Δημήτρης Μητροπάνος

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο Δημήτρη του Ευθύμη Φιλίππου
Εκδόσεις MNP, 2014

 

 

 

Φωτ. Σ.Σ.
Φωτ. Σ.Σ.

 

Τον σκέφτομαι καμιά φορά να κάθεται στην άκρη ενός τετραθέσιου καναπέ μόνος του. Στην άκρη του μαξιλαριού. Ακουμπάει με τους αγκώνες του τα γονατά του, δηλαδή έχει το σώμα του μπροστά, δεν είναι ξαπλωμένος. Φοράει ένα τζιν παντελόνι και δυο καφέ σουέντ παντόφλες που μπροστά είναι δετό ένα κορδονάκι φιόγκος και μέσα έχουν μάλλινη επένδυση καρό κόκκινο και μαύρο. Ο καναπές είναι πάνω σε μια εξέδρα και μπροστά του είναι τραπέζια με τις καρέκλες αναποδογυρισμένες πάνω τους. Φυσάει άλλα όχι πολύ, οπότε δεν κρυώνει. Μια κυρία σκουπίζει κάτι γαρίφαλλα που έχουν χωθεί κάτω από τα τραπέζια και ένα γκαρσόνι περπατάει με μικρά βήματα κρατώντας ένα δίσκο που πάνω του έχει ξηρούς καρπούς και φρούτα και χάνεται πίσω από μια μικρή πόρτα. Αυτός σηκώνεται όρθιος, γυρίζει την πλάτη του στον κόσμο που αρχίζει να μπαίνει στο μαγαζί και ξεκαρδίζεται στα γέλια. Καλησπέρα. Ευχαριστούμε που ήρθατε, λέει μετά.

 

Φωτ. Σ.Σ.
Φωτ. Σ.Σ.

 

- Λάτρευε να πηγαίνει στο σούπερμάρκετ και λάτρευε τις ηλεκτρολογικές εργασίες. Μάζευε λάμπες, λαμπάκια, κατσαβιδάκια, εργαλειοθήκες, τα πάντα. Τέσσερις ντουλάπες γεμάτες πολύμπριζα, καλώδια, γλόμπους, ντουί.

- Δεν έκανε δώρα ποτέ. Σου έπαιρνε ό, τι ζήταγες. Μόνο ένα δερμάτινο λευκό μπουφάν μου είχε πάρει δώρο παλιά, κάπως σαν μοντγκόμερι.

- Παλιά του άρεσαν τα μπουζούκια και μετά τα μπουζούκια που τραγούδαγε πήγαινε στα μπουζούκια. 'Ηθελε κόσμο. Παλιότερα τον έβρισκε έξω. 'Οταν γεννήθηκε η Αναστασία κι η μικρή έφερνε τον κόσμο σπίτι του.

- 'Ηθελε να κάνει τον Επιτάφιο του Μίκη και δεν πρόλαβε. Θα το κάναμε, το είχαμε πει αλλά δεν προλάβαμε.

- Του άρεσε πολύ το θέατρο του Δημήτρη. Βαριότανε το σινεμά. Εμένα μου άρεσε πιο πολύ το σινεμά.

- Αυτό που του άρεσε πολύ ήταν το κρέας, τα παϊδάκια. Αυτό που δεν του άρεσε καθόλου ήταν να μην είναι κάποιος στην ώρα του σε κάποιο ραντεβού.

 

 

 

Φωτ. Σ.Σ.
Φωτ. Σ.Σ.

 

Σ' αγαπάω δεν του έλεγα ποτέ ούτε εκείνος θα μου το έλεγε. 'Οχι, εμείς τέτοια πράγματα μεταξύ μας δεν λέγαμε. 'Οταν θέλαμε να το δείξουμε, απλά αγκαλιαζόμασταν. 'Οπως εκείνο το βράδυ που είπε το Αλίμονο ολόκληρο ξανά μετά από χρόνια απλά μπήκα στο καμαρίνι του και με αγκάλιασε και βάλαμε τα κλάματα.

 

Φωτ. Σ.Σ.
Φωτ. Σ.Σ.

 

'Ενα βράδυ μετά από μια συναυλία στη Γερμανία πεινάγαμε και μας είπανε ότι υπάρχει ένα ελληνικό εστιατόριο κάπου κοντά. 'Ημασταν τρεις-τέσσερις μουσικοί κι αυτός. 'Οταν φτάσαμε, το μαγαζί ήταν ανοιχτό, αλλά μόλις είχε φύγει ο μάγειρας. Ο Δημήτρης ρώτησε τον ιδιοκτήτη αν έχει μακαρόνια, αυτός είχε, πήρε ο Δημήτρης τα μακαρόνια μπήκε στην κουζίνα και έφτιαξε μια μακαρονάδα και φάγαμε.

 

Φωτ. Σ.Σ.
Φωτ. Σ.Σ.

 

Καθόταν πάντα στο κέντρο της σκηνής και δεν ήθελε καπνούς τεχνητούς. 'Η καπνούς από πούρα. Τον εκνεύριζε όταν κάπνιζαν πούρα μπροστά του. 'Ηθελε να φωτιζόμαστε, ήθελε να φωτίζονται οι μουσικοί γιατί του άρεσαν οι εκφράσεις που κάνουμε όταν παίζουμε, θεωρούσε ότι είχε ενδιαφέρον να βλέπει κανείς κάποιον την ώρα που παίζει μουσική. Και έλεγε πάντα κάτι λίγο στο κοινό και σχεδόν πάντα το ίδιο. Κάτι σαν "Καλωσήρθατε. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ που είστε κοντά μας. Εύχομαι να περάσετε ένα ωραίο βράδυ". Μπορεί να άλλαζε καμιά λέξη αλλά πάνω κάτω αυτό ήτανε. Σπάνια έλεγε κάτι περισσότερο από αυτό και όταν συνέβαινε του λέγαμε να κόψει την πολυλογία.

 

Φωτ. Σ.Σ.
Φωτ. Σ.Σ.

 

Αυτή η κίνηση με το δεξί του χέρι που το σήκωνε όταν τελείωνε το τραγούδι. Που το ανέβαζε προς τα πάνω και μετά το έφερνε με δύναμη, με μίσος σχεδόν, προς τα κάτω πολύ γρήγορα. Και όταν τέλειωνε και το τελευταίο τραγούδι έφευγε από την πίστα κοκκινισμένος και με ιδρώτα στο πρόσωπό του και κάθε, μα κάθε φορά φεύγοντας έκανε ένα μικρό φου, ένα μικρό ξεφύσημα. Κάθε φορά. Σαν να είχε ακουμπήσει κάτι βαρύ, σαν να είχε μόλις τελειώσει κάτι βαρύ πίσω. Και σαν να μην έχει τίποτα άλλο μέσα του πια.

 

* "'Ενα μικρό απόσπασμα από μια συζήτηση που ξεκίνησε στις 18 Απριλίου του 2012 και συμμετείχαν κάποιοι άνθρωποι που έζησαν κοντά του. Ο Βασίλης, ο Σπύρος, η Μυρσίνη, ο Δημήτρης, ο Βασίλης, η Λία, ο Μάκης, η Βένια, ο Γιάννης, ο Ηλίας και η Αναστασία. Στους χώρους που έγινε η συζήτηση υπήρχε πάντα κρύο νερό, μικροί πλαστικοί αναπτήρες και κρέας. Η παρούσα έκδοση δημιουργήθηκε για λογαριασμό της Minos EMI"  (Ευθύμης Φιλίππου).