Φραντς Κάφκα, Άλις Όσβαλντ, Βιρτζίνια Γουλφ: Τρία μικρά εκφραστικά διαμάντια

Φραντς Κάφκα, Άλις Όσβαλντ, Βιρτζίνια Γουλφ: Τρία μικρά εκφραστικά διαμάντια Facebook Twitter
Η Βιρτζίναι Γουλφ, ο Φραντς Κάφκα και η Άλις Όσβαλντ
0

Βιρτζίνια Γουλφ

Δευτέρα ή Τρίτη

μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, Ποικίλη Στοά

Το Δευτέρα ή Τρίτη είναι το βιβλίο που κρύβεται βαθιά στο ασυνείδητο κάθε βιβλιόφιλου και επανέρχεται κάθε φορά που η συζήτηση επιστρέφει στο ζήτημα της έκφρασης, της φαντασίας, της τέχνης ή της γραφής.

Παρότι αφορά την πρώιμη περίοδο της Γουλφ, με ημερομηνία έκδοσης μόλις το 1921, συνιστά την πιο σημαντική ενδεχομένως συλλογή διηγημάτων της, ακριβώς γιατί αποκαλύπτει, στην αρχή τους, τα βασικά ερείσματα της τέχνης της μέσα από τα μεγάλα ερωτήματα για το πρόσωπο του συγγραφέα και την απελευθέρωση των εκφραστικών του ορίων, τη φαντασία που οφείλει να είναι πάντα αχαλίνωτη και το ελάχιστο που αποκτά διαστάσεις μεγαλείου, όταν δεν περιορίζεται από τους κανόνες της πραγματικότητας.

Τα σπάργανα της έκφρασης και του επεξεργασμένου αυτοματοποιημένου λόγου, του περίφημου stream of consciousness, που θα ανοίξουν τον δρόμο για τον Φάρο ή τα Κύματα, βρίσκονται ακριβώς σε αυτήν τη διαμαντένια συλλογή που κυκλοφορεί σε όμορφη μετάφραση Γιώργου Μπαρουξή από τις εκδόσεις Ποικίλη Στοά (οι οποίες, σημειωτέον, μας έχουν χαρίσει μια σειρά από αριστουργηματικές μικρές ιστορίες, όπως εκείνες μιας ιδανικής συνομιλήτριας της Γουλφ και άσπονδης φίλης, της Κάθριν Μάνσφιλντ).

Εκπληκτικό το θάμβος των περιγραφών και η ανάδειξη του πρωτεϊκού βλέμματος της συγγραφέως που διαπερνά κάθε μικρή λεπτομέρεια, αποκαλύπτοντας τη δύναμη της αφήγησης: «Σε τελική ανάλυση, γιατί να μη γεννιέσαι εκεί όπως εδώ, ανήμπορος, άφωνος, να μην μπορείς να εστιάσεις την όρασή σου, να ψηλαφείς τις ρίζες των χορταριών μπροστά στα ποδοδάχτυλα των Γιγάντων; Όσο για το να ξέρεις ποια είναι δέντρα και ποια είναι άντρες και γυναίκες, ή αν υπάρχουν τέτοια πράγματα, δεν θα είσαι σε θέση να το κάνεις για πενήντα χρόνια πάνω-κάτω. Δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο από χώρους από φως και σκοτάδι, που θα του τέμνουν χοντρά κοτσάνια, και αρκετά πιο ψηλά ίσως, ροδόσχημες κηλίδες με απροσδιόριστο χρώμα –μουντά ροζ και μπλε– τα οποία, καθώς περνά ο χρόνος, γίνονται πιο σαφή, γίνονται – δεν ξέρω τι....».


Εδώ δίνονται και οι απαντήσεις για το ζήτημα της γραφής ‒ειδικά στα περίφημα Δευτέρα ή Τρίτη και Άγραφο Μυθιστόρημα‒ και αποκαλύπτεται η ικανότητα της Γουλφ να τρυπώνει σε μια καρφίτσα, να πετά μαζί με τους ερωδιούς, να εισχωρεί στη σκέψη μιας γυναίκας στο τρένο, να κρύβεται πίσω και κάτω από τα βρύα, να παρατηρεί οτιδήποτε μπορεί να αποκαλύπτεται με τις διαστάσεις του θαύματος.

Όπως έλεγε χαρακτηριστικά η ίδια, «πρώτο μας έργο και πρωταρχική δουλειά είναι να συλλάβουμε το νόημα της γραφής» εννοώντας πως η ύψιστη αποστολή του συγγραφέα είναι να ζήσει ακόμα και τη φαντασμαγορία του τίποτα για να τη μετατρέψει σε μεγάλη τέχνη. Και αυτό η ίδια το κατάφερε με το παραπάνω.


Άλις Όσβαλντ

Μνημείο Πεσόντων

μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, Μελάνι

Βαδίζοντας στα χνάρια του ιλιαδικού κόσμου, νιώθοντας τη σκόνη και τη μεταλλική γεύση του αίματος, η Βρετανίδα Άλις Όσβαλντ στήνει ένα αριστουργηματικό ποιητικό μνημείο με άξονα τους αμνημόνευτους και ατραγούδιστους νεκρούς του έπους, το οποίο με ευστοχία αποκαλεί Μνημείο Πεσόντων.

Κυρίως, όμως, ανασυστήνει με τα ίδια ακριβώς εργαλεία ολόκληρο τον ομηρικό κόσμο, φτάνοντας μέχρι την απλή λεπτομέρεια της αίσθησης του θανάτου που είναι κυρίαρχη σε κάθε απτή παρομοίωση, σε κάθε κίνηση της φύσης, «όπως ένα μουρμούρισμα του ανέμου/ ξεκινά ένα ψιθύρισμα κυμάτων/ μια μακριά νότα δυναμώνει/ Το νερό αναπνέει στεναγμό βαθύ/ Σαν κυματισμό της γης/ Όταν ο δυτικός άνεμος περνάει μέσα από χωράφι/ Λαχταρώντας ψάχνοντας/ χωρίς να βρίσκει τίποτα/ Οι μίσχοι των καλαμποκιών τινάζουν τα πράσινα κεφάλια τους».

Κάθε φύλλο που φυσάει, κάθε δόρυ που ακούγεται βροντερό, κάθε λάμψη ή υποψία σάρκας μοιάζει να προμηνύει το κακό που έρχεται και ουσιαστικά μνημονεύεται εν ονόματι όλων εκείνων των σημείων που έφτιαξαν τα προφορικά έπη. Δεν πρόκειται για άλλο ένα λυρικό σχόλιο πάνω στο ομηρικό έργο αλλά για ένα εξαίσιο μνημείο της προφορικής παράδοσης που φροντίζει να μας υπενθυμίζει, σε κάθε στίχο και σε κάθε επανάληψη, την καταγωγή της ποίησης ως μελέτης θανάτου.

Η οξφορδιανή Όσβαλντ κρατάει με αξιοθαύμαστη οικονομία τη δωρικότητα του ύφους, εντοπίζει την ισορροπία των μεταφορών, νιώθει το συμβολικό βάρος των παρομοιώσεων και εγκολπώνεται την πιο μικρή λεπτομέρεια της φύσης για να ανασυστήσει το βάρος του θρήνου, καταθέτοντας τη δική της συμβολή σε αυτό που αποκαλείται ποίημα, προφορική παράδοση, μοιρολόι. Σε αυτό είναι τυχερή γιατί συναντά μια μεταφράστρια που, ως ποιήτρια η ίδια, αφουγκράζεται τις ανάσες της και αποδίδει στα ελληνικά με τρόπο ακριβή τον απεικονιστικό της λόγο.

Όπως σημειώνει με εξαιρετική ακρίβεια η Μυρσίνη Γκανά στον πρόλογό της: «Ο λυρισμός των παρομοιώσεων, που άλλες φορές γλυκαίνει το τραγούδι του θανάτου και άλλες το δυναμώνει και το ενισχύει, φέρνει τη μοίρα του ανθρώπου σε αντιπαραβολή με αυτή όλων των άλλων φυσικών πλασμάτων, του ελαφιού, του λύκου, του λουλουδιού, των βράχων και των φύλλων, που ανανεώνονται, χάνονται και εμφανίζονται ξανά, όπως αυτοί οι στρατιώτες, εμείς, οι επόμενοι, που περνάμε σαν κομήτες και φωτίζουμε για μια στιγμή κάποιον ουρανό, για να αντικατασταθούμε στη συνέχεια από άλλους, μπορούμε όμως να ελπίζουμε ότι κάποιοι, χιλιάδες χρόνια αργότερα ίσως να διαβάσουν το όνομά μας και να μας θυμηθούν».


Franz Kafka

Το Κτίσμα

μτφρ.-επίμετρο: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη, Άγρα

Θαρρείς πως σε αυτό το λαγούμι, σε αυτό το κτίσμα που έφτιαξε ο Κάφκα ως πρωταρχικός δημιουργός, κρύβεται όλη η δύναμη της λογοτεχνίας, κυριολεκτικά. Ψάχνοντας ή ανασυστήνοντας από την αρχή τι ακριβώς είναι αυτό που κάνει τον δημιουργό να στέκεται παντοδύναμος και ταυτόχρονα απόλυτα επιφυλακτικός απέναντι στο έργο του, στο Κτίσμα ο Φραντς Κάφκα αναζητά την ταυτότητα όχι μόνο του καλλιτέχνη ή του μάστορα αλλά του ίδιου του συγγραφέα.

Μόνο που ο δημιουργός, εν προκειμένω, δεν είναι άνθρωπος αλλά ζώο. Δεν λειτουργεί, δηλαδή, με βάση τις αρχετυπικές συνιστώσες ή τα πρότυπα αλλά αντίστροφα. «Οι ζωοποιήσεις είναι οι απόλυτες εκτοπίσεις που βυθίζονται στον αποψιλωμένο κόσμο όπου είχε επενδύσει ο Κάφκα» έγραφαν οι Ντελέζ και Γκαταρί, γνωρίζοντας πως στον κόσμο του Κάφκα δεν υπάρχουν μοντέλα, όρια, ηθικά ή χωροταξιδικα δεδομένα. Τα πάντα είναι συνηχήσεις ή ροές, τρόποι λειτουργίας ή συναρμογής.


Όλα αυτά αναφαίνονται με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο στο πιο καφκικό των καφκικών διηγημάτων που συνοψίζει όλο τον μηχανισμό της περίτεχνης, σπειροειδούς και πολύτροπης αφήγησης, φτιαγμένης με τα καθαρά υλικά του Τσέχου συγγραφέα. Πρόκειται για την πιο ακριβή, πλην όμως ανολοκλήρωτη, έκφραση αυτού που ο Κάφκα ήθελε να στήσει στο εσωτερικό των μυθιστορημάτων του: να μιλήσει για τον τρόπο που ο συγγραφέας εκλαμβάνει το ίδιο το έργο του, αδυνατώντας να καταλάβει πώς μπορεί να προστατέψει κάτι που μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα ως καταφύγιο αλλά και ως παγίδα.

Σε αυτόν τον περίκλειστο κόσμο κάλλιστα μπορεί κανείς να νιώσει ασφυκτικά ή τουλάχιστον να χαθεί στις διάφορες συναρμογές και στα άπειρα νοήματα, δηλαδή στους απέραντους διαδρόμους που καταλήγουν σε ακόμα μεγαλύτερες πλατείες απ' όπου εκκινούν ακόμα μεγαλύτεροι διάδρομοι ή κρύπτες.

Με μια μεταφορική αναλογία κανείς αντιλαμβάνεται ότι το καμπαλιστικό αυτό κατασκεύασμα προσομοιάζει σε ένα αλληγορικό σύμπαν ατελεύτητης διάρκειας με υπερφυσικές διαστάσεις και μεταφυσικά πρόσημα. Και αυτό γιατί όσο κι αν μοιάζει χωμένο στη γη το κτίσμα άλλο τόσο αποκαλύπτει έναν υπερβατικό, ανοδικό χαρακτήρα: «Από τον πάνω κόσμο ήρθα μέσα στο κτίσμα μου και νιώθω την επίδρασή του αμέσως. Είναι ένας νέος κόσμος, που δίνει καινούργιες δυνάμεις και ό,τι ήταν απάνω κούραση εδώ δεν μετράει ως τέτοια».

Ο κόπος που καταβάλλει, επομένως, το ζώο-δημιουργός για να προστατεύσει ή να γλιτώσει από το κτίσμα είναι αντίστοιχος με τον κόπο που κατέβαλλε διαρκώς ο ίδιος ο Κάφκα για να περισώσει και ταυτόχρονα να καταστρέψει το δημιούργημά του, την ίδια στιγμή που η ζωή του εξαρτιόταν αποκλειστικά από αυτό. Το Κτίσμα είναι από τα τελευταία διηγήματα που έγραψε προτού και πεθάνει αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο πως η γραφή ήταν ταυτόχρονα η ευλογία και η κατάρα του ‒ ίσως ο μόνος τρόπος να υπάρξει τελικά.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ