Η άνοδος του Ζαν-Μισέλ Μπασκιά στο καλλιτεχνικό σύμπαν της Νέας Υόρκης των '80s υπήρξε κυριολεκτικά μετεωρική. Ο πρώην αινιγματικός "outsider" βρισκόταν στο απόγειο της φήμης του όταν το νήμα της ζωής του κόπηκε τραγικά πρόωρα στα 27 του το 1988 μετά από υπερβολική δόση ηρωίνης.

 

Μεγαλωμένος στο Μπρούκλιν, δεν πήγε ποτέ σε κάποια σχολή καλών τεχνών και ήταν έφηβος όταν τράβηξε για πρώτη φορά την προσοχή ως το ήμισυ του ντουέτου graffiti artists που «χτύπαγαν» τους τοίχους της πόλης με την υπογραφή SAMO.

 

Ακολούθως εγκατέλειψε την ανωνυμία και έστρεψε το πυρετώδες εικαστικό του όραμα στον καμβά και με την ενίσχυση μεγαλοπαραγόντων της νεοϋορκέζικης σκηνής τέχνης όπως ο γκαλερίστας Larry Gagosian και ο Άντι Γουόρχολ ξεκίνησε την θριαμβευτική αλλά τόσο σύντομη πορεία του στο αγρίως ανταγωνιστικό σύστημα της σύγχρονης τέχνης. Τον Μάιο του 2017, τριάντα σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό του, ένας πίνακας που είχε δημιουργήσει το 1982 θα έπιανε τα 110,5 εκατομμύρια δολάρια σε δημοπρασία του οίκου Sotheby's – ποσό που αποτελεί ρεκόρ για έργο Αμερικανού εικαστικού.

 

«Είχα πιστέψει κι εγώ κάποτε ότι εικαστικός καλλιτέχνης είναι κάποιος που μπορεί να ζωγραφίζει, αλλά οι ιδέες μου έχουν αλλάξει από τότε. Τώρα βλέπω τον καλλιτέχνη ως κάτι πολύ ευρύτερο απ' αυτό».

 

Παρότι συχνά παρήγαγε τεράστια σε μέγεθος έργα, πλημμυρισμένα από κραυγές σχημάτων και χρωμάτων, ο Μπασκιά ήταν παροιμιωδώς επιφυλακτικός με τη δημοσιότητα. Σχεδόν κάθε έργο του πάντως συμπεριλαμβάνει κάποιου είδους γραπτό λόγο, είτε επρόκειτο για φράσεις πνευματώδους αφαίρεσης, είτε για ψήγματα ντανταϊστικής ποίησης όπως λόγου χάρη το "MOST YOUNG KINGS GET THEIR HEAD CUT OFF" (Οι περισσότεροι βασιλιάδες κόβουν οι ίδιοι το κεφάλι τους). Θα μπορούσε να πει κανείς ότι χρησιμοποιούσε το λόγο όπως χρησιμοποιούσε τη μπογιά και το μολύβι, αποστάζοντας στις λέξεις την ιδιοσυγκρασιακή του προοπτική.

 

Φωτο: Lee Jaffe
Φωτο: Lee Jaffe

 

Ένα νέο βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του Πανεπιστήμιου του Princeton με τίτλο "Basquiat-isms" (Μπασκια-ισμοί), συγκεντρώνει, μαζί με φωτογραφίες, διάφορα «αποφθέγματα» του Μπασκιά, αλιευμένα από τα έργα, τα σημειωματάρια και τις συνεντεύξεις του, ως σπαράγματα μιας κοσμοθεωρίας που δεν πρόλαβε τους περιορισμούς, την συγκατάβαση και τον κυνισμό της ωριμότητας. Ιδού κάποια απ' αυτά:

 

«Νομίζω ότι υπάρχουν πάρα πολλοί παραμελημένοι άνθρωποι στην τέχνη».

 

«Εγκατέλειψα το γκραφίτι γιατί έχει πολλούς κανόνες σχετικά με το τι μπορείς και τι δεν μπορείς να κάνεις, και νομίζω ότι είναι δύσκολο να κάνεις τέχνη κάτω από τέτοιες συνθήκες».

 

Φωτο: Lee Jaffe
Φωτο: Lee Jaffe

 

«Δεν υπάρχει καμιά επίδραση. Αυτό που αποκαλούν επίδραση δεν είναι επίδραση, είναι απλά η ιδέα κάποιου που διαπερνά ένα καινούργιο μυαλό, το δικό μου».

 

«Απολαμβάνω πραγματικά το ότι ο κόσμος νομίζει ότι είμαι κακό παιδί. Πιστεύω ότι είναι σπουδαίο».

 

«Ποτέ δεν δίνω σημασία τι λένε οι κριτικοί, ούτε και γνωρίζω κανέναν που να έχει ανάγκη τους κριτικούς για να ανακαλύψει τι είναι τέχνη».

 

«Προτιμώ την πληροφορία από την πινελιά – να έχω κάποιες λέξεις μόνο για να βάλω από κάτω τους κάποια συναισθήματα».

 

«Αυτό που επιζητούσα πάντα ήταν να επικοινωνήσω μια ιδέα, να ζωγραφίσω ένα ιδιαίτερο αστικό τοπίο».

 

Φωτο: Lee Jaffe
Φωτο: Lee Jaffe

 

«Προσπαθούσα να κάνω πίνακες διαφορετικούς από τους πίνακες που έβλεπα, οι οποίοι ήταν κυρίως μινιμαλιστικού ύφους και πολύ αφ' υψηλού και απόμακροι. Αναζητούσα μια ευθεία προσέγγιση έτσι ώστε βλέποντάς τους ο κόσμος θα ένιωθε αυτομάτως το συναίσθημα που κρυβόταν πίσω τους».

 

«Είχα πιστέψει κι εγώ κάποτε ότι εικαστικός καλλιτέχνης είναι κάποιος που μπορεί να ζωγραφίζει, αλλά οι ιδέες μου έχουν αλλάξει από τότε. Τώρα βλέπω τον καλλιτέχνη ως κάτι πολύ ευρύτερο απ' αυτό».

 

«Οι μεγαλύτεροι θησαυροί του κόσμου έχουν να κάνουν με την τέχνη. Μένουν για πάντα εδώ ακόμα κι αφότου έχουν φύγει οι άνθρωποι. Όταν δουλεύω όμως, δεν σκέφτομαι την τέχνη, σκέφτομαι τη ζωή».

 

"Δεν μ' αρέσει να συζητάω για τέχνη": Το οπισθόφυλλο του βιβλίου
"Δεν μ' αρέσει να συζητάω για τέχνη": Το οπισθόφυλλο του βιβλίου