Πάντα, η κινηματογράφηση ενός αρχείου είναι ιερή προσωπική μου στιγμή και μαζί με το συνεργάτη μου, τον οπερατέρ Δημήτρη Θεοδωρόπουλο, την αφήνουμε για το τέλος. Όταν θα έχουν δηλαδή ολοκληρωθεί τα γυρίσματα με το έμψυχο υλικό του ντοκιμαντέρ. Μήπως όμως και οι φωτογραφίες έμψυχο υλικό δεν είναι τελικά; Πόσω μάλλον όταν πρόκειται για μέρος αναπόσπαστο της εργογραφίας του Νίκου Κούνδουρου, του δημιουργού που αυτό τον καιρό τελειώνω το κινηματογραφικό πορτρέτο του. Ένα μάλλον βέβηλο πορτρέτο, θα μου επιτρέψετε, όχι απ' αυτά που το εν ζωή «τιμώμενο πρόσωπο» κάθεται σε μια πολυθρόνα κι αναπολεί, αλλά αντίθετα ορμάει κυριολεκτικά στο πλατό και ο φακός το συλλαμβάνει σε στιγμές χάρμα οφθαλμών. Και σε ασπρόμαυρο φιλμ 35mm, μάλιστα, άσχετα αν ο Κούνδουρος μού έσυρε τα εξ αμάξης, διότι τράβηξα τον ίδιο σε άσπρο και μαύρο, ενώ όλους τους άλλους που μιλούν γι' αυτόν (από τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον Βασίλη Βασιλικό μέχρι τον Ιάκωβο Καμπανέλλη και την Ντόρα Μπακοπούλου) σε έγχρωμο! Είναι εντυπωσιακό πώς ο Κούνδουρος διέσχισε καλλιτεχνικά τον 20ό αιώνα από το δεύτερο ήμισύ του και μετά: με τους ανθρώπους-σκιές στον Δράκο του ‘56 και τη σκηνή της ερωτικής ψυχεδελικής διείσδυσης στο κερματισμένο Vortex του ‘71 μέχρι την εμμονή του βλέμματός του πάνω στο γυναικείο σώμα στο Μπορντέλο του ‘85 και την ολική εξόντωση των σωμάτων στους προφητικούς Φωτογράφους του ‘98. Δεν νομίζω πως υπάρχει κανένας άλλος σκηνοθέτης, ενδεχομένως σε παγκόσμιο επίπεδο, που η σχέση του με το ανθρώπινο σώμα να διαπερνάει τόσο έντονα ολόκληρη τη φιλμογραφία του. Ο Κούνδουρος είχε και έχει το μοναδικό χάρισμα να δείχνει το ανθρώπινο κορμί και δη το γυναικείο σε όλες του τις εκφάνσεις: άλλοτε ως προάγγελο του εφηβικού ερωτισμού στις Μικρές Αφροδίτες ή ως επαναστατικό σύμβολο με τις μορφές του Μίκη και της Φαραντούρη στα Τραγούδια της φωτιάς, και άλλοτε ως έκφραση του μεγαλύτερου ψυχικού άλγους στο 1922 ή ως φορέα καταστροφής και θανάτου στους Φωτογράφους. Και μέσα σε όλα αυτά, τα γνωστά, τα πολυειδωμένα και πολυειπωμένα, μα πάντα πολύτιμα, βλέπω φωτογραφίες της Ναθαναήλ, της Διαλυνά και της Προκοπίου για μια ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ, βασισμένη στους Διαλόγους Εταίρων του Λουκιανού.

 

Όσο ψάχνω αυτό τον άνθρωπο, τόσο πιο πολύ τον γουστάρω, που μια ζωή ταινίες κανόνιζε, έκανε κάστινγκ, έφτιαχνε ανορθόδοξα ντεκόρ, φωτογράφιζε τα σώματά του. Κι ας έχει κάνει μέχρι σήμερα μόνο έντεκα ταινίες, ετοιμάζοντας ήδη την επόμενή του! Πώς θα ήταν άραγε αν ολοκλήρωνε το ‘69 τη δική του εκδοχή στη Ρόζα Λούξεμπουργκ με την Ειρήνη Παπά ως Λυσιστράτη; Τη Ρόζα Λούξεμπουργκ που ήταν και το επόμενο project του Φασμπίντερ πριν τον βρει ο θάνατος, δίπλα σ' ένα βουναλάκι κόκας! Τι σόι ανατροπή θα έφερνε στην εγχώρια κινηματογραφία, αν τελικά έκανε ταινία το Αγγέλιασμα του Βασιλικού με μια μιγάδα χορεύτρια ως πρωταγωνίστρια και τα πρώτα science-fiction ελληνικά ντεκόρ; Κι ακόμη, πως θα μας φαινόταν σήμερα, αν δίπλα στον Οιδίποδα του Παζολίνι βάζαμε την Αντιγόνη του Κούνδουρου, που σκόπευε να γυρίσει σε Τυνησία και Μαρόκο; Δεν θα τα μάθουμε ποτέ όλα αυτά και ας αρκεστούμε στο εξαίσιο μείγμα εικαστικότητας, αρχαϊκότητας, πειραματισμού, αισθησιασμού και σκληρότητας που διέπει το κουνδουρικό σύμπαν στο σύνολό του. Ο Κούνδουρος είναι εδώ, ολοζώντανος, ακμαίος, γοητευτικός και παιχνιδιάρης στα 83 του, οξύθυμος, ονειροπόλος, χιουμορίστας, αθυρόστομος εκεί που πρέπει, κοινωνικά διαμαρτυρόμενος, απίστευτα γαλαντόμος με τους νέους ανθρώπους. Σαν και μένα, που παλεύω καθημερινά «να βρω το κουμπί του», που λένε, ώστε να τελειώσει κι αυτό το ντοκιμαντέρ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σε καλό δρόμο είμαστε και, αν με ρωτήσετε τι αποκόμισα από την επαφή μου μ' έναν καλλιτέχνη τέτοιου διαμετρήματος, θα σας απαντούσα με μια φράση του φίλου του, του Μάνου Χατζιδάκι, που μάλλον τον Κούνδουρο θα σκεφτόταν, όταν την είπε: «Για να ασκείς εξουσία, πρέπει και να την περιφρονείς».