Ο λυρισμός των παρομοιώσεων, που άλλες φορές γλυκαίνει το τραγούδι του θανάτου και άλλες το δυναμώνει και το ενισχύει, φέρνει τη μοίρα του ανθρώπου σε αντιπαραβολή με αυτή όλων των άλλων φυσικών πλασμάτων, του ελαφιού, του λύκου, του λουλουδιού, των βράχων και των φύλλων, που ανανεώνονται, χάνονται και εμφανίζονται ξανά, όπως αυτοί οι στρατιώτες, εμείς, οι επόμενοι, που περνάμε σαν κομήτες και φωτίζουμε για μια στιγμή κάποιον ουρανό, για να αντικατασταθούμε στη συνέχεια από άλλους, μπορούμε όμως να ελπίζουμε ότι κάποιοι, χιλιάδες χρόνια αργότερα ίσως να διαβάσουν το όνομά μας και να μας θυμηθούν».


Franz Kafka

Το Κτίσμα

μτφρ.-επίμετρο: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη, Άγρα

 

Θαρρείς πως σε αυτό το λαγούμι, σε αυτό το κτίσμα που έφτιαξε ο Κάφκα ως πρωταρχικός δημιουργός, κρύβεται όλη η δύναμη της λογοτεχνίας, κυριολεκτικά. Ψάχνοντας ή ανασυστήνοντας από την αρχή τι ακριβώς είναι αυτό που κάνει τον δημιουργό να στέκεται παντοδύναμος και ταυτόχρονα απόλυτα επιφυλακτικός απέναντι στο έργο του, στο Κτίσμα ο Φραντς Κάφκα αναζητά την ταυτότητα όχι μόνο του καλλιτέχνη ή του μάστορα αλλά του ίδιου του συγγραφέα.

 

Μόνο που ο δημιουργός, εν προκειμένω, δεν είναι άνθρωπος αλλά ζώο. Δεν λειτουργεί, δηλαδή, με βάση τις αρχετυπικές συνιστώσες ή τα πρότυπα αλλά αντίστροφα. «Οι ζωοποιήσεις είναι οι απόλυτες εκτοπίσεις που βυθίζονται στον αποψιλωμένο κόσμο όπου είχε επενδύσει ο Κάφκα» έγραφαν οι Ντελέζ και Γκαταρί, γνωρίζοντας πως στον κόσμο του Κάφκα δεν υπάρχουν μοντέλα, όρια, ηθικά ή χωροταξιδικα δεδομένα. Τα πάντα είναι συνηχήσεις ή ροές, τρόποι λειτουργίας ή συναρμογής.


Όλα αυτά αναφαίνονται με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο στο πιο καφκικό των καφκικών διηγημάτων που συνοψίζει όλο τον μηχανισμό της περίτεχνης, σπειροειδούς και πολύτροπης αφήγησης, φτιαγμένης με τα καθαρά υλικά του Τσέχου συγγραφέα. Πρόκειται για την πιο ακριβή, πλην όμως ανολοκλήρωτη, έκφραση αυτού που ο Κάφκα ήθελε να στήσει στο εσωτερικό των μυθιστορημάτων του: να μιλήσει για τον τρόπο που ο συγγραφέας εκλαμβάνει το ίδιο το έργο του, αδυνατώντας να καταλάβει πώς μπορεί να προστατέψει κάτι που μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα ως καταφύγιο αλλά και ως παγίδα.

 

Σε αυτόν τον περίκλειστο κόσμο κάλλιστα μπορεί κανείς να νιώσει ασφυκτικά ή τουλάχιστον να χαθεί στις διάφορες συναρμογές και στα άπειρα νοήματα, δηλαδή στους απέραντους διαδρόμους που καταλήγουν σε ακόμα μεγαλύτερες πλατείες απ' όπου εκκινούν ακόμα μεγαλύτεροι διάδρομοι ή κρύπτες.

 

Με μια μεταφορική αναλογία κανείς αντιλαμβάνεται ότι το καμπαλιστικό αυτό κατασκεύασμα προσομοιάζει σε ένα αλληγορικό σύμπαν ατελεύτητης διάρκειας με υπερφυσικές διαστάσεις και μεταφυσικά πρόσημα. Και αυτό γιατί όσο κι αν μοιάζει χωμένο στη γη το κτίσμα άλλο τόσο αποκαλύπτει έναν υπερβατικό, ανοδικό χαρακτήρα: «Από τον πάνω κόσμο ήρθα μέσα στο κτίσμα μου και νιώθω την επίδρασή του αμέσως. Είναι ένας νέος κόσμος, που δίνει καινούργιες δυνάμεις και ό,τι ήταν απάνω κούραση εδώ δεν μετράει ως τέτοια».

 

Ο κόπος που καταβάλλει, επομένως, το ζώο-δημιουργός για να προστατεύσει ή να γλιτώσει από το κτίσμα είναι αντίστοιχος με τον κόπο που κατέβαλλε διαρκώς ο ίδιος ο Κάφκα για να περισώσει και ταυτόχρονα να καταστρέψει το δημιούργημά του, την ίδια στιγμή που η ζωή του εξαρτιόταν αποκλειστικά από αυτό. Το Κτίσμα είναι από τα τελευταία διηγήματα που έγραψε προτού και πεθάνει αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο πως η γραφή ήταν ταυτόχρονα η ευλογία και η κατάρα του ‒ ίσως ο μόνος τρόπος να υπάρξει τελικά.