Τελευταίο μάθημα

 

 Απο τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών

 

Γιάννη Ζ. Δρόσο

 

 

Το "τελευταίο μάθημα" του καθηγητή Γιάννη Δρόσου είναι στην πραγματικότητα εκείνο το ατελείωτο μάθημα που χρειάζεται κάποιος στη ζωή του κάθε φορά που φθάνει σ' ένα σταυροδρόμι· Ένας φωτεινός οδηγός ισορροπίας. Η λογική δεν αρκεί αν δεν συνοδεύεται από βαθιά γνώση. Κι αυτή με τη σειρά της δεν φθάνει αν απογυμνωθεί από τα αληθινά συναισθήματα, τον παλμό του κόσμου. Το "τελευταίο μάθημα" εμπεριέχει τα πάντα. Γι' αυτό είναι πολύτιμο· δώρο.

Νίκη Κόλλια

 

 

 

Οδυσσέας και Σειρήνες (1980), έργο του Γιάννη Γαϊτη.  Εθνική Πινακοθήκη.   "Ο κυρίαρχος Οδυσσέας διέταξε τους συντρόφους του να βουλώσουν με κερί τ΄ αυτιά τους για να μην ακούσουν τις σειρήνες και να τον δέσουν στο κατάρτι για να μην φύγει όταν ο ίδιος, χωρίς κερί στ΄ αυτιά του, θα τις ακούει. Δεμένος στο κατάρτι διέταξε να τον λύσουν, αλλά εκείνοι, υποτακτικοί του και όταν έδινε την εντολή να τον δέσουν, αλλά και όταν έδινε την εντολή να τον λύσουν, δεν τον έλυσαν. Ποιος ήταν στην περίπτωση αυτή ο κυρίαρχος; Ίσως να συνέβαλε στην βαθύτερη επικοινωνία μου με το Συνταγματικό Δίκαιο αυτή η διαρκής αμφισημία, η διαρκής αναζήτηση ενός κινούντος ακίνητου, και η διαρκής διαπίστωση ότι, τελικά, αυτό που βρήκαμε ότι είναι το κινούν ακίνητο, και όμως, κινείται. (Γ.Ζ.Δ.)
Οδυσσέας και Σειρήνες (1980), έργο του Γιάννη Γαϊτη. Εθνική Πινακοθήκη. "Ο κυρίαρχος Οδυσσέας διέταξε τους συντρόφους του να βουλώσουν με κερί τ΄ αυτιά τους για να μην ακούσουν τις σειρήνες και να τον δέσουν στο κατάρτι για να μην φύγει όταν ο ίδιος, χωρίς κερί στ΄ αυτιά του, θα τις ακούει. Δεμένος στο κατάρτι διέταξε να τον λύσουν, αλλά εκείνοι, υποτακτικοί του και όταν έδινε την εντολή να τον δέσουν, αλλά και όταν έδινε την εντολή να τον λύσουν, δεν τον έλυσαν. Ποιος ήταν στην περίπτωση αυτή ο κυρίαρχος; Ίσως να συνέβαλε στην βαθύτερη επικοινωνία μου με το Συνταγματικό Δίκαιο αυτή η διαρκής αμφισημία, η διαρκής αναζήτηση ενός κινούντος ακίνητου, και η διαρκής διαπίστωση ότι, τελικά, αυτό που βρήκαμε ότι είναι το κινούν ακίνητο, και όμως, κινείται. (Γ.Ζ.Δ.)

 

 

Τελευταίο μάθημα *

* Γραπτή απόδοση της τελευταίας παράδοσής μου ως Καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στην Νομική Σχολή Αθηνών (αίθουσα Σαριπόλων, 30.5.2019) Γ.Ζ.Δ.

 

 

Στο περασμένο μάθημα, προχθές, μιλήσαμε για την σχέση δικαίου και οικονομίας μέσα από νομολογιακά παραδείγματα. Είδαμε την απόφαση Praktiker του Συμβουλίου της Επικρατείας και σχολιάσαμε τόσο την φιλελεύθερη χροιά της κατά πλειοψηφία παραπεμπτικής του 4ου Τμήματος όσο και την περισσότερο παρεμβατική χροιά της απόφασης της Ολομέλειας. Είδαμε δηλαδή ότι ακόμη και σε μία ακυρωτική διαφορά μια κατ΄ αρχήν ερμηνευτική διάθεση του δικαστή είναι αναπόφευκτη και συχνά κρίνει την έκβαση της δίκης.


Είδαμε επίσης, μέσα στην ίδια γενική θεματική, την απόφαση Pringle του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και τον διάλογο ανάμεσα στο Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Gauweiler ή OMT. Σε αυτές τις υποθέσεις είδαμε την ευθεία διείσδυση της οικονομίας στον νομικό κανόνα και στον νομικό, και μάλιστα στον δικανικό ακυρωτικό συλλογισμό. Είδαμε ότι η κατασκευή του συλλογισμού αυτού, τελικά, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί αποκλειστικά και μόνον με το εννοιολογικό οπλοστάσιο της υπαγωγής πραγματικών περιστατικών σε κανόνα και των κλασικών μεθόδων ερμηνείας των κανόνων δικαίου. Είδαμε ότι αυτές οι νομικές μέθοδοι είναι αναγκαίο να συμπληρωθούν -με μερικώς αλλοιούμενο τον νομικό τους χαρακτήρα- με εξωνομικούς συλλογισμούς, οι οποίοι, στην νομολογία που εξετάσαμε, προέρχονται από την σφαίρα της οικονομίας. Επισημάναμε επίσης ότι ενώ σε παρελθόντες καιρούς η κύρια απειλή της πολιτικής-δημοκρατικής μας ελευθερίας και των ατομικών μας ελευθεριών προερχόταν από αυταρχικά πολιτεύματα ή αυταρχικές συμπεριφορές που παραβίαζαν Συντάγματα και συνταγματικές εγγυήσεις, αυτή τη φορά, χωρίς να θίγονται καθ΄ αυτές οι συνταγματικές μορφές, είδαμε να απομειώνεται τελικά κατά πολύ, όχι όμως και να εξαλείφεται η αξία του περιεχομένου τους. Αυτά στο περασμένο μάθημα.


***


Ας περάσω τώρα στο σημερινό. Σε ένα μάθημα όπως αυτό -ένα είδος Nachlass zu Lebzeiten- ο απερχόμενος ομιλών απευθύνεται στο ακροατήριό του, όμως ο πραγματικός του συνομιλητής είναι ο χρόνος. Γι΄ αυτό και, συνήθως (ίσως προσπαθώντας κάπως να τον δεσμεύσει), επιχειρεί να αφήσει κάποιες υποθήκες, όπως, π.χ., ότι αν κινδυνεύσει η έδρα του Συνταγματικού Δικαίου, η ελευθερωτέρα των εδρών, ο Καθηγητής της θα την διαφυλάξει υπό την τήβεννό του, και θα την διατηρήσει, ώστε, μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες, να μην σβήσει η φλόγα της ελευθερίας που αυτή η έδρα φέρει -αυτή η τρυφερή σχεδόν εικόνα προέρχεται από τον Ν.Ι. Σαρίπολο. Ή ότι όσο θα μπορώ να διδάσκω το μάθημα του Συνταγματικού Δικαίου, θα το διδάσκω ως μάθημα της πολιτικής ελευθερίας -αυτή η αγωνιστική πρόσκληση -και ηρωϊκή, αν λάβει κανείς υπόψη ότι απευθύνθηκε την μέρα που η δικτατορία τον απέλυε- ανήκει στον Αριστόβουλο Μάνεση.

 

Φοβούμαι ότι ίσως σας απογοητεύσω, γιατί δεν έχω τίποτε μεγάλο να σας πω, ούτε συμβουλές, ούτε παρακαταθήκες, ούτε και ανακάλυψα καμία αιώνια αλήθεια για να σας την μεταφέρω. Γι΄ αυτό και θα περιοριστώ σε λίγες κάποιες εμπειρίες μου από τη Σχολή μας. Επίσης, απευθυνόμενος ιδίως στο φοιτητικό μου ακροατήριο, θα προσπαθήσω να δώσω και μια εικόνα από την άλλη πλευρά της αίθουσας, από αυτήν δηλαδή στην οποία βρίσκομαι τώρα, και βρίσκεται απέναντι από την δική σας πλευρά της αίθουσας.


***


Τελικά, φαίνεται πως είναι δυνατόν να γίνει κάποιος Καθηγητής της Νομικής χωρίς η Νομική να είναι το αντικείμενο που επέλεξε να σπουδάσει, και μάλιστα χωρίς καν αρχικά να είχε περάσει από το μυαλό του. Εμένα στα νομικά με έφερε η τύχη, ή μάλλον η χούντα. Τελειώνοντας, το 1969, την Γερμανική Σχολή και κάτοχος του γερμανικού ακαδημαϊκού απολυτηρίου μπορούσα να εγγραφώ σε όποιο γερμανικό πανεπιστήμιο ήθελα, και πράγματι έκανα αίτηση σε αρκετά (μεταξύ των οποίων και σε φιλολογικές και μαθηματικές Σχολές) και έγινα δεκτός από όλα, εκτός από μία Σχολή αεροναυπηγικής, διότι ο βαθμός του απολυτηρίου μου δεν αρκούσε. Μάλλον δεν είχα μέσα μου καταλήξει τι να σπουδάσω. Δεν πήγα σε κανένα από τα Πανεπιστήμια που με δέχθηκαν διότι η δικτατορία δεν χορηγούσε διαβατήρια σε τέκνα πολιτικών κρατουμένων (όπως ήταν ο πατέρας μου). Έτσι χρειάσθηκε να δώσω εξετάσεις για το ελληνικό Πανεπιστήμιο, και μάλιστα για Σχολή όπου, αν δεν περνούσα, θα διευκόλυναν τα γερμανικά, τα οποία γνώριζα πολύ καλά, να περάσω στην Γερμανική Φιλολογία και να μην βρεθώ στο στρατό κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Κάπως έτσι βρέθηκα στη Νομική. Με ένα χρόνο καθυστέρηση γιατί την πρώτη φορά που έδωσα εισαγωγικές, το 1969, κόπηκα επειδή ξέχασα να πάω να δώσω ένα μάθημα.


***


Τα κτήρια της Νομικής ήταν και τότε αυτά τα ίδια που είναι σήμερα. Στις αίθουσές της, και σε αυτήν εδώ, δεχθήκαμε καλά μαθήματα από καλούς καθηγητές. Τον Ιωάννη Σόντη, τον Ανδρέα Γαζή, τον Απόστολο Γεωργιάδη, τον Μιχάλη Σταθόπουλο, τον Νίκο Ανδρουλάκη και (από κάποια στιγμή και πέρα) τον Ιωάννη Τριανταφυλλόπουλο, και άλλους. Πήραμε και κακά μαθήματα από ανάξιους για την περιωπή τους Καθηγητές που δεν αρκέσθηκαν, έστω, στην διδασκαλία τους αλλά, αισχυντηλά, έκαμψαν την οσφύ τους στο δικτατορικό καθεστώς. Δώσαμε όμως και μαθήματα. Στις 21 Φεβρουαρίου 1973, όπως και ένα μήνα αργότερα στις 20 Μαρτίου 1973, οι τότε φοιτητές, όχι μόνο της Νομικής, αλλά και άλλων Σχολών κράτησαν όρθια την αγωνιστική τιμή και την αξιοπρέπεια της ελευθερίας που αρμόζει σε ένα Πανεπιστήμιο, που για να είναι άξιο του ονόματός του πρέπει και στην τυραννία να αντιστέκεται, και δημοκρατικό να είναι και να αντέχει τις ανατροπές. Είναι και αυτό ένας από τους λόγους που, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους και από την στάση μου απέναντι σε αυτό, καμαρώνω τις αφίσες στους διαδρόμους της Σχολής μας -όλες τις αφίσες.

 

Και κάπου τότε σ΄ εκείνα περίπου τα χρόνια, κάπου εκεί στην ατμόσφαιρα εμφανίσθηκε μια κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή, την συνάντησα τη νιφάδα, με συνάντησε και αυτή και γιορτάσαμε μαζί, μια χαρά το γιορτάσαμε, και στην πορεία αυξηθήκαμε κιόλας, κι αυτή η γιορτή κρατά μέχρι σήμερα, σαράντα τόσα χρόνια μετά.


***

 

Στο διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου βρέθηκα χωρίς να το περιμένω, κάπως σα γατί που το πήραν από το λαιμό και το ακούμπησαν εκεί μέσα. Ήταν το 1977, εποχή δημοκρατικής ευφορίας και το Πανεπιστήμιο, ανατρέποντας στασιμότητες δεκαετιών, άνοιγε μαζικά πύλες και προοπτικές σε μία γενιά νέων επιστημόνων. Συνάδελφοι του ιδιαίτερου αντικειμένου μου, όπως ο Γιώργος Παπαδημητρίου (που δεν είναι πια μαζί μας) ή ο Αντώνης Μανιτάκης ήρθαν στη Νομική της Θεσσαλονίκης -την alma mater της ακαδημαϊκής μου σταδιοδρομίας-, ή ο Νίκος Αλιβιζάτος, ο Φίλιππος Σπυρόπουλος και ο αξέχαστος Σταύρος Τσακυράκης ήρθαν τότε στην Νομική της Αθήνας. Πέρα όμως από τις συνθήκες της εποχής, οφείλω και σε πρόσωπα. Ξεχωρίζω μερικά: την είσοδό μου στο Πανεπιστήμιο, σε ηλικία μόλις 26 ετών στη Νομική Θεσσαλονίκης, και την πρώτη ουσιαστική επαφή μου με το Συνταγματικό Δίκαιο την οφείλω στον Δημήτρη Τσάτσο. Τα θεμέλια της ακαδημαϊκής μου διάπλασης και τους βασικούς τρόπους συνταγματικής σκέψης και πανεπιστημιακής στάσης στον Αριστόβουλο Μάνεση. Την έγκαιρη δυναμική είσοδό μου στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο στον Δημήτριο Ευρυγένη. Την συνειδητοποίηση της σημασίας της ενασχόλησης με τα της διοίκησης του Πανεπιστημίου, παράλληλα με την εμβάθυνση στο Διοικητικό Δίκαιο στον Επαμεινώνδα Σπηλιωτόπουλο. Πολλά οφείλω σε διάφορα ξένα Πανεπιστήμια όπου βρέθηκα για λίγο ή για περισσότερο. Και πολλά επίσης σε πολλούς και σε πολλές, Έλληνες και ξένους, όλες αυτές τις δεκαετίες. Τους ευχαριστώ όλους.


***


Δεν διδάχθηκα όμως μόνο από πρόσωπα. Συνταγματικό δίκαιο διδάχθηκα και στις όχι λίγες και όχι ευκαταφρόνητες κρατικές διοικητικές θέσεις που κατά καιρούς υπηρέτησα. Εκεί γνώρισα, βιωματικά σχεδόν, την μεταβολή του κανόνα -συνήθως μιας παραγράφου δηλαδή ή ενός εδαφίου- σε πράξη, σε συγκεκριμένη συμπεριφορά ανθρώπων, σε χαρά ή λύπη τους, σε επιτυχία ή αποτυχία. Συνειδητοποίησα έμπρακτα πώς η μάχη ακόμη και για μια μόνο λέξη ή για τον προσδιορισμό του περιεχομένου της μπορεί για έναν άνθρωπο ή για μια κατηγορία ανθρώπων να αποβεί υπόθεση ζωής. Γνώρισα τους τρόπους που οι νομικές λέξεις γίνονται πράγματα, αλλά και τρόπους να γίνονται πράγματα χωρίς νομικές λέξεις. Κατάλαβα βιωματικά ότι τα νομικά μπορεί να είναι κατασκευασμένα από λέξεις, αλλά δεν είναι κουβέντες.


***


Συνταγματικό Δίκαιο διδάχθηκα και στα δικαστήρια, ιδίως στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Όχι απλώς μελετώντας αποφάσεις, αλλά με μαχόμενη δικηγορία, με τις συζητήσεις στα γραφεία των δικαστών ιδίως την εποχή που ακόμη η εισήγηση περιείχε και την άποψη του εισηγητή για την έκβαση της υπόθεσης, με την δυσκολία και την αμφιβολία της ανάδειξης του επιχειρήματος στην ακροαματική διαδικασία. Κι έπειτα η ανάδειξη του επιχειρήματος μέσα σε αίθουσες με βαριά, αυστηρή boiserie, μπροστά σε έναν σχηματισμό μελανειμονούντων, χαμηλόφωνων και ανέκφραστων ανθρώπων (όταν είναι στην έδρα ανέκφραστων, να εξηγούμεθα), συμβάλλει και αυτή στο να βλέπει κανείς -αν έχει μάτια- τις λέξεις να γίνονται πράγματα, δημιουργοί καταστάσεων, καταστροφείς προσδοκιών ή δικαίωση ελπίδων ή -συμβαίνει και αυτό και μάλιστα όχι τόσο σπάνια- οι λέξεις εξανεμίζονται και ούτε λένε, ούτε γίνονται τίποτα.


Διδάχθηκα επίσης από την σύμπραξη και συνεργασία μου με ανώτατους δικαστές, τόσο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, όπου για δύο χρόνια κληρώθηκα μέλος, αλλά και από τις επανειλημμένες συνεργασίες μου κυρίως για τις εξετάσεις για την Σχολή Δικαστών. Εκεί, μέσω των διαφορετικών δικαστικών προσωπικοτήτων τις οποίες είχα την τιμή και την τύχη να γνωρίσω, μπόρεσα να ρίξω μία λαθραία ματιά στον αδιαφανή ίσως για μας τους έξω, αλλά πλουσιότατο εσωτερικό νομικό κόσμο και νομικό πάθος -ναι, ξέρετε, υπάρχει και νομικό πάθος- εκείνων των δικαστών που είναι άξιοι για το όνομά τους. Αυτά, μαζί με την όποια γενικότερη μελέτη μου, με βοήθησαν να καταλάβω κάτι ακόμη: ότι η σύνταξη ενός δικανικού συλλογισμού –αυτός ο μακροπερίοδος λόγος, με τις πολλές και συνήθως μακροσκελείς δευτερεύουσες παραγράφους και τις συχνά παράξενες παραπομπές απαιτεί, σε κάθε περίπτωση, επιδέξια τεχνική, μπορεί όμως να είναι και υψηλή τέχνη. Όπως, αν μου επιτρέπετε, και γενικότερα τα καλά νομικά μπορεί και αυτά να είναι υψηλή τέχνη.


***


Τι να κράτησε όμως στα νομικά έναν άνθρωπο που δεν ήθελε να γίνει νομικός; Μέχρι και σήμερα δεν είμαι βέβαιος. Ασφαλώς έπαιξε ρόλο ο μαθηματικός τρόπος σκέψης που απαιτούν τα νομικά, ο οποίος πάντοτε με γοήτευε, αλλά και το ιδιαίτερο αντικείμενο με το οποίο τελικά ασχολήθηκα: το Συνταγματικό Δίκαιο, ο θεμελιώδης δηλαδή κανόνας της κρατικά οργανωμένης κοινωνικής μας συμβίωσης.

 

Το Συνταγματικό Δίκαιο είναι το δίκαιο της πολιτείας. Πάντοτε, και πριν από τα πανεπιστημιακά μου χρόνια, από προσωπική ιδιοσυγκρασία, ιδεολογική κατασκευή αλλά και από οικογενειακή παράδοση, τα δημόσια πράγματα καταλάμβαναν έναν ιδιαίτερο χώρο στον ψυχικό και πνευματικό μου κόσμο. Δεν είναι το Συνταγματικό Δίκαιο, και δεν μπορεί να είναι, απλά και μόνο η χωρίς ιδεολογικό και φιλοσοφικό έρμα νομική τεχνολογία παραγράφων, εδαφίων ή απλώς μια συνδεσμολογία δικαστικών σκεπτικών. Η βαθύτερη ενασχόληση με αυτό, ακόμη και στις τεχνικότερες πτυχές του, είναι αδύνατη χωρίς την αίσθηση ότι το κανονιστικό του περιεχόμενο επιχειρεί να τιθασεύσει, θέτοντας σε όρια το από τη φύση του ακανόνιστο μέγεθος που είναι η φορά των πραγμάτων, και να "εγκοιτώσει" (κατά την μνημειώδη έκφραση του Αλέξανδρου Σβώλου)-να θέσει δηλαδή σε κοίτη- την κοινωνική ύλη, χωρίς όμως να την υποκαθιστά. Κατά τούτο, το Συνταγματικό Δίκαιο είναι ο χώρος όπου κατ΄ εξοχήν συναντώνται η υποχρέωση να τηρούνται κανόνες με την από την φύση της μη εντασσόμενη σε νομικούς κανόνες κίνηση της πολιτικής ισχύος και της κοινωνικής δυναμικής. Είναι η σχέση κανόνα και κυριάρχου: αν ο κυρίαρχος δεσμεύεται από τον κανόνα, είναι κυρίαρχος, άρχει δηλαδή ως κύριος; Αν ο κανόνας τελικά δεν δεσμεύει τον κυρίαρχο, μήπως, τελικά, υπάρχει μόνον για να του προσφέρει τεχνικές εκδουλεύσεις επιβολής; Η περιπέτεια του Οδυσσέα με τις σειρήνες -έχω αναφερθεί σε αυτήν αναλυτικά αρκετές φορές στο μάθημα- αναδεικνύει γλαφυρά το θέμα: ο κυρίαρχος Οδυσσέας διέταξε τους συντρόφους του να βουλώσουν με κερί τ΄ αυτιά τους για να μην ακούσουν τις σειρήνες και να τον δέσουν στο κατάρτι για να μην φύγει όταν ο ίδιος, χωρίς κερί στ΄ αυτιά του, θα τις ακούει. Δεμένος στο κατάρτι διέταξε να τον λύσουν, αλλά εκείνοι, υποτακτικοί του και όταν έδινε την εντολή να τον δέσουν, αλλά και όταν έδινε την εντολή να τον λύσουν, δεν τον έλυσαν. Ποιος ήταν στην περίπτωση αυτή ο κυρίαρχος; Ίσως να συνέβαλε στην βαθύτερη επικοινωνία μου με το Συνταγματικό Δίκαιο αυτή η διαρκής αμφισημία, η διαρκής αναζήτηση ενός κινούντος ακίνητου, και η διαρκής διαπίστωση ότι, τελικά, αυτό που βρήκαμε ότι είναι το κινούν ακίνητο, και όμως, κινείται.


***


Ασφαλώς το ενδιαφέρον που προκαλεί το Συνταγματικό Δίκαιο ενισχύει πολύ ο αινιγματικός θεσμός που είναι το κράτος. Το Συνταγματικό Δίκαιο είναι το δίκαιο του κράτους. Το κράτος όμως είναι κοινωνικό κατασκεύασμα, όχι φυσικό προϊόν, άρα είναι αδύνατον να μελετήσει κανείς και αυτό και το δίκαιό του με μεθόδους φυσικών επιστημών, χωρίς κάποια γενικότερη -ιδεολογική θα μπορούσε κανείς να πει ή γενικότερα φιλοσοφική- βασική παραδοχή. Το κατ΄ εμέ, πιστεύω στην πολιτική ελευθερία, αλλά και μου αρέσει η πολιτική ελευθερία. Γνωρίζω επίσης ότι η λογική, που εμφανίζεται ως βάση κάθε διαλόγου, δεν είναι βουλητική εκδήλωση, αλλά, τελικά, είναι πράξη αναγκαιότητας ή, αν θέλετε, και διανοητικής βίας. Ο λογικός συλλογισμός δεν έχει έλεος: δύο και δύο κάνουν τέσσερα, ακόμη κι αν θέλω να κάνουν πέντε, ακόμη κι αν όλοι μας ψηφίσουμε ότι κάνουν τρία. Αυτό κάνει αρκετά ενδιαφέρουσα την σχέση ανάμεσα στην δημοκρατία και τον ορθολογισμό. Στην δημοκρατία, τελικώς, ισχύει αυτό που έδοξε τη βουλή και τω δήμω, όχι το προϊόν μιας λογικής αλληλουχίας βασισμένης σε παραδοχές.


***


Αυτός ο χαρακτήρας της λογικής κάνει τον διάλογο μιαν αρκετά δύσκολη υπόθεση, και τούτο διότι η τάση των ανθρώπων είναι να θεωρούν αυτά που θέλουν προϊόν λογικής αναγκαιότητας και όχι υποκειμενικής προτίμησης. Ο δίκαιος Αριστείδης πρέπει να εξοστρακισθεί επειδή ο ψηφοφόρος, που δεν τον γνωρίζει καθόλου, ούτε και ενδιαφέρεται να μάθει, βαρέθηκε να ακούει ότι είναι δίκαιος. Γι΄ αυτό άλλωστε και πολύ συχνά, αν, αποδεχόμενος τις παραδοχές του συνομιλητή σου, τις οδηγείς μέσα από συζήτηση και διάλογο στις απώτερες λογικές τους συνέπειες, προσκρούεις στον ψυχισμό ή στις θελήσεις του. Σε τέτοιες περιπτώσεις συμβαίνει να θυμώνει, να δημιουργεί καταστροφική για την συνέχεια μιας λογικής συζήτησης ένταση και νευρικότητα, να επιχειρεί, να σε ειρωνευθεί, να σε χλευάσει, να σε μειώσει, να απαξιώσει πλήρως την προσωπικότητά σου, ή και γίνεται επιθετικός. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο λόγος υποχωρεί, προς πικρά ειρωνική δικαίωση του πλατωνικού μύθου για το σπήλαιο, τους δεσμώτες και τις σκιές τους και την πίστη τους ότι οι σκιές τους είναι ο πραγματικός κόσμος.


***


Πάντως τον διάλογο τον χαίρομαι σε κάθε περίπτωση. Απολαμβάνω την διαφωνία όπως και την μετά από μια δύσκολη συζήτηση διαμορφωνόμενη συναίνεση. Δεν είμαι όμως φιλελεύθερος -αν η έννοια αυτή παραπέμπει φιλοσοφικά στο άνθρωπο, δηλαδή σε ένα έκαστο ανθρώπινο υποκείμενο, ως τον μόνο σκοπό και αυτοσκοπό της ύπαρξής του στον κόσμο αυτόν. Θα δεχθώ ότι η περίφημη φράση του Ρουσσώ ότι "ελευθερία είναι η υποταγή στη κοινή θέληση" βρήκε ακραίες εφαρμογές. Όμως όχι, δεν μπορώ να δεχθώ ότι η λογική και η δυνατότητα συνειδητής επιλογής, με την οποία η φύση προίκισε τον άνθρωπο περιορίζεται μόνο στην υπηρέτηση της ατομικότητάς του, στον αυτοσκοπό του εγωτισμού του. Πιστεύω ότι η λογική πρέπει πάντως να είναι και το θεμέλιο μιας έλλογα κατασκευασμένης κοινωνικής συμβίωσης. Μιας πολιτειακής κατασκευής δηλαδή με κανόνες που θα λαμβάνουν υπόψη το κάθε "θέλω", χωρίς όμως να υποδουλώνονται σε αυτό, ούτε να θέτουν την υπηρέτησή του ως τον κύριο αν όχι τον μόνο σκοπό τους, αλλά υπηρετούν επίσης και έναν συνειδητά και από κοινού επιλεγμένο κοινό σκοπό. Με κανόνες δηλαδή που να κάμπτουν τα διάφορα "θέλω", για να εξυπηρετήσουν αυτόν τον κοινά επιλεγμένο και σταθερά -δηλαδή σε τακτά χρονικά διαστήματα- και ελεύθερα επιβεβαιωνόμενο ή κάποτε και αντικαθιστώμενο κοινό σκοπό, χωρίς όμως να εξαλείφουν την ατομικότητα και την προσωπικότητα κάθε ανθρώπου και ό,τι οι ατομικές ιδιαιτερότητές του τυχόν συνεπάγονται. Με άλλες λέξεις, το να αποδέχομαι ως θεμέλιο της ανθρώπινης συμβίωσης περίπου την υποταγή των πάντων στα ατομικά καπρίτσια του καθενός, χωρίς όρους και όρια δηλαδή χωρίς το παραμικρό πραγματικό ή και ακόμη θεωρητικό ενδιαφέρον για τον άλλον και για το σύνολο, και να το αποκαλώ μάλιστα και «ελευθερία» μου φαίνεται ιδιαίτερα ευθυνό, φτηνιάρικο δηλαδή -και χυδαίο.


***


Γνωρίζω καλά ότι υπάρχει ένα στοιχείο ουτοπίας σε όσα μόλις σας είπα. Γνωρίζω επίσης τις ιστορικές αποτυχίες κραταιών συστημάτων όπως τα θεοκρατικά καθεστώτα ή ο κομμουνισμός (κάποιο από αυτά το υπηρέτησα με όση συνέπεια μπορούσα) αλλά αυτές οι αποτυχίες δεν με πτοούν. Άξιζε η προσπάθεια. Όχι το αποτέλεσμα, αυτό δεν άντεξε. Και, με τις ιστορικές εμπειρίες που ήρθαν και που έρχονται να συσσωρεύονται, αξίζει να βρει μια συνέχεια η προσπάθεια. Όμως αυτή τη φορά από άλλους και αλλιώς – ο χρόνος, βλέπετε, θέτει όρια και στον αριθμό των ουτοπιών που μπορεί να επιδιώξει ένας άνθρωπος στον φυσιολογικό κύκλο της ζωής του.


***


Με αυτήν την ιδεολογική μου κατασκευή μελέτησα, διδάχθηκα και δίδαξα Συνταγματικό Δίκαιο. Τις τελευταίες δεκαετίες με ιδιαίτερη έμφαση και στο ευρωπαϊκό κοινοτικό αρχικά, ενωσιακό αργότερα δίκαιο, γιατί αν το Συνταγματικό Δίκαιο είναι το σύστημα των κανόνων που ορίζουν πως παράγεται και σε ποια όρια περιορίζεται η πολιτική εξουσία στη χώρα μας, το ευρωπαϊκό δίκαιο, χωρίς βεβαίως να ταυτίζεται με το Συνταγματικό Δίκαιο, έχει εμφανή και αδιαμφισβήτητη διάσταση Συνταγματικού Δικαίου.


***


Συστηματικότερα, συναντήθηκα με το Συνταγματικό Δίκαιο το 1977. Τις συνθήκες του γνωστικού του πεδίου τότε προσδιόριζε η χαρά, η ιδεολογία, το ιδεολόγημα, το βάρος, η πίστη, η απόλαυση της πολιτικής δημοκρατίας για όλους και των ατομικών ελευθεριών για τον καθένα και την καθεμιά ξεχωριστά. Αυτό διδάξαμε με πάθος για τριάντα τόσα χρόνια μια γενιά ιδεολόγων, φίλων της δημοκρατικής ελευθερίας και των ατομικών ελευθεριών, αλλά με πολλές κοινωνικές ευαισθησίες (αυτό οπωσδήποτε). Παιδιά φανατικά για γράμματα μερικοί -διδάσκαμε και διαλεγόμασταν με πάθος, έχοντας την ακλόνητη βεβαιότητα ότι αν ξεδιψάσουμε δημοκρατία και χορτάσουμε ελευθερία όλα θα λυθούν αυτόματα. Ήταν η απάντηση του κλάδου μας στο τραύμα της χούντας και της προχουντικής παρακρατικής αθλιότητας. Αυτό το τραύμα διέπλασε τους συνταγματολόγους της γενιάς μου. Μας εμπότισε με την στάση ότι αν η δημοκρατία και τα δικαιώματα αποκατασταθούν και εδραιωθούν, και μάλιστα αν μας έρθει και η Ευρώπη (με ό,τι αυτή συνεπάγεται, περιλαμβανομένων των επιδοτήσεων) όλα θα λύνονται, περίπου αυτόματα.

 

***


Να όμως που τα πράγματα ήρθαν αλλιώς. Αν και τα πραγματικά μηνύματα υπήρχαν, και είχαν επισημανθεί με σοβαρότητα, αν και είχαμε και συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία, ξαφνικά, δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα -ο πρώτος πληθυντικός δεν εξαιρεί κανέναν από όσους βρεθήκαμε σε θέσεις επιρροής σ΄ εκείνα τα χρόνια- είδαμε, με αδικαιολόγητο αιφνιδιασμό, την χώρα μας οικονομικά χρεωκοπημένη, την πολιτική και εν πολλοίς και την ακαδημαϊκή της ελίτ να παραπαίει -να παραπαίουμε. Ζαλιστήκαμε. Είδαμε πως, με σκληρή ταχύτητα, θαυμαστώς πως λάμψαντα έργα και λόγια διαφόρων περιωνύμων της πολιτικής, της οικονομίας, της κοινωνίας γενικότερα έγιναν εξίτηλα πάντα ταχύ, ταχύ δε και παντελής λήθη κατέχωσεν. Η χώρα, όλοι μας, βρεθήκαμε έρμαιο της πολιτικής βούλησης των εταίρων μας στο κοινό νόμισμα -το σύμβολο, όπως βαυκαλισθήκαμε, της οικονομικής ισχύος μας. Ώσπου στη συνέχεια, δι΄ εσόπτρου εν αινίγματι, κατά την φράση του Αποστόλου Παύλου, ανακαλύψαμε διαπορώντες ότι δεν αρκεί να ψηφίζουμε ελεύθερα, και να απολαμβάνουμε τις ελευθερίες μας, να μασουλάμε τα ευρωπαϊκά κονδύλια και να καμαρώνουμε το ισχυρό μας νόμισμα για να πηγαίνουν όλα αιωνίως καλά κι ωραία. Καλό πράγμα δηλαδή ήταν το Σύνταγμα -καλό πράμα Σύνταμα, μ΄ έβγαλε απ΄ το χάψι, κατά φράση που αποδίδεται σε αγωνιστή του 1821- αλλά αυτό το καλό πράγμα δεν άρκεσε για να πηγαίνουν όλα αιωνίως καλά κι ωραία.


***


Το τραύμα της οικονομικής κρίσης, η συνειδητοποίηση δηλαδή της ουσιαστικής οικονομικής χρεωκοπίας της χώρας και του ότι ο χαρούμενος κόσμος μας ήταν από υαλί χρωματιστόν, ψεύτικος δηλαδή, μια δανεική χαρά που κληθήκαμε να την ξοφλήσουμε με λύπη, οδήγησε στο τέλος της εποχής των μεγάλων συνταγματικών αφηγήσεων. Ας τις θυμίσω λίγο: το Σύνταγμα ως ο δεοντολογικός κανόνας για την κατά τα ευρωπαϊκά δημοκρατικά και φιλελεύθερα πρότυπα συγκρότηση της πολιτειακής ταυτότητας του νεοσυστηθέντος ελληνικού κράτους -αυτά ο Ν.Ι. Σαρίπολος και ο 19ος αιώνας. Η συμπλήρωση της τυπικής δημοκρατίας με κοινωνικό περιεχόμενο -αυτά ο Αλέξανδρος Σβώλος στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Η μαχητική υπεράσπιση του Συντάγματος ως συστήματος εγγυήσεων της δημοκρατικής ελευθερίας και των ατομικών μας ελευθεριών από το παρακράτος που θεσμοποίησαν μετά τον εμφύλιο πόλεμο ο ψυχρός πόλεμος, ο ξένος παράγων και η δεξιά -αυτά ο Αριστόβουλος Μάνεσης το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

 

Σήμερα μια κόπωση έχει καταλάβει το Σύνταγμα. Δεν εξάλειψε όμως τις μεγάλες συνταγματικές μας αφηγήσεις ούτε τους αφαίρεσε την αξία. Η δημοκρατική πολιτεία δηλαδή και το σύστημα προστασίας των συνταγματικών μας δικαιωμάτων δεν απέβαλαν την σημασία τους ως κανονιστικά αξιακά συστήματα σκέψης και ως θεμέλια της πολιτειακής συγκρότησης της κοινωνικής μας συμβίωσης. Άλλωστε, ουκ επ΄ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος.


***


Όμως καθώς με την κρίση γεννήθηκαν νέοι ευρωπαϊκοί θεσμοί και νέοι τρόποι λειτουργίας των ευρωπαϊκών και εθνικών θεσμών, και δημιουργήθηκαν αντίστοιχα ισχυρά νομολογιακά ρεύματα, και έγιναν τόσα και τόσα στον νομικό λόγο αλλοιώθηκαν οι συνταγματικές λειτουργίες. Μαζί με τα όρια των μεγάλων συνταγματικών αφηγήσεων καταδείχθηκαν και τα όρια του Συντάγματος ως κανονιστικής πηγής κάθε έννομης συμπεριφοράς στην πολιτεία μας. Η συνθήκη που αποκαλούμε "παγκοσμιοποίηση" και η ιδιαίτερη έκφανσή της που είναι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση (όσο κι αυτή σήμερα παραπαίει), έδειξαν ότι το Σύνταγμα που γνωρίζαμε, τουλάχιστον το ελληνικό Σύνταγμα των μεγάλων συνταγματικών μας αφηγήσεων, έχει αναχωρήσει. Θα αντικαταστήσει κάτι -κάποιο νομικό σύστημα- την υπερασπιστική των ελευθεριών μας λειτουργία του; Θα μεταβληθεί το νόημα της έννοιάς του και από εγγύηση ελευθερίας θα τραπεί, θα εκφυλλισθεί σε όχημα νομιμοποίησης της καταπάτησής τους; Θα έχει μια μεταμοντέρνα κατάληξη, με τις μορφές να μένουν, ενώ θα φεύγει το περιεχόμενο; Που τοποθετούνται σήμερα τα όρια της νομικής επιστήμης ως κανονιστικής επιστήμης; Ως που σήμερα η εφαρμογή του κανόνα συνιστά πολιτική και ως ποιο βαθμό η πολιτική εμφανίζεται ως κανόνας; Έχετε όλη τη ζωή μπροστά σας για να απαντήσετε τις ερωτήσεις αυτές και να μου το πείτε και εμένα.


***


Αυτά όσον αφορά στο αντικείμενο. Υπάρχουν όμως -υπάρχουμε- και οι άνθρωποί του. Τώρα για τη ζωή που έχετε μπροστά σας, σε ό,τι και όσα έκανα και είπα τόσα χρόνια στο Πανεπιστήμιο πολλά-πολλά δεν έχω να προσθέτω. Και ασφαλώς δεν θα σας συμβουλεύσω προκειμένου να προκόψετε στα νομικά σας να παραιτηθείτε από τις χαρές της ζωής. Άλλωστε, πολλές φορές, όλ΄ αυτά τα χρόνια είχα την ευκαιρία να σας πω στο μάθημα ότι η πείρα μου μου δίδαξε ότι νομικοί που δεν είναι ικανοί και ικανές να χαρούν πλήρως και όλες, χωρίς εξαίρεση ή δισταγμούς τις απολαύσεις αυτής της ζωής, καλοί νομικοί μπορεί να γίνουν -πολύ καλοί νομικοί δεν θα γίνουν, χωρίς βεβαίως η ικανότητα για απόλαυση της ζωής να οδηγεί αυτόματα σε υψηλής ποιότητας νομικά. Αυτό όχι.

 

Ένας μεγάλος κάτι εντόπισε στο θέμα αυτό και το εντόπισε με ακρίβεια. Στο ποίημά του Τα επικίνδυνα, το 1911, ο Καβάφης φέρει τον Μυρτία, έναν Σύρο σπουδαστή στην Αλεξάνδρεια των ελληνιστικών χρόνων -"εν μέρει εθνικός και εν μέρει χριστιανίζων" ο Μυρτίας- να δηλώνει ότι "Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη,/ εγώ τα πάθη μου δεν θα φοβούμαι σα δειλός./" Θα παραδώσει, ο Μυρτίας, το σώμα του "στες απολαύσεις τες ονειρεμένες", στις τολμηρότερες δηλαδή επιθυμίες του, κι αυτό "χωρίς κανέναν φόβο, γιατί όταν θέλω/ — και θα 'χω θέλησι, δυναμωμένος/ ως θα 'μαι με θεωρία και μελέτη—/ στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω/ το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό."


***


Το πνεύμα λοιπόν "ασκητικό". Τι περιθώριο όμως για "άσκηση" αφήνει η σημερινή καθημερινότητα; Σ΄ έναν Καθηγητή της Νομικής, και μάλιστα Καθηγητή Δημοσίου Δικαίου, όπως είναι το Συνταγματικό, η καθημερινότητα αυτή δεν εξαντλείται μέσα στις αίθουσες της Σχολής και στις σελίδες των δικαστικών αποφάσεων και των συγγραμμάτων και στους μικρούς γενικά κύκλους των ημερίδων του κλάδου του. Εκτός από τα γεγονότα της κατά καιρούς συγκυρίας και την φόρτιση που προκαλούν και εκτός από την -αναγκαία για λόγους βιοπορισμού- επαγγελματική ενασχόληση πέραν της διδασκαλίας, θα διεξέλθει μία τύρβη πολλών και διαφορετικών μεταξύ τους δραστηριοτήτων: θέσεις συμβουλής και συμβολής στην άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας, και άλλες θέσεις, διαφορετικές από τις προηγούμενες, συμβολής και συμβουλής στην άσκηση πολιτικής, συμμετοχή σε πολιτικά κόμματα ή σε δραστηριότητές τους, κοινωνική δράση, δημόσιος λόγος, γραπτός, ραδιοφωνικός, τηλεοπτικός ή ηλεκτρονικός. Όταν όμως ο μήνας, η εβδομάδα, η μέρα, η ώρα γεμίζει με μία πανσπερμία δραστηριοτήτων, διοικητικών, δικηγορικών, καθώς και την επιβαλλόμενη από την καθηγητική θέση κοινωνική παρουσία και δραστηριότητα, όταν έρχεται το βράδι, ψόφιος στην κούραση και με το μυαλό του γεμάτο χίλια-δυό, μοιάζει να μην υπάρχει χρόνος για το να ασχοληθεί ο κ. Καθηγητής με το κύριο που είναι η ικανότητα να σκεφθεί, να σκεφθεί πολύ και να σκεφθεί βαθιά, με την ψυχρότητα που απαιτεί η γαλήνη και με το πάθος που απαιτεί η αληθινή πρόσδεσή του στο αντικείμενό του.

 

Κι αν αυτό αφορά έναν Καθηγητή, πώς να επικοινωνήσει με την θεωρία -δηλαδή με σταθερές- πως να δημιουργήσει θεωρία -δηλαδή να προτείνει σταθερές-, πως να ανέλθει στα νομικά ένας νέος νομικός -ένας ή μία από σας; Πως να συνδυάσει την αληθινή δημιουργική παραγωγή, που απαιτεί χρόνο για νηφαλιότητα, ηρεμία μελέτης, που απαιτεί, για κάποιες έστω στιγμές πάσαν την βιοτικήν [να] αποθώμεθα μέριμναν, όταν τελικά ο καθένας και η καθεμία σας, -πέρα από τα γεγονότα της κατά καιρούς συγκυρίας και σεις- ζει την αγωνιώδη ελπίδα μιας καλής επαγγελματικής αποκατάστασης, έκθετος ή έκθετη σε μία ασταμάτητη ροή πληροφοριών, νομικών και μη, σε μια αέναη φρενίτιδα θνησιγενών εντυπώσεων -μεταξύ των οποίων και θνησιγενείς εντυπώσεις θορυβωδώς κατασκευασμένες από νομικά υλικά-, απροστάτευτοι μέσα σε έναν αληθινό βομβαρδισμό εναλασσομένων εντυπώσεων (περιλαμβανομένων και νομικών πληροφοριών), που έρχονται και παρέρχονται με την ταχύτητα αναρτήσεων στο Facebook, το Twitter ή το Instagram;


Πως λοιπόν να αρθεί κανείς πάνω από την φρενήρη καθημερινότητα χωρίς να χάσει την επαφή με την πραγματικότητα; Επ΄ αυτού θα σας πω μιαν ιστορία.


***


Ο Μακιαβέλλι δεν ήταν ακαδημαϊκός, ήταν ένας δημόσιος λειτουργός -διπλωμάτης της Φλωρεντίας το δεύτερο μισό του 15ου και τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα, χωμένος ως το λαιμό στην πολιτική και στα πολλά και κοπιώδη καθημερινά μικρά και μεγάλα. Κάποια στιγμή τα πράγματα τον ανάγκασαν να επιδοθεί σε αγροτικές δουλειές, σε πολλά και κοπιώδη επίσης καθημερινά μικρά και μεγάλα. Σε μία επιστολή του στις 10 Δεκεμβρίου 1513, στον Francesco Vettori, πρεσβευτή της Φλωρεντίας στη Ρώμη, εκλιπαρώντας να επανέλθει στην πόλη του από την αγροτική εξορία στο χωριό San Casciano, όπου τον ανάγκασαν οι συνθήκες, περιέγραψε την μέρα του: ξυπνώ πρωί, πηγαίνω στα δάση και τους αγρούς και κάνω τις αγροτικές μου δουλειές, περνάω από την ταβέρνα του χωριού και μιλώ με τους περαστικούς, και ρωτάω και μαθαίνω χίλια-δυό πράγματα για τούτο και για κείνο, δειπνώ στο σπίτι μου και ξαναβγαίνω στην ταβέρνα κι εκεί, συνήθως με τον χασάπη, τον μυλωνά και τον φούρναρη μιλώ συνέχεια για τιποτένια πράγματα, παίζουμε τάβλι κι άλλα επιτραπέζια και τσακωνόμαστε γι΄ αυτά με φωνές και φασαρία που ακούγονται σ΄ όλο το χωριό.


Όμως όταν έρθει το βράδι γυρνώ στο σπίτι και μπαίνω στο γραφείο μου, και στο κατώφλι ακόμη του πετώ από πάνω μου τα βρώμικα και λασπωμένα καθημερινά μου ρούχα και φορώ ρούχα της αυτοκρατορικής και της παπικής αυλής. Κι έτσι, ενδεδυμένος όπως αρμόζει, εισέρχομαι στις αρχαίες αυλές των αρχαίων ανθρώπων, που με δέχονται με αγάπη και τρέφομαι με την εκείνη την τροφή που είναι μόνο δική μου και που μόνο γι΄ αυτήν γεννήθηκα. Δεν αισχύνομαι να συνομιλώ μαζί τους, να τους ρωτώ για τους λόγους των πράξεών τους, κι εκείνοι, από δική τους ανθρώπινη ευγένεια, μου απαντούν. Και για τέσσερεις ολόκληρες ώρες δεν νοιώθω καμία πλήξη, ξεχνώ κάθε μου πρόβλημα, δεν φοβάμαι την φτώχια, δεν με τρομάζει ο θάνατος: τους δίνομαι ολοκληρωτικά. Έτσι -συνεχίζει- για να συγκρατήσω όσα μου έμαθαν, κατέγραψα όσα ωφελήθηκα από τις κουβέντες μου μαζί τους τους, κι έγραψα κι εγώ ένα μικρό πόνημα. Το μικρό πόνημα που έγραψε κάτω από τις συνθήκες αυτές ο Μακιαβέλλι είναι ο Ηγεμόνας.


***


Πριν σας πω δυό λόγια για τη Σχολή που αποχαιρετώ σήμερα, δυό λόγια επίσης για την ζωή ενός Καθηγητή μέσα στο Πανεπιστήμιο. Έχουμε κι εμείς τους κινδύνους μας. Η καθηγητική σου ισχύς -ως ισχύς, όχι αναγκαστικά ως κύρος- θεμελιώνεται στην αδυσώπητη εξουσία σου να κόβεις ή να περνάς τους εξεταζόμενους, και να τους βαθμολογείς. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να μεταβληθεί αυτή η καθηγητική σου ισχύς σε βεβαιότητα για την αυθεντία των λεγομένων σου, η βεβαιότητα να μεταβληθεί σε αποστέωση των λόγων σου, η αποστέωση αυτή σε αφόρητη βαρεμάρα για το ακροατήριό σου και, ακόμη χειρότερα, να γίνεσαι, χωρίς (μόνος εσύ) ποτέ να μην το καταλάβεις αντικείμενο περιφρόνησης, σιωπηρής ίσως (για τον φόβο των εξετάσεων), αλλά μεγάλης περιφρόνησης και χλεύης -αντικείμενο πλάκας δηλαδή.


Ελλοχεύει όμως και άλλος ένας κίνδυνος που αφορά στην ειδικότητά μου. Με τα χρόνια, ένας λεγόμενος "συνταγματολόγος" αποκτά συχνά τη συνήθεια να νομίζει ότι και ο ίδιος έγινε Σύνταγμα, ότι το Σύνταγμα, είναι πιά το σώμα του και ο ίδιος, βεβαίως, η φωνή του Συντάγματος. Και αποφθέγγεται, αποφθέγγεται.... Αν είναι τυχερός και σώφρων, όταν αρχίζει να φαίνεται η σκιά από το πέταγμα της κουκουβάγιας -ξέρετε, ο Χέγκελ έκανε την περίφημη διαπίστωση ότι η κουκουβάγια της Αθηνάς, δηλαδή το πουλί της σοφίας, αρχίζει να πετά με το σούρουπο- όταν λοιπόν ακούγονται τα φτερά της κουκουβάγιας και φαίνεται σιγά-σιγά η σκιά της, ίσως κάποιες από τις συνταγματικές του βεβαιότητες αξίζει τον κόπο να τις ξανασκέφτεται, ίσως και να είναι καλό να αίρεται λίγο πιο πάνω από την συγκυρία της στιγμής και τους πειρασμούς της, ίσως και το να μιλά λιγότερο, και με χαμηλότερη φωνή. Πράγμα πάντως -οφείλω να το παραδεχθώ- όχι και τόσο εύκολο.

 

Έχει όμως και στιγμές γοητείας η ζωή ενός Καθηγητή. Για μένα η μεγαλύτερη είναι όταν, μέσα στην ώρα του μαθήματος -την ώρα που σαν τον Ανταίο πατάς στη γη για να σου δώσει δύναμη- αισθάνεσαι, με την αυθόρμητη (και όχι την επιβαλλόμενη με τις φωνές και τις παρατηρήσεις σου) σιωπή που συνοδεύει την προσοχή ενός ακροατηρίου, ότι ναι -μέσα στην μοναχική πράξη που είναι η παράδοση σε τέτοιες στιγμές- ναι, έναν πολύπλοκο και ουσιώδη συλλογισμό κατάφερες να τον αναδείξεις, κατάφερες να εισαγάγεις το ακροατήριό σου στο σκεπτικό του, πέτυχες το πιο δύσκολο απ΄ όλα: να κερδίσει ο συλλογισμός το αληθινό νομικό ενδιαφέρον των φοιτητών και φοιτητριών σου -ο συλλογισμός και όχι εσύ, και τούτο για την νομική του αξία και όχι για το προσδοκώμενο εξεταστικό του αντίκρισμα.


Μια άλλη στιγμή βαθιάς χαράς, έξω από τις αίθουσες, είναι όταν βλέπεις παλαιούς φοιτητές και φοιτήτριές σου να διαμορφώνονται σιγά-σιγά σε ώριμους δικηγόρους, πρόσωπα με διακριτή κοινωνική ή πολιτική δραστηριότητα και δημόσιο λόγο, να γίνονται δικαστές -Πρωτοδίκες, Εφέτες, Ανώτατοι Δικαστές όσο περνούν τα χρόνια- κάποιοι μάλιστα αναδεικνύονται και ακαδημαϊκοί νομικοί. Όταν βλέπεις στην πορεία τους κάτι από εκείνες τις στιγμές της προσεκτικής εκείνης σιωπής στο μάθημα, αλλά και κάτι από τις ώρες των συνεργασιών σας πάνω στα πρωτόλεια στην αρχή, ωριμότερα στη συνέχεια κείμενά τους, μεταπτυχιακά ή άρθρα ή διατριβές, και ανταμείβεσαι με το να δεις κάποια στιγμή από τις ατομικές συνεργασίες σας, κάποια σκέψη που ακούσθηκε στο μάθημα ή ειπώθηκε χαλαρά σε μια συζήτηση να γίνεται πρόταση, και μετά παράγραφος και μετά σελίδα, και η σελίδα να ανήκει πια στον μαθητή ή την μαθήτριά σου, παίρνει τον δικό της αυτόνομο δρόμο και ο παληός σου μαθητής ή μαθήτρια να μιλά πια με την δική του νομική φωνή, ανεξάρτητα, κάποτε και απέναντι στη δική σου, στην οποία όμως ίσως να οφείλει τον πρώτο πυρήνα της δημιουργίας της.


***


Θέλω να σας πω και δυό λόγια για τη Σχολή μας. Είναι καλή Σχολή. Ακριβέστερα: αν την εκμεταλλευθείτε είναι πάρα πολύ καλή Σχολή, το δείχνουν άλλωστε και οι επιδόσεις της -οι επιδόσεις σας- σε διάφορους όχι εύκολους διεθνείς νομικούς στίβους. Αν δεν την εκμεταλλευθείτε, πάλι θα το πάρετε το χαρτί -σε αυτό δεν είναι και τόσο καλή η Σχολή μας γιατί δεν λέει όσα "όχι" χρειάζεται και όσα λέει δεν τα λέει και τόσο αποφασιστικά. Όμως αν την αξιοποιήστε είναι καλή Σχολή. Το εργαλείο της επιστήμης μας είναι η γλώσσα, και την ελληνική γλώσσα μιλούν λίγοι. Οι Έλληνες νομικοί όμως -ανάμεσά τους και σεις- μιλούν μία, δύο ή και περισσότερες ξένες γλώσσες, και οι Καθηγητές σας φέρουν και μεταφέρουν δίπλα στην ελληνική και νομική παιδεία γερμανική, γαλλική, αγγλοσαξωνική, ιταλική, διεθνή. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο πλεονέκτημα -και σπάνιο. Αν πάτε σε ξένα Πανεπιστήμια - υπάρχουν προγράμματα και οι ευκαιρίες δεν είναι λίγες ούτε τόσο πολύ ακριβές- θα διαπιστώσετε ότι σε πολλά υπερέχουμε, σε περισσότερα από όσα νομίζουμε. Και μια και το έφερε ο λόγος: αξίζει τον κόπο να ταξιδέψει ένας νομικός τον κόσμο κι έξω από την Ευρώπη και την Αμερική, να γνωρίσει τους αναπτυσσόμενους, τους επιθετικά αναπτυσσόμενους κόσμους με τους οποίους θα κληθεί να μετρηθεί η δική του γενιά. Ούτε αυτό είναι δύσκολο, ούτε τόσο ακριβό. Είναι θέμα διανοητικής ικανότητας, διορατικότητας και απόφασης.


***

 

Την Σχολή μας κατακρίνουν πολλοί και για πολλά. Άλλοι ασκούν κριτική ανιδιοτελώς και εντίμως. Πολλοί όμως, με αηδιαστική συχνότητα, εντελώς ανέντιμα. Μετατρέπουν τα όχι λίγα πραγματικά μας προβλήματα και ελαττώματα (ορισμένα από τα οποία ασφαλώς είναι βαρύτερα και διαρθρωτικά μας ελαττώματα) σε εργαλεία ιδεοληψιών ή, ιδιοτέλειας, πολιτικάντικης ή και χειρότερα.


Από τα κακώς κείμενα στη Σχολή μας θα ήθελα να σταθώ σε ένα που με αφορά προσωπικά. Και μάλιστα αισθάνομαι την ανάγκη να απολογηθώ για ορισμένα πράγματα, έστω τώρα που η απολογία μου είναι πια κατόπιν εορτής και δεν έχει πια τόσο βάρος. Δεν με ρώτησε ποτέ κανείς αν και γιατί συμφώνησα στην διανομή συγγράμματος που σχεδόν όλοι -πάντως και εγώ- γνωρίζαμε ότι είναι περίπου για πέταμα, ότι έχει ξεπερασμένη ύλη, ότι δεν διαβάζεται καν και κανένας δεν το διαβάζει. Και όμως το έκανα. Δεν με ρώτησε ποτέ κανείς αν και γιατί ψήφισα και εγώ την εκλογή καθηγητή ή καθηγήτριας που ως επιστήμων και ως χαρακτήρας ήταν, αν όχι προσβολή για τη Σχολή μας -ρεζίλι κανονικό δηλαδή- πάντως πρόσωπο ανάξιο να περνάει ακόμα κι έξω από την πόρτα της. Κι αυτό δεν το απέφυγα κάποτε. Δεν με ρώτησε ποτέ κανένας αν έφερα στα θεσμικά όργανά της Σχολής μας το θέμα διδασκόντων, κάθε βαθμίδας, που δεν πάταγαν τον πόδι τους στο μάθημα, ή όταν, σπάνια, εμφανίζονταν, ουσιαστικά δεν έλεγαν τίποτε. Και υπάρχουν και άλλες ερωτήσεις. Βεβαίως δεν κατηγορώ όσους και όσες δεν με ρωτήσατε -στο κάτω-κάτω πτυχίο όλοι κάπως θα πάρουν, γιατί να ασχολούνται με τα υπόλοιπα; Από τη Σχολή μας όμως, που είναι ακόμη και δική μου Σχολή, και προσωπικά, από έναν προς έναν και μία προς μία από το σύνολο όσων την απάρτιζαν κατά την θητεία μου και όσων την απαρτίζουν σήμερα τα παραπάνω επιβάλλουν -έστω τώρα- να ζητήσω μία συγνώμη.


***


Πέρασε ο χρόνος, μιλάω ήδη σαράντα λεπτά. Είδατε πόσο γρήγορα περνούν σαράντα χρόνια; Το αντικείμενό μας όμως δεν τελειώνει. Καθόλου μάλιστα. Τα πρόσωπα, όλοι εμείς δηλαδή, ανήκουμε στο αντικείμενό μας, δεν συμβαίνει το αντίθετο, δεν μας ανήκει το αντικείμενο. Γι΄ αυτό και η παράδοση συνεχίζει και συνεχίζεται. Είδαμε τι είδαμε στο περασμένο μάθημα. Στο επόμενο μάθημα θα εξετασθούν ζητήματα που αφορούν στην αναθεωρητική διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 110 του Συντάγματος. Πέρα από τον αναπόφευκτο σχολιασμό της σχετικής επικαιρότητας -δεσμεύει, και αν ναι σε ποιο βαθμό, ποια έκταση και ποιες προϋποθέσεις η προτείνουσα την αναθεώρηση βουλή την προερχόμενη από τις εκλογές αναθεωρητική;- θα εξετασθούν και ζητήματα όπως το εάν η δυσκαμψία της αναθεωρητικής διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 110 συνέβαλε τελικά στην κανονιστική ισχύ του Συντάγματος ή και άλλα. Αυτά τα θέματα νομίζω ότι προγραμματίζεται να δείτε -αυτή τη φορά δεν θα τα δούμε μαζί, θα τα δείτε χωρίς εμένα.


Καλή συνέχεια.

Γιάννης Ζ. Δρόσος

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Βιβλιοθήκης, Ιούλιος 2019, Τεύχος 119, σελ. 577 επ.

 

Βλέπε επίσης μία παλαιότερη συνέντευξη του καθηγητή Γιάννη Ζ. Δρόσου στη Lifo:

Γιάννης Δρόσος: "Θεωρώ αναγκαία μια εκτεταμένη συνταγματική αναθεώρηση"