Προφανώς το υλικό μου, συνειδητό ή ασυνείδητο, προέρχεται από μένα. Όχι από την επαγγελματική μου ιδιότητα, αλλά από τον εαυτό μου και από το πώς αυτός δομήθηκε με τα χρόνια.
Προφανώς το υλικό μου, συνειδητό ή ασυνείδητο, προέρχεται από μένα. Όχι από την επαγγελματική μου ιδιότητα, αλλά από τον εαυτό μου και από το πώς αυτός δομήθηκε με τα χρόνια.

 

Ένας καθρέφτης που σοκάρει. Η Ρου είναι μία δεκαπεντάχρονη κοπέλα που τη διώχνουν από το σπίτι της μετά από το «αμάρτημα» στο οποίο υπέπεσε. Θα βρεθεί από την επαρχία στην Αθήνα, μόνη, φτωχή και δίχως σχεδόν κανένα εφόδιο, προσπαθώντας να βρει τον εαυτό της και να επιβιώσει. Υλικό για μία δακρύβρεχτη, μελό ιστορία; Ναι. Αλλά όχι σ' αυτή τη νουβέλα.

 

Η Μαριαλένα Σπυροπούλου μάς μίλησε με πάθος για τη «Ρου», για την ηρωίδα της, για την ψυχαναλυτική σκευή της ίδιας και για το αν και πόσο τη βοήθησε γράφοντας αυτό το βιβλίο, για τη γυναικεία (και την αντρική) λογοτεχνία, για νέες και κλασικές εκδόσεις και για πολλά άλλα.

 

— Πρώτο βιβλίο, που δεν είναι ούτε μυθιστόρημα ούτε συλλογή διηγημάτων, αλλά νουβέλα. Ένα μάλλον δύσκολο είδος, ή έστω ασυνήθιστο, καθώς τα μυθιστορήματα είναι πιο εμπορικά ενώ τα διηγήματα πιο «σίγουρα» για έναν καινούργιο πεζογράφο. Πώς φτάσατε σε αυτή την απόφαση, και πώς το δέχτηκε ο εκδοτικός σας οίκος;

Δεν ήταν μια συνειδητή απόφαση. Όπως πολύ συχνά λένε οι ψυχαναλυτές, εάν ξέραμε τα πάντα για τις κινήσεις μας, τότε ίσως δεν θα τις κάναμε. Διηγήματα γράφω πολλά χρόνια, μερικά έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, όπως είναι η Νέα Εστία και το Books' Journal ή η Bookpress, άλλα βρίσκονται στα συρτάρια μου. Από τα διηγήματα που έγραφα είχα παρατηρήσει ότι υπάρχει μία μεγαλύτερη ανάγκη για μια πιο ολοκληρωμένη ιστορία, δεν με ενδιέφερε μια φέτα ζωής, αλλά να μιλήσω μέσα από ένα περιστατικό για ολόκληρη τη ζωή του ήρωα. Γι' αυτό, ενώ πλέον με κουράζουν ολοένα και περισσότερα τα διηγήματα, αγαπώ πολύ τα διηγήματα της Μανρό. Γράφοντας τη «Ρου», συνειδητοποιούσα όσο προχωρούσα ότι το υλικό ήταν «υπερχειλίζον», όπως πολύ εύστοχα έγραψε η Μαρία Τοπάλη στην Καθημερινή, αλλά παρ' όλα αυτά το κράτησα στα όρια της νουβέλας, εκεί γύρω στις 120 σελίδες. Αυτό προκύπτει μάλλον από τη δική μου ανασφάλεια για το πρώτο βιβλίο που καταθέτω. Ήθελα να ελέγξω καλύτερα το υλικό μου, να κινηθώ σε ένα όριο λέξεων που δεν θα με πρόδιδε. Η ματιά μου όμως πίσω ή κάτω από την αφήγηση, η φαντασίωση πάνω στην ιστορία και στους ήρωες, διατρέχει ολόκληρη τη ζωή τους, δηλαδή τους είχα σκεφτεί και πριν τη συνάντησή τους στο βιβλίο και είχα σκέψεις και για το τι θα έκαναν μετά. Δεν ξέρω εάν το Μεταίχμιο, ο εκδοτικός που εξέδωσε τη «Ρου», προτιμά ένα είδος έναντι ενός άλλου. Από ό,τι γνωρίζω εκδίδει και μυθιστορήματα και νουβέλες, και διηγήματα διάφορων συγγραφέων. Νομίζω ότι τον απασχολεί το εάν είναι καλό το βιβλίο, ανεξάρτητα από το είδος του. Αλλά αυτά είναι δικές μου ερμηνείες, γιατί δεν το συζητήσαμε ποτέ.

 

Ένα παιδί είναι μια γέννηση αλλά και ένας θάνατος την ίδια στιγμή. Και τα ειδυλλιακά είναι για τα φωτορομάντζα ή για τις μικρές ηλικίες, μετά γίνονται τροχοπέδη. Προσπάθησα να μεταφέρω στη «Ρου» ένα ποιητικό πλαίσιο, όχι σχηματικό, αλλά γεμάτο αντιφάσεις, αντιθέσεις και πολλαπλά νοήματα.

 

— Είναι η «Ρου» ένα γυναικείο μυθιστόρημα; Κι αν ναι, υπό ποίες έννοιες;

Η «Ρου» είναι η ιστορία μιας έφηβης που πασχίζει να ενηλικιωθεί. Η συγγραφέας της είναι γυναίκα και αρκετές από τις ηρωίδες της νουβέλες είναι γυναίκες. Άρα με αυτή την έννοια είναι ένα γυναικείο μυθιστόρημα. Αλλά όχι με την έννοια της κατηγοριοποίησης που καχύποπτα θέτουμε στο μυαλό μας επιθυμώντας να υποτιμήσουμε τελικά ένα βιβλίο. Όταν μου θέτουν τέτοιες ερωτήσεις, εγώ αναρωτιέμαι, η Βιρτζίνια Γουλφ γράφει γυναικεία μυθιστορήματα; η Αλίς Μανρό; η Γιόκο Ογκάουα; η Ελφρίντε Γέλινεκ; Εάν γράφουν αυτές γυναικεία μυθιστορήματα, και μια σειρά από άλλες που δεν έχω χώρο να τις αναφέρω, τότε και εγώ γράφω με περηφάνια γυναικείο μυθιστόρημα. Ελπίζω να έχετε εσείς οι άντρες τη σοφία να διαβάζετε γυναικεία μυθιστορήματα, όπως εμείς διαβάζουμε Ροθ, Ουελμπέκ, Ντοστογέφκσι, Ροτ, Κάφκα και αναρίθμητους άλλους. Γιατί τελικά δεν υπάρχει αντρικό και γυναικείο. Υπάρχει καλή και κακή λογοτεχνία και ένα σύμπαν από διαφυλικές πλευρές μέσα στα φύλα.

 

— Είστε ψυχοθεραπεύτρια, και στο βιβλίο σας μία από τις περιφερειακές ηρωίδες σας —περιφερειακές αλλά πολύ ισχυρές ως προς τη σχέση τους με την πρωταγωνίστρια— είναι επίσης ψυχοθεραπεύτρια. Έχετε αντλήσει, να υποθέσω, στοιχεία από εσάς για να τη χτίσετε, και συνεκδοχικά πόση από την ιδιότητά σας αυτή βάλατε στη «Ρου»;

Προφανώς το υλικό μου, συνειδητό ή ασυνείδητο, προέρχεται από μένα. Όχι από την επαγγελματική μου ιδιότητα, αλλά από τον εαυτό μου και από το πώς αυτός δομήθηκε με τα χρόνια. Άλλωστε η ψυχανάλυση δεν είναι μια τεχνική επιστήμη, είναι μια διαχρονική σκέψη και μια αναδόμηση εαυτού. Φυσικά γνωρίζω λίγα περισσότερα για την ψυχανάλυση από έναν άλλο συγγραφέα που δεν είναι επαγγελματίας ψυχαναλυτής, αλλά και πάλι το ζητούμενό μου είναι να γράψω κάτι που με απασχολεί πέρα και πάνω από ιδιότητες και επαγγελματικά προσωπεία. Μπορώ να πω πλέον, μετά από έξι μήνες που κυκλοφορεί η «Ρου», ότι μάτωσα για αυτές τις ηρωίδες γιατί βγήκαν από κάτι πολύ βαθύτερο δικό μου, και όχι από την επιστημονική μου σκευή. Ήθελα να μιλήσω για την αποδοχή, τη συμφιλίωση, και εντέλει την αγάπη. Και, ναι, εγώ εκτός από το σπίτι μου, τα βίωσα αυτά στη σχέση μου και με την ψυχαναλύτριά μου.

 

— Είστε εσείς η Ρου; Εννοώ, φυσικά, απλώς σαν χαρακτήρας, σαν ψυχοσύνθεση. «Αναλυθήκατε» γράφοντας το βιβλίο;

Γιατί δεν με ρωτάτε εάν είμαι εγώ η Μαίρη ή η Βέρα ή ακόμα και ο θείος; Όλοι αυτοί οι ήρωες βγήκαν από το σώμα μου, άρα κάτι έχουν όλοι από μένα. Η Ρου έχει στοιχεία δικά μου χωρίς να είμαι εγώ. Σίγουρα λατρεύω τον χορό και πάτησα πόδι σε διάφορες στιγμές στη ζωή μου διεκδικώντας τη χαρά. Πέραν τούτου, ήθελα να δημιουργήσω έναν ήρωα, μια ηρωίδα που θα μείνει στο ασυνείδητο του αναγνώστη. Που θα τον εμπνεύσει, που θα τη νιώθει σαν πραγματική. Μερικοί αναγνώστες ήδη με έχουν τιμήσει λέγοντας ότι η Ρου τούς συγκίνησε. Αυτός ήταν ο σκοπός μου, και αυτός είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας κατ' εμέ.

 

Υπάρχει όντως κάτι σοκαριστικό στο βιβλίο και αυτό δεν είναι οι κακές λέξεις. Το σοκαριστικό κατά τη δική μου άποψη είναι ένας καθρέφτης που δημιουργείται για να δούμε λίγο τον εαυτό μας, τη μάνα μας, τον πατέρα μας και τις σχέσεις που χτίζουμε.

 

— Υπάρχουν πολλές φωνές στο βιβλίο, διάφορες αφηγηματικές ματιές. Και μια τυπογραφική ιδιαιτερότητα. Επίσης, η νουβέλα δεν είναι γραμμένη γραμμικά. Θέλατε να ξεχωρίζει το βιβλίο σας και ως προς αυτό, ή ήταν μία κεντρική επιλογή, κάτι που θεωρούσατε εξαρχής δεδομένο;

Μπορεί να νομίζει κάποιος ότι έχω ένα καλά καταστρωμένο σχέδιο για τη ζωή μου, αλλά αυτό στην περίπτωσή μου δεν ισχύει. Δεν ξέρω γιατί έγραψα έτσι αυτό το βιβλίο. Ξέρω σίγουρα ότι έτσι «διαταραγμένο» είναι το μυαλό μου. Σκέφτομαι παράλληλα πολλά και διαφορετικά πράγματα και η ζωή μου, ενώ φαινομενικά έχει μια τακτοποίηση, εσωτερικά κάθε βράδυ γκρεμίζεται για να την ξαναχτίσει το πρωινό ξυπνητήρι. Και επίσης βαριέμαι εύκολα. Βαριέμαι τις μακριές περισπούδαστες αφηγήσεις όπως βαριέμαι την αγγλική εξοχή. Και επίσης βαριέμαι την αφαίρεση χωρίς λόγο, τον ελλειπτικό λόγο που είναι πρόζα, τα «σεμέν» που λέω εγώ, όπως βαριέμαι και τη λεξιλαγνεία. Θέλω δράση και βάθος και στη ζωή και στη λογοτεχνία. Και καθόλου επιτήδευση. Αυτά κυνηγώ.

 

— Χρησιμοποιείτε τη γλώσσα σχεδόν σε όλο της το εύρος, οπότε δεν διστάζετε να γράφετε και όπως μιλούν οι έφηβοι μεταξύ τους — συχνά, με «κακές» λέξεις. Πιστεύετε ότι αυτό θα είναι ίσως σοκαριστικό για κάποιους αναγνώστες;

Μου θυμίζετε με αυτή την ερώτηση αυτό που ρωτάνε μερικές πρωταγωνίστριες του θεάτρου, πώς νιώθουν που εμφανίζονται στη σκηνή γυμνές; Το ζήτημα είναι εάν επετεύχθη ο σκοπός μου. Δηλαδή εάν είναι πειστική η έφηβη που δημιούργησα. Αν είναι, τότε μάλλον χρειαζόταν και αυτή η χρήση της γλώσσας. Κοιτάξτε, υπάρχει όντως κάτι σοκαριστικό στο βιβλίο και αυτό δεν είναι οι κακές λέξεις. Το σοκαριστικό κατά τη δική μου άποψη είναι ένας καθρέφτης που δημιουργείται για να δούμε λίγο τον εαυτό μας, τη μάνα μας, τον πατέρα μας και τις σχέσεις που χτίζουμε.

 

— Σε ένα σπίτι που περιγράφετε σαν φυλακή βγαλμένη από βικτοριανό μυθιστόρημα, παρά ταύτα υπάρχουν πολλά βιβλία — μία πελώρια βιβλιοθήκη. Υπάρχουν και άλλα αντιστικτικά στοιχεία στη «Ρου» — οι στοργικοί γονείς που διώχνουν το παιδί τους, ένα ειδυλλιακό νησί που κάποιοι ήρωές σας βλέπουν σαν τόπο μαρτυρίου, ο καλλωπισμός που είναι γεμάτος «τρίχες». Θέλετε να μας μιλήσετε για αυτά;

Η ζωή δεν είναι άσπρο-μαύρο, είναι γκρι. Και όσο μεγαλώνουμε αυτό γίνεται ακόμα πιο συνειδητό. Όπως πλέον, μεγαλώνοντας, πέφτω σε στιγμές μεγάλης θλίψης κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων ή των καλοκαιρινών διακοπών, έτσι και η οικογενειακή ζωή κρύβει πολλά πάθη, παρά την αγάπη — ενώ ακόμα και μια οδυνηρή συνθήκη έχει και κάτι καλό στους κόλπους της. Για αυτό και πρέπει να αντέχουμε να παίρνουμε από τις καταστάσεις και τους ανθρώπους ό,τι μας δίνουν. Δεν υπάρχει πουθενά το τέλειο και το ολοκληρωμένο — τα πάντα έχουν και τα δύο πρόσημα. Η κώμη στις γυναίκες είναι σύμβολο ομορφιάς, καμιά φορά όμως η υπερβολική τριχοφυΐα ή η παντελής έλλειψη γίνεται πρόβλημα, η επιστήμη προσφέρει γνώση αλλά και οξύνει το αίσθημα της μοναξιάς, ο έρωτας ενισχύει την ένωση αλλά σίγουρα και τη διάλυση. Ένα παιδί είναι μια γέννηση αλλά και ένας θάνατος την ίδια στιγμή. Και τα ειδυλλιακά είναι για τα φωτορομάντζα ή για τις μικρές ηλικίες, μετά γίνονται τροχοπέδη. Προσπάθησα να μεταφέρω στη «Ρου» ένα ποιητικό πλαίσιο, όχι σχηματικό, αλλά γεμάτο αντιφάσεις, αντιθέσεις και πολλαπλά νοήματα.

 

— Ποιους συγγραφείς θα θεωρούσατε δασκάλους σας; Και ποιους ψυχαναλυτές;

Είναι πολύ ωραία η ερώτηση έτσι όπως μου τη θέτετε, γιατί πολλοί ψυχαναλυτές μού άνοιξαν την όρεξη για τη λογοτεχνία, όπως ο Pontalis, ο Εμπειρίκος, ο ίδιος ο Freud ή η Μαρία Βοναπάρτη, ενώ πολλοί λογοτέχνες λειτούργησαν σε μένα σαν δάσκαλοι αλλά και σαν ψυχαναλυτές, όπως η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Μισέλ Ουελμπέκ ή ο Τζέφρι Ευγενίδης με το «Middlesex», αλλά και παλιότερα στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια η Ένιντ Μπλάιτον, τα Εικονογραφημένα Παραμύθια, ο Τσέχοφ, ο Ντοστογέφσκι, ο Τουργκένιεφ, η Σώτη Τριανταφύλλου με το «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης» και ο Καραγάτσης ή ο Καζαντζάκης με την «Ασκητική» του. Μου άρεσαν πολλά και διαφορετικά είδη. Πλέον αναζητώ τον συνδυασμό της δράσης με τον ποιητικό στοχασμό, τα πολλαπλά επίπεδα στην αφήγηση και το ψυχογράφημα μαζί με τη ρέουσα και δουλεμένη γλώσσα.

 

— Θέλετε να μας πείτε μερικά λογοτεχνικά βιβλία πρόσφατης παραγωγής που έχετε ξεχωρίσει; Ελλήνων και μη.

Έχω ξεχωρίσει τον Alejandro Jambra και τα δύο βιβλία του που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Ίκαρος, ποιητικές συλλογές Ελλήνων και ξένων όπως η πρόσφατη που βραβεύτηκε του Αλέκου Λούντζη, με τίτλο «Προπαγάνδα», την Κλαρίσε Λισπέκτορ που έβγαλαν πριν από λίγο καιρό οι Αντίποδες, επίσης βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Χατζηνικολάου στο βιβλίο του «Ιάκωβος». Από τις περσινές κυκλοφορίες ξεχώρισε η «Πρωινή Γαλήνη» του Ηλία Μαγκλίνη και εγώ ανακάλυψα τη Γιόκο Ογκάουα — ιδίως ο «Παράμεσος» με συγκλόνισε.

 

— Τι ετοιμάζετε τώρα; Να περιμένουμε ίσως επέκταση σε μεγαλύτερη φόρμα; Και πότε;

Υπάρχει η υπόθεση για το επόμενο βιβλίο, καθώς και ο τίτλος. Πάντα ξεκινώ με τους τίτλους, δεν ξέρω γιατί. Λόγω μεγάλου φορτίου επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεων γράφω αργά, υπάρχουν και διαστήματα, όπως τώρα που με έχει ανάγκη η «Ρου» για την προβολή της, που περνάνε εβδομάδες χωρίς να γράφω καθόλου, οπότε μάλλον θα αργήσει το επόμενο. Σκέφτομαι μήπως απλωθεί λίγο περισσότερο, να μην είναι δηλαδή νουβέλα, αλλά και αυτό μια σκέψη είναι. Μπορεί να πραγματοποιηθεί, μπορεί και όχι.