Μπέρτολτ Μπρεχτ

«Με-Τι, Το βιβλίο των Παρεμβάσεων / Στη Ροή των Πραγμάτων»

μτφρ. Σπύρος Τσαλής,

εκδ. Καστανιώτης

 

Η αλογόμυγα στο πολιτικό σώμα των Γερμανών ήταν αναμφίβολα ο Μπέρτολτ Μπρεχτ: ένας παράξενος λάτρης των παραδοξολογιών ή ένας ακάματος Σωκράτης, ο οποίος δεν έκανε τίποτε άλλο από το να τριγυρνάει στα μαύρα δάση των φτωχών και των κατατρεγμένων, ξαναθέτοντας τα κρίσιμα ερωτήματα με σκοπό την ανατροπή. Μάταια, λοιπόν, θα αναζητήσει κανείς τον θεατράνθρωπο Μπρεχτ, αν δεν δει πρώτα το κραταιό σωκρατικό στοιχείο της αμφιβολίας που διέπει κάθε βήμα ή πτυχή του έργου του.

 

Αυτή η περσόνα του σοφού, για την οποία κάνει λόγο στη συνέχεια ο Μπένγιαμιν, φαίνεται να διαφεύγει την προσοχή των μελετητών και αρχίζει να εξετάζεται στα κατοπινά χρόνια, οπότε και μια πιο (μετα)μοντέρνα εικόνα του Μπρεχτ άρχισε να γίνεται περισσότερο προσιτή.

 

Προς αυτό το πλαίσιο της ανάγνωσης συνέβαλε καταλυτικά η καίρια έκδοση του «Με-Τι», αυτού του σημαντικότατου έργου που παρέμεινε αδημοσίευτο όσο ο Μπρεχτ ήταν εν ζωή και μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη υπό τον τίτλο «Με-Τι, Το βιβλίο των Παρεμβάσεων / Στη Ροή των πραγμάτων» σε μετάφραση Βασίλη Τσαλή.

 

Πρόκειται για θραύσματα, προσωπικές ιστορίες, αφορισμούς που γράφτηκαν στη διάρκεια μιας εικοσαετίας και αντικατοπτρίζουν τις θέσεις του δημιουργού απέναντι σε καίριες εκφάνσεις του δημόσιου βίου, της πραγματικότητας και της τέχνης. Απέναντι στους διανοούμενους, που του προκαλούν, όπως λέει, ανησυχία, τις υποτιθέμενες πολιτικές συμμαχίες που αδιαφορούν για τον λαό, τις ψεύτικες θεωρίες, τα εγελιανά αδιέξοδα, την κίβδηλη σκέψη που προασπίζεται τον ανθρωπισμό, αλλά ξεχνάει τον άνθρωπο.

 

Εδώ ο Μπρεχτ φοράει το προσωπείο ενός Κινέζου Σωκράτη προκειμένου να στοιχειοθετήσει μια πρακτική φιλοσοφία που συνιστά τη δική του Μεγάλη Μέθοδο. Το δύσκολο αυτό βιβλίο δεν κάνει καμία παραχώρηση ούτε μπορεί να υιοθετηθεί από τη θεσμοποιημένη κουλτούρα της εποχής, αφού προασπίζεται τις αντιφατικές όψεις της διάνοιας ‒ ακόμα και το παραλήρημα που απειλεί να καταστρέψει τις παραδεδομένες αντιλήψεις.

 

Ο ιδεατός μέσος όρος που συνήθως υιοθετεί κοινές θέσεις για το καλό, το κακό, την αλήθεια και την ομορφιά είναι για τον Μπρεχτ η φυσική και απόλυτη άρνηση της μεγαλοσύνης. Προφανώς, η λεπτή σεμνότητα της υποταγής του κρύβει και μια ακλόνητη πεποίθηση στην αναζήτηση της μεγάλης αλήθειας του άλλου, αφού «η μοίρα του ανθρώπου είναι ο άνθρωπος». Δεν σνομπάρει αλλά παλεύει.

 

Στο εν λόγω βιβλίο θαρρείς πως τα συγκεκριμένα φραγκμέντα χτίζουν, σαν κομμάτια ενός περίτεχνου παζλ, την ανοιχτή θεωρία του κόντρα στις κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής με τη «σκέψη να είναι κάτι που τρέχει πίσω απ' τους μπελάδες και μπροστά από τις πράξεις».

 

Ξέροντας πως η σκέψη οφείλει να είναι οδηγός για μια πράξη αλλά και δείγμα μιας αποκάλυψης κάποιου που ούτε καν ο ίδιος που την εκφράζει δεν έχει σκεφτεί, ο Μπρεχτ προτιμά τη λειτουργική αντίφαση. Με τη μέθοδο της παραδοξότητας, κατά το φιλοσοφικό τεστ του Αχιλλέα με τη χελώνα, που η μία θέση αναιρεί αλλά και συμπληρώνει ιδανικά την άλλη, δείχνει ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν φανατικός οπαδός των -ισμών, που τόσο τον κατηγορούσαν (φορμαλισμός, μαρξισμός κ.λπ.).

 

Όπως υπογραμμίζει ο μεταφραστής του Βασίλης Τσαλής, αυτή η παράδοξη, Μεγάλη Μέθοδος, «είναι ενιαία σε όλο το έργο του. Μπορούμε να την παρατηρήσουμε στις απλούστερες προτάσεις του, στα ποιήματά του, στο θέατρο, στην πρόζα αλλά και στα φιλοσοφικά του γραπτά: δύο δυσαρμονικές ή αντιφατικές μεταξύ τους καταστάσεις έρχονται αντιμέτωπες, προκαλώντας ανοικείωση, απομάκρυνση από τις συνηθισμένες στάσεις, συμπεριφορές και αντιλήψεις. Ωστόσο, η μέθοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται ως αυτοσκοπός αλλά ως ενεργητική παρέμβαση, η οποία χρησιμοποιεί την ποίηση και την πρόζα για να την οδηγήσει στην εμπειρία: όχι ως διαπίστωση αλλά ως χειρονομία και πράξη».

 

Με άλλα λόγια, η φιλοσοφία και η καλλιτεχνική επαναστατική πράξη ξεκινούν ακριβώς από δω, ώστε να μην καταντήσουν ένα στείρο ιδεολόγημα, καθώς «για κάθε σκέψη πρέπει να αναζητάς τον άνθρωπο από τον οποίο αυτή πηγάζει και στον οποίο αυτή απευθύνεται: τότε μόνο θα κατανοήσεις πώς επιδρά».

 

Walter Benjamin

Για τον Μπρεχτ

μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος,

εισαγωγή-επιμέλεια: Βασίλης Αλεξίου,

εκδ. Έρμα

 

Έχει κανείς την αίσθηση πως το «Για τον Μπρεχτ» του Βάλτερ Μπένγιαμιν από τις εκδόσεις Έρμα είναι ένα βιβλίο απαραίτητο σήμερα όσο ποτέ, καθώς καταφέρνει να εντοπίσει την αξία και την αξιοσύνη ενός έργου στην εποχή μας, ανατέμνει την αλήθεια μιας φιλίας δύο σπουδαίων ανδρών που πηγάζει από τον αμοιβαίο σεβασμό και στοχεύει στη ριζική αλλαγή.

 

Εν πρώτοις, ο σχεδόν σκοτεινός, μεταφυσικός ή και ερμητικός κόσμος του Βάλτερ Μπένγιαμιν καμία σχέση δεν έχει με την επιστημολογική, αντικειμενική έως και ψυχρή ανατομία του Μπέρτολτ Μπρεχτ στη φιλοσοφία και το θέατρο.

 

Πρόκειται για δύο πόλους που φαινομενικά στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλο ή, τέλος πάντων, διατηρούν το δικαίωμα να εκφράζουν δύο διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Μια προσεκτικότερη μελέτη, όμως, η οποία ανιχνεύεται στο εν λόγω βιβλίο με την επιλογή των συγκεκριμένων κειμένων (από τη σπουδή για τον Μπρεχτ έως τα σχόλια στα ποιήματά του και οι συνομιλίες ‒ ακόμα και η εισαγωγική), αναδεικνύει την κοινή αντίθεση των δύο φίλων στην αναπαραγωγική χρήση του έργου τέχνης, ενώ παράλληλα υπογραμμίζει την ανάγκη για ριζική αλλαγή και μετασχηματισμό.

 

Καθώς τόσο ο Μπρεχτ όσο και ο Μπένγιαμιν, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους θεωρητικούς της εποχής, δεν έπαψαν να διέπονται από το βαθύ αίσθημα της ευθύνης, δεν σταμάτησαν ποτέ να υποστηρίζουν την ανάγκη της τέχνης να κερδίζει το κοινωνικό σύνολο, χωρίς ωστόσο να υποπίπτει στις συγκινησιακές ή άλλες ευκολίες που εκείνο αναζητά. Στόχος είναι να μάθει το κοινό αλλά όχι να πλανευτεί, να το καθοδηγήσει με πλατωνικό τρόπο, αλλά όχι να του προσφέρει τη λύση, ούτε καν την κάθαρση.

 

Καταλυτικό ρόλο στο σημείο αυτό φαίνεται να διαδραματίζει η έννοια της χειρονομίας, αυτή η μυστική κίνηση που καταργεί την αναπαραστασιμότητα και λειτουργεί αποκαλυπτικά για το έργο. Η χειρονομία ή, κατ' άλλους, μορφασμός είναι αυτό που θα μετατοπίσει το βλέμμα από την εύκολη λύση της γραμμικής ανάλυσης και θα προσφέρει το στοιχείο της έκπληξης ή της αποκάλυψης, το οποίο ο Μπενγιαμιν αναζητούσε διακαώς στην τέχνη και ο Μπρεχτ θεώρησε αναπόσπαστο στοιχείο της.

 

Καταργώντας έτσι την απλή αναπαραγωγική διαδικασία, άμεσα συνυφασμένη με τη μίμηση, η χειρονομία ως «η ύλη» του λεγόμενου Επικού Θεάτρου κάνει, όπως τονίζει ο Μπένγιαμιν στην ανάλυσή του, «τη ζωή να ξεπεταχτεί από την κοίτη του χρόνου και να μετεωριστεί, κερδίζοντας στιγμιαία στο κενό διάστημα πριν ξαναγυρίσει την κοίτη της».

 

Ως εκ τούτου, ο ηθοποιός δεν είναι αυτός που υιοθετεί έναν ρόλο ή μιμείται την πραγματικότητα αλλά τη μετασχηματίζει, ορίζοντας εκ νέου, με τον δικό του τρόπο, το πραγματικό, το οποίο δεν είναι φαινομενικό αλλά υπάρχει ως φαντασία. Δεν είναι όμως μόνο το θέατρο ή το έργο που δεν συνιστά απεικόνιση ενός εξωτερικού κόσμου που υπάρχει εκ των προτέρων αλλά και η λογοτεχνία και κάθε έργο τέχνης το οποίο οφείλει, αν θέλει να αλλάξει τον κόσμο, να τον μετασχηματίσει και όχι να τον απεικονίσει.

 

«Αυτό που προτείνεται εδώ», γράφει ο Μπένγιαμιν στο «Για τον Μπρεχτ» (στο κεφάλαιο «Από ένα σχόλιο για τον Μπρεχτ»), «δεν είναι απλή ανακαίνιση αλλά η ριζική καινοτομία. Εδώ η λογοτεχνία δεν επαφίεται στην ευαισθησία του όποιου συγγραφέα, ο οποίος, μην έχοντας τη θέληση ν' αλλάξει τον κόσμο, περνάει στο στρατόπεδο της μετριοπάθειας. Εδώ η λογοτεχνία γνωρίζει πως η μόνη δυνατότητα που της απέμεινε είναι να γίνει ένα παραπροϊόν στην εξαιρετική, περίπλοκη διαδικασία της αλλαγής του ανθρώπινου κόσμου».

 

Η στάση, επομένως, απέναντι στα πράγματα δεν είναι ένα θέμα θεωρητικό αλλά απόλυτα ηθικό και άρα πρακτικό. Ως εκ τούτου, προτείνονται καινούργιες μέθοδοι: αποστασιοποίηση, διακοπή, αντιστροφή της δραματουργίας, παρέμβαση και συμμετοχή του θεατή.

 

Φαντάζεται κανείς, παρά τις έντονες διαφωνίες τους, τους δύο φίλους να θαυμάζουν τη δύναμη της ανατροπής που κρύβει ένα έργο τέχνης ή ένα τόσο έντονο ποίημα όπως το «Μεθυσμένο καράβι» του Ρεμπό ‒το οποίο αποτέλεσε κοινό θέμα συζήτησης‒, διαπιστώνοντας πως ο Μπένγιαμιν είχε τελικά δίκιο να λέει, μιμούμενος τον Μπρεχτ, πως «το να διεισδύω στο βάθος είναι ο δικός μου τρόπος να ταξιδεύω στους αντίποδες». Αυτό ήταν άλλωστε το δικό τους κοινό ταξίδι στα πάντα φουρτουνιασμένα, ευτυχώς για εκείνους, νερά του κόσμου της σκέψης.