Ένα βιβλίο-χείμαρρος που είναι ταυτόχρονα μαρτυρία, καταγγελία και ρεπορτάζ σε ρυθμούς κινηματογραφικούς, παρά τη μικρή του έκταση (176 σελίδες). Που ξετυλίγεται μέσα από μια ασυνεχή, νευρώδη και σχεδόν χωρίς σημεία στίξης αφήγηση και που διαβάζεται απνευστί, όπως άλλωστε ό,τι έχει συγγράψει ως τώρα ο αξιότιμος κύριος Νάνι Μπαλεστρίνι, εμβληματικότερο έργο του οποίου είναι το «Τα Θέλουμε Όλα» (1971), ένα βιβλίο-μανιφέστο για την Εποχή της Αμφισβήτησης. Μια Εποχή της οποίας υπήρξε διάπυρος κήρυκας όντας συνιδρυτής της κινηματικής καλλιτεχνικής ομάδας Gruppo 63 κι εξέχουσα μορφή της ιταλικής Αυτονομίας μέχρι το 1979, οπότε μαζί με άλλα μέλη της κατηγορήθηκε για τρομοκρατικές ενέργειες. Διέφυγε με σκι(!) στη Γαλλία κι επέστρεψε στην Ιταλία το 1984 οπότε έπαψε η εναντίον του σκευωρία «λόγω ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων» - περιπέτειες που ενέπνευσαν ένα άλλο περίφημο βιβλίο του, τους «Αόρατους» (1987). Ο 82χρονος σήμερα Νάνι Μπαλεστρίνι ζει μια ήσυχη ζωή και καταγίνεται, όταν δεν γράφει, με ζωγραφική και οπτικές τέχνες. Προτιμά μάλιστα να αποφεύγει τις πολιτικολογίες εφόσον μιλούν, λέει, αντί αυτού τα βιβλία του. Στο τελευταίο του πόνημα «Σάντοκαν» (2016) εστιάζει στην Ιταλία ενός Κατώτερου Θεού (τη Νότια) και τις εγκληματικές εκείνες «φαμίλιες» τύπου Καμόρα που ορίζουν το πεπρωμένο της τον τελευταίο αιώνα, συντηρώντας την υπανάπτυξη και την κοινωνική αφασία προς όφελος τόσο δικό τους όσο και των λογής αφεντικών – «συγκοινωνούντα δοχεία» είναι άλλωστε οι εξουσίες, νόμιμες ή παράνομες. Το πράττει δε αυτό «συμμαχώντας» με όλους εκείνους που δεν υπέκυψαν ποτέ στον πειρασμό να γίνουν «Καμορίστες», όσο δυνατός ή «επιβεβλημένος εκ των πραγμάτων» κι αν ήταν: «Δεν είναι μόνο ζήτημα εγκληματιών δολοφόνων, αλλά ένα ζήτημα νοοτροπίας του τόπου, επειδή το ζήτημα είναι ότι εσύ ζεις σε ένα μέρος όπου τίποτα δεν σου είναι εξασφαλισμένο, δηλαδή αφότου γεννιέσαι δεν έχεις κανένα δικαίωμα, καμία εγγύηση, δεν έχεις τίποτα απολύτως», καθώς το διατυπώνει ο ίδιος ο Νάνι στο οπισθόφυλλο τού «Σάντοκαν». Επικοινώνησα μαζί του, δέχτηκε να μου πει 2-3 πράγματα σχετικά, τα οποία και μεταφέρω, ευχαριστώντας τον μεταφραστή του Αχιλλέα Καλαμαρά για τη συνδρομή του.

 

Ασφαλώς υπήρξαν στιγμές που οι μαφιόζικες οργανώσεις έδωσαν την υποστήριξή τους στα αφεντικά «συνδράμοντας» στην καταστολή απεργιών και αποκομίζοντας έτσι χρήματα κι εξουσία, που άλλωστε είναι και ο πρωταρχικός στόχος τους.


— Τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με την Καμόρα; Ποια είναι σήμερα η δυναμική αυτής και άλλων μαφιόζικων οργανώσεων στην Ιταλία και πόσο αποτελεσματική είναι η πολυδιαφημισμένη εκστρατεία του κράτους εναντίον της;

Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης ενός βιβλίου μου στο βιβλιοπωλείο μιας πόλης κοντά στη Νάπολη, γνώρισα τον πρωταγωνιστή του βιβλίου, ένα νεαρό που έμενε σε κάποιο χωριό υπό την κυριαρχία της Καμόρα. Μου αφηγήθηκε την ιστορία μιας οικογένειας της Καμόρα που μέσα σε λίγα χρόνια έθεσε υπό την εξουσία της ολόκληρη την περιοχή, ελέγχοντας όλες τις δραστηριότητες σε αυτήν, μέχρι να γίνει μία διεθνής οικονομική δύναμη. Εντυπωσιασμένος από την ιστορία του, αποφάσισα ότι έπρεπε να γράψω ένα βιβλίο βασισμένο σε αυτή. Συνάντησα ξανά τον νεαρό για να μου δώσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, συγκέντρωσα την απαραίτητη τεκμηρίωση και όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο έβγαλε στην επιφάνεια μία πραγματικότητα που εκείνη την εποχή ήταν άγνωστη στο ευρύ κοινό.

Η υπανάπτυξη του ιταλικού Νότου και η διαδεδομένη φτώχεια αποτελούσαν από πολύ παλιά τα αίτια για την εμφάνιση μαφιόζικων φαινομένων που μέσω της παρανομίας προσφέρουν στον πληθυσμό τη δυνατότητα να αποκτήσει ένα εισόδημα, ένα στοιχειώδες βιοτικό επίπεδο. Παρά τις προσπάθειές του, το Κράτος δεν κατορθώνει να επέμβει αποτελεσματικά για να καταπολεμήσει το φαινόμενο. Θα απαιτούνταν τεράστιες επενδύσεις που είναι αδύνατον να γίνουν σε περιόδους κρίσης.

 

— Αλλά είναι άραγε η «λαϊκή στήριξη» η δύναμη της Καμόρα και των άλλων μαφιόζικων οργανώσεων ή μήπως αυτό συμβαίνει όντας κομμάτι του λεγόμενου «βαθέως κράτους»; Επιπλέον, πόσο συνέβαλε το Χόλιγουντ στη μυθοποίησή τους;

Μετά την ενοποίηση της χώρας (1861) οι οργανώσεις της Μαφίας επέβαλαν την εξουσία τους στον ιταλικό Νότο σταματώντας την οικονομική του ανάπτυξη κι ευνοώντας έτσι την οικονομία του Βορρά. Η υποταγή σε αυτές αποτελεί ένα ζήτημα επιβίωσης, η παρανομία έγινε τρόπος ζωής που βεβαίως μυθοποιήθηκε κι από κάποιες ταινίες.

 

— Ισχύει ότι η Καμόρα, η Μαφία κι άλλες τέτοιες οργανώσεις συνέδραμαν στην καταστολή του εργατικού κινήματος παλιότερα; Έχουν σήμερα πολιτικό ρόλο;

Ασφαλώς υπήρξαν στιγμές που οι μαφιόζικες οργανώσεις έδωσαν την υποστήριξή τους στα αφεντικά, «συνδράμοντας» στην καταστολή απεργιών και αποκομίζοντας έτσι χρήματα κι εξουσία, που άλλωστε είναι και ο πρωταρχικός στόχος τους. Η τακτική της διαφθοράς πολιτικών ώστε να πετύχουν παραχωρήσεις, άδειες, χάρες κ.λπ. βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη κι αποτελεί κομμάτι της συνήθους δραστηριότητάς τους.

 

— Διαβάζοντας το Σάντοκαν είχα συχνά την αίσθηση ότι έβλεπα σκηνές από την ταινία Gomorra του Ματέο Γκαρόνε. Η δική σας γνώμη για αυτό το φιλμ και την πραγματικότητα του αποτυπώνει;

Ευτύχησα να γνωρίσω τον Ρομπέρτο Σαβιάνο, συγγραφέα του βιβλίου «Γόμορρα» πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η ομώνυμη ταινία του Ματέο Γκαρόνε τον καιρό που έγραφα το Σάντοκαν, για το οποίο μάλιστα μου έκανε κάποιες χρήσιμες υποδείξεις. Το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ του για την Καμόρα υπήρξε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο για την κατανόηση του φαινομένου όπως και η ταινία του Γκαρόνε που βασίστηκε σε αυτό - το θεωρώ ένα έργο άριστης ποιότητας και ιδιαίτερα διεισδυτικό.

 

— Ένα κομμάτι της Αριστεράς φλέρταρε από παλιά με τους ποινικούς, θεωρώντας τους δυνάμει κοινωνικούς επαναστάτες. Εκτιμάτε ότι ισχύει αυτό και σε ποιο βαθμό;

Πρόκειται για μια φαντασίωση για την οποία δεν άκουσα ποτέ να μιλάνε στα σοβαρά. Στην πραγματικότητα οι μαφίες αυτές είναι συνδεδεμένες με τη δεξιά και την ακροδεξιά, όπως αποδεικνύουν και οι πολυάριθμες δίκες των διεφθαρμένων και συνένοχων δεξιών πολιτικών και δημοτικών συμβούλων. Δεν ήταν λίγοι εξάλλου οι αριστεροί πολιτικοί και δημοσιογράφοι που δολοφονήθηκαν από τέτοιες οργανώσεις επειδή τις αντιμάχονταν...