Οταν η Ρόμπιν Γκριν μπήκε για πρώτη φορά στα γραφεία του Rolling Stone στο Σαν Φρανσίσκο για συνέντευξη προς αναζήτηση εργασίας ήταν 1970, το περιοδικό του Γιαν Βένερ είχε ήδη συμπληρώσει τρία χρόνια χαοτικά συναρπαστικής ύπαρξης ενώ η ίδια είχε κλείσει τα 25 και βολόδερνε στα πέριξ του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ ως αιώνια μεταπτυχιακή φοιτήτρια με αφηρημένες συγγραφικές φιλοδοξίες.

 

Στο περιοδικό το οποίο λειτουργούσε ως άναρχη λυκοφωλιά για μια κλειστή αντροπαρέα συντακτών που κάθε τόσο έσπαγε νέα ρεκόρ στην κλίμακα του τριπτύχου «sex & drugs & rock 'n' roll», είχε πάει με χαμηλές βλέψεις αναζητώντας μια θέση γραμματέως ή βοηθού (γενικώς), αλλά μετά τη συνέντευξη με τον Βένερ έφυγε εξασφαλίζοντας την πρώτη δημοσιογραφική της ανάθεση.

 

Αθώες, ψυχεδελικές εποχές: Η Ρόμπιν δεν παρέλειψε να βιώσει κι εκείνη σε φουλ ένταση το ροκ lifestyle των συναδέλφων της όπως ο Χάντερ Σ. Τόμσον
Αθώες, ψυχεδελικές εποχές: Η Ρόμπιν δεν παρέλειψε να βιώσει κι εκείνη σε φουλ ένταση το ροκ lifestyle των συναδέλφων της όπως ο Χάντερ Σ. Τόμσον

 

Η αλήθεια είναι ότι κουβαλούσα πολύ εγωισμό για να παίρνω συνεντεύξεις από άλλους, όσο διάσημοι κι αν ήταν.

 

Θα ακολουθούσαν κι άλλες με αποτέλεσμα γρήγορα να κατοχυρωθεί στην πιάτσα ως η μοναδική γυναίκα – δημοσιογράφος της πάλαι πότε «βίβλου του ροκ και τους ελευθέριου lifestyle» (αλλά και του είδους της Νέας Δημοσιογραφίας με την επιφανή εξαίρεση της Τζόαν Ντίντιον φυσικά), τίτλο που θα κατείχε για τα επόμενα τρία χρόνια περίπου, διάστημα που καταγράφεται γλαφυρά στο βιβλίο με τα απομνημονεύματά της από εκείνη την «τρελή» εποχή και μόλις κυκλοφόρησε με τον προφανή τίτλο «Το μοναδικό κορίτσι» (The Only Girl).

 

Μεταξύ των πιο επιφανών ιστοριών, συνεντεύξεων και προφίλ που έκανε για το περιοδικό – συχνά με την συνοδεία της μετέπειτα διάσημης φωτογράφου Άνι Λίμποβιτζ – ήταν ένα μεγάλο ρεπορτάζ στα άδυτα της Marvel Comics, ένα «κυνηγητό» των Grateful Dead σε μία από τις περιοδείες τους και μια μάταιη πλην συναρπαστική απόπειρα συνέντευξης (ή έστω συνεννόησης) με τον εντελώς «καμένο» Ντένις Χόπερ στην έρημο του Νιου Μέξικο.

 

Συγχρόνως δεν παρέλειψε να βιώσει κι εκείνη σε φουλ ένταση το ροκ lifestyle των συναδέλφων της, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν «εμβληματικές» (και εμβληματικά χαμένες στη ναρκω-κοσμάρα τους) μορφές της Νέας Δημοσιογραφίας, όπως ο Χάντερ Σ. Τόμσον.

 

Με τον σύζυγό της Μίτσελ Μπέρτζες (επίσης σεναριογράφο και παραγωγό) κρατώντας τα Emmy σεναρίου για τους Sopranos το 2003
Με τον σύζυγό της Μίτσελ Μπέρτζες (επίσης σεναριογράφο και παραγωγό) κρατώντας τα Emmy σεναρίου για τους Sopranos το 2003

 

Το τέλος ήρθε μάλλον άδοξα αν και όχι εντελώς απροσδόκητα. Ήταν στα μέσα του 1973 όταν αρνήθηκε να παραδώσει ένα μεγάλο στόρι που είχε αναλάβει με θέμα τα παιδιά του δολοφονημένου Ρόμπερτ Κένεντι.

 

Οι λόγοι ήταν σοβαροί – είχε καταλήξει στο κολεγιακό κρεβάτι («στρώμα νερού» για την ακρίβεια) του Ρόμπερτ Κένεντι Τζούνιορ και κατά συνέπεια θεώρησε ότι είχε πληγεί σοβαρά η δημοσιογραφική ακεραιότητα του άρθρου – ο Γιαν Βένερ όμως την έβγαλε αμέσως από την ταυτότητα των επίλεκτων συνεργατών του εντύπου.

 

Για καιρό έμοιαζε χαμένη και χωρίς καμιά διάθεση να επιστρέψει στη δημοσιογραφία. Εκ των υστέρων όμως, η ίδια δηλώνει ευγνώμων γι' αυτή την εξέλιξη. Και δικαίως, αφού η απόλυσή της από το Rolling Stone έγινε η αρχή μιας νέας πορείας που θα την οδηγούσε στο σενάριο τηλεοπτικών σειρών και μάλιστα των πιο έγκριτων από αυτές με αποκορύφωμα τη συμμετοχή της στο γράψιμο των Sopranos, δραστηριότητα για την οποία τιμήθηκε και με το βραβεία Emmy το 2001, το 2003 και το 2004.

 

 

«Έτσι κι αλλιώς είχα τελειώσει με τη δημοσιογραφία και με το Rolling Stone» θυμάται σήμερα. «Ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι να το παραδεχτώ, αλλά η αλήθεια είναι ότι κουβαλούσα πολύ εγωισμό για να παίρνω συνεντεύξεις από άλλους, όσο διάσημοι κι αν ήταν. Ήθελα ιδανικά τα πάντα – και κυρίως το γράψιμο – να περιστρέφονται γύρω από μένα. Υπήρχε πάντα αυτό το κομμάτι του εαυτού μου που απαιτούσε να είμαι εγώ η σταρ. Ακούγεται φριχτό, αλλά είναι η αλήθεια. Από την άλλη, όσες φορές φαινόταν να συμβαίνει μια τέτοια αναγνώριση, με έπιανε τρόμος. Ειρωνικό, το ξέρω...»