1.

Αύγουστος του 2002, καλοκαίρι. Η πρώτη προβολή του μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «Φλέρυ-Τρελή του φεγγαριού» στα κινηματογραφικά εργαστήρια του Σκλαβή στα Εξάρχεια. Τότε τραβούσαμε σε φιλμ Super16 mm και μετά γινόταν το blow up σε 35άρι. Εκεί ήταν ο Ηλίας Λιούγκος, η Αγαθή Δημητρούκα, ο Βασίλης Λέκκας, ο Βασίλης Γισδάκης, η Αλίκη Καγιαλόγλου, η Μαριάννα Πολυχρονίδη, η Μαρίζα Κωχ. Με είχε τρομάξει η Μαρίζα: «Θα 'ρθει ο Κούνδουρος να δει τη δουλειά σου» μου 'χε πει απ' το πρωί. Έτρεμα κανονικά, αλλά κάπου χαιρόμουν που μες στο άγχος της πρώτης προβολής για τους συμμετέχοντες στην ταινία το στρες μιας πρώτης γνωριμίας με το Ιερό Τέρας θα μετριαζόταν. Έρχεται ο Κούνδουρος, δεν μου λέει ούτε «χαίρετε», «σνομπ όσο δεν πάει» σκέφτηκα εγώ, κάθεται πίσω-πίσω στη μικρή αίθουσα των δοκιμαστικών προβολών κι όταν τα 26 λεπτά της ταινίας τελειώνουν, αυτός προτιμά να μην ακολουθήσει το «πλήθος» και να μη χειροκροτήσει. Παγώνω. Αν ήταν οποιαδήποτε άλλη στιγμή, θα γινόμουν κουρέλι, αλλά δεν με αφήνουν τα θερμά λόγια των ανθρώπων που είχαν γνωρίσει τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Το ίδιο βράδυ τηλεφωνώ της Κωχ: «Τι μου τον έφερες, βρε Μαρίζα, τον Κούνδουρο;», της λέω, «αφού δεν με έβρισε, πάλι καλά». Δύο μέρες μετά από εκείνη την προβολή, δέχομαι ένα τηλεφώνημα από τον ίδιο. «Να είσαι στο σπίτι μου σε μισή ώρα» μου κάνει αυστηρά και ψαρωτικά και το κλείνει. Έτρεξα, είναι η αλήθεια. Ο σεβασμός μου ήταν δεδομένος. Με περίμενε στην πόρτα εκείνου του καταπληκτικού σπιτιού του στο Μετς, που το 'χε αγοράσει αχούρι για να το μετατρέψει σε παλατάκι με τα ίδια του τα χέρια. Με οδηγεί μπροστά σε δύο μεταλλικές ντουλάπες, τις ανοίγει και βλέπω μια σειρά από βινύλια, κυρίως κλασικής μουσικής, αλλά και έργα των Μάνου Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη και Γιάννη Μαρκόπουλου με αφιερώσεις τους στο πρόσωπό του. «Σου αρέσουν;» με ρωτάει. «Έχω πάθει την πλάκα μου» του απαντάω. Και συνεχίζει: «Πάρ' τα όλα, από σήμερα είναι δικά σου». Τα χάνω κανονικά! «Μα, τι λέτε, κύριε Κούνδουρε;», τολμώ να του πω στον πληθυντικό της πρώτης γνωριμίας, «αυτά είναι εθνικά κειμήλια! Πώς μου χαρίζετε τον "Μεγάλο Ερωτικό" που σας έχει αφιερώσει ο Χατζιδάκις;». Γίνεται αυστηρός: «Θα τα πάρεις τώρα που σου λέω; Αν δεν τα πάρεις εσύ, τους δίνω μια και τα πετάω όλα από το παράθυρο...». Είχε έτοιμες κούτες δίπλα του. Με βοήθησε να τα συσκευάσουμε, μου χάρισε μαζί κι ένα παλιό πικάπ («σ' αυτό τα άκουγα όλα αυτά» πρόσθεσε) και στο τέλος πλήρωσε και το ταξί που θα με μετέφερε στο δικό μου σπίτι μ' έναν τέτοιο θησαυρό στα χέρια μου. Σύνολο: 530 δίσκοι βινυλίου, το σύνολο της δισκοθήκης του Νίκου Κούνδουρου που με τεράστια γενναιοδωρία επέλεξε έναν ασήμαντο κινηματογραφιστή στο ξεκίνημα του για να του την κληροδοτήσει.


2.

2003, 2004, μπορεί και 2005... Ατέλειωτα φαγοπότια στο σπίτι της Μαρίζας Κωχ κάτω από την Ακρόπολη. Ο Κούνδουρος στο κέντρο, πάντα να λέει ιστορίες, να μας μαγειρεύει καρμπονάρες και να σπάει αυγά μέσα στα βρασμένα μακαρόνια. Αν βάλω τώρα κάτω όλες τις ιστορίες που έχω ακούσει απ' τα χείλη του, βιβλίο θα 'γραφα, απνευστί κιόλας. Ένα βράδυ η Μαρίζα αρχίζει να μας τραγουδάει ένα δικό της τραγούδι που το θυμόμουν σαν όνειρο, από μικρό παιδί, στην «Πρόβα» της Λιλάντας Λυκιαρδοπούλου: «Μ' αρέσουν οι γριές γυναίκες/ οι κακές γυναίκες/ οι άσχημες γυναίκες/ είναι τ' αλάτι της γης»! Τραγούδι περίεργο, αρχαϊκό, σαν να 'βγαινε από αρχαίο μαντείο. «Ξέρεις ποιανού είναι οι στίχοι;» με ρωτάει όλο καμάρι ο Κούνδουρος! «Δικοί μου» συνεχίζει. Έτσι έμαθα πως το μοναδικό τραγούδι για το οποίο ο Κούνδουρος είχε γράψει ποτέ στίχους ήταν οι «Γριές Γυναίκες» σε μουσική και ερμηνεία της Μαρίζας Κωχ. Για την ακρίβεια, οι στίχοι δεν ήταν ακριβώς δικοί του αλλά η ελεύθερη μετάφρασή του σε ένα ποίημα του Πολωνού ποιητή Τίοντορ Ρούζεβιτς. Όταν τον ρώτησα γιατί δεν ασχολήθηκε εκτενέστερα με τον στίχο, πέταξε τη μεγάλη ατάκα: «Υπήρχαν ο Γκάτσος, ο Ελύτης, ο Ελευθερίου, δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα στη ζωή αυτή». Οι «Γριές Γυναίκες» δεν δισκογραφήθηκαν ποτέ, στις συναυλίες της μόνο τις τραγουδούσε η Κωχ καθ' όλη τη δεκαετία του 1980. Υπάρχει το τραγούδι, όμως, στο YouTube και το παραθέτω για ιστορικούς λόγους:

 

 

3.

2006: Ένας πολύ δικός μου άνθρωπος έχει αρρωστήσει ψυχολογικά. Τρέχω εγώ γι' αυτόν, μια κι εκείνος είναι ανήμπορος. Το γραφείο του ψυχιάτρου είναι στο Μετς, λίγα μέτρα πιο πέρα από το σπίτι του Κούνδουρου. Βλέπω στον προθάλαμο δυο-τρεις ψυχασθενείς, βαριές περιπτώσεις, που αρχίζουν να με πειράζουν. Σχεδόν καταρρέω. Είμαι σε πανικό. Ρωτάω τον γιατρό πόσο θα κοστίσει η επίσκεψη, «30 ευρώ» μου απαντάει και τότε συνειδητοποιώ πως στην κατάσταση που βρισκόμουν δεν είχα πάρει καθόλου χρήματα μαζί μου. Ο μόνος που μπορούσε να με βοηθήσει ήταν ο Κούνδουρος. Του τηλεφωνώ. «Νίκο, είμαι στον ψυχίατρο για την περίπτωση που γνωρίζεις και ξέμεινα από λεφτά. Μήπως σου βρίσκονται 30 ευρώ; Αύριο περνάω και σου τα δίνω». «Τώρα μπαίνω για μπάνιο», τον θυμάμαι να μου λέει απ' την άλλη άκρη της γραμμής, «πέρνα και θα σου 'χω έναν φάκελο έξω απ' την πόρτα». Πάω και βρίσκω έναν φάκελο με 100 ευρώ μέσα και τη σημείωση με τα καλλιγραφικά γραμματάκια του: «Δεν επιστρέφονται». Μπορεί να την ξεχάσει ένας άνθρωπος μια τέτοια κίνηση σε μια τρομερά δύσκολη στιγμή;

 

4.

Χειμώνας του 2003: Μεταβαίνουμε με τον Κούνδουρο στη Σάμο, όπου θα τον τιμούσε η Κινηματογραφική Λέσχη του νησιού κι αυτός είχε ζητήσει εμένα να τον προλογίσω. «Πάμε και θα περάσουμε καλά, θα δεις» μου είχε πει. Το «καλά», βέβαια, δεν μπορούσα τότε να ξέρω πως για τον Κούνδουρο σήμαινε τζέρτζελο, βαρβάτο κιόλας! Γίνεται η προβολή του «1922», παρουσία των δημοτικών, θρησκευτικών και στρατιωτικών Αρχών του νησιού, και αμέσως μετά ένας καθηγητής –γιατρός, όπως μάθαμε– τολμάει να του ασκήσει κριτική! Χαρακτηρίζει την ταινία εθνικιστική και μισαλλόδοξη! Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! «Έλα δω να μου το πεις, ρε», του φωνάζει ο Κούνδουρος, «μην έρθω εγώ και σου ξουρίσω το μουστάκι που έχεις». Αρπάζει και μια καρέκλα, έτοιμος να του την πετάξει, εγώ στο τραπεζάκι με το μικρόφωνο μπροστά μου έχω χεστεί πάνω μου, μα μέσα σε όλο αυτό τον πανικό βλέπω τον Κούνδουρο να μου χαμογελάει πονηρά και να μου κλείνει το μάτι με νόημα. Φεύγουμε κακήν κακώς, φοιτητές και μέλη της ΚΝΕ του νησιού απειλούν να μας πετάξουν στη θάλασσα και ουρλιάζουν φανατισμένα πόσο ανεπιθύμητοι είμαστε στα μέρη τους! Ο Κούνδουρος απτόητος! Καταλήγουμε οι δυο μας, ταπεινωμένοι και κάπως κουρασμένοι ψυχολογικά, σε ένα σουβλατζίδικο μπροστά στο κύμα. Τον ρωτάω ήρεμα: «Γιατί το έκανες όλο αυτό, θα μου πεις τώρα;». Η απάντησή του ήταν η εξής – δεν θα την ξεχάσω ποτέ: «Άκουσε, μικρέ, τι θες να λέγαμε εκεί; Τυπικούρες και να πηγαίναμε όλοι για ύπνο μετά; Τώρα, μ' αυτό που έγινε, θα μας συζητάνε για τα επόμενα πέντε χρόνια τουλάχιστον...» Την επόμενη μας ειδοποιούν στο ξενοδοχείο πως μας περιμένει ο δήμαρχος στο γραφείο του, θέλοντας να απολογηθεί στον Κούνδουρο για τη συμπεριφορά των Σαμιωτών απέναντί του. Μέχρι να πάμε, όμως, περνάμε και από το τοπικό ραδιόφωνο, όπου ο Κούνδουρος χαρακτηρίζει στον αέρα τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο «φίλο του, αλλά και μεγάλο Καραγκιόζη», προκαλώντας πάλι τα τηλεφωνήματα των ανθρώπων της Σάμου. Τέλος πάντων, λίγο πριν μπούμε στο γραφείο του δημάρχου, γυρνάει και μου κάνει: «Σπάσε πλάκα τώρα, πόσο δουλικός θα 'ναι μαζί μας». Έρχεται ο δήμαρχος με ανοιχτές αγκάλες και λέει την απίστευτη ατάκα: «Κύριε Κούνδουρε, λυπάμαι πολύ για ό,τι έγινε! Μη στενοχωριέστε, και τον Ρεμπώ τον λοιδορούσαν στον καιρό του». «Στα 'λεγα, δεν σ' τα 'λεγα;» γυρνάει πάλι και μου κάνει συνωμοτικά, εξηγώντας μου εν συνεχεία πως μάλλον ο δήμαρχος θέλει να του κλείσει ο Νίκος ραντεβού με τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Εκεί συνειδητοποίησα πόσο ίσχυε αυτό που έλεγε και ο φίλος του, ο Μάνος Χατζιδάκις: «Για να ασκείς εξουσία, πρέπει και να την περιφρονείς».

 

O δικός μου Νίκος Κούνδουρος
Ο Νίκος Κούνδουρος σε γύρισμα.


5.

2006: Πανηγυρική προβολή του πρώτου μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ μου στο Τριανόν, «Ζωντανοί στο Κύτταρο – Σκηνές Ροκ». Εκεί ο Κούνδουρος πάλι, αν και κουρασμένος. Τον αφήνει το ταξί και πέφτει σε ένα συγκεντρωμένο πλήθος από μαλλιάδες και παράγοντες του ελληνικού σινεμά έξω από το Τριανόν. «Άκουσε να δεις, ήρθα, με είδαν όλοι, είμαι εδώ για σένα», μου λέει, «αλλά άμα αργήσεις την προβολή, θα φύγω. Όταν δεν με κρατάνε τα πόδια μου, και Αϊζενστάιν να με έβαζαν να δω, πάλι θα 'φευγα». Μένει ωστόσο, κάθεται μέχρι το τέλος, βλέπει στην οθόνη τον Σαββόπουλο, τον Πουλικάκο, την Κωχ, τον Γκαϊφύλλια. Εξίσου αλησμόνητη η παρατήρησή του αμέσως μετά (και εντελώς ενδεικτική του χιούμορ του): «Έκανες θαυμάσια δουλειά! Όταν σε δέκα χρόνια δεν θα υπάρχει κανείς απ' όλους αυτούς, η ταινία σου θα γίνει εθνική παρακαταθήκη!». Ποιος το 'λεγε αυτό; Ένας άνθρωπος 80 ετών, για μουσικούς που ήταν λίγο πάνω από τα 60 οι περισσότεροι.

 

6.

2009 - 2010: Μου ανατίθεται από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου η σκηνοθεσία ενός ντοκιμαντέρ-πορτρέτου του Νίκου Κούνδουρου. Υπήρχε έτοιμο το ποσό που θα κάλυπτε την παραγωγή, δεν χρειαζόταν καν να καταθέσω σεναριακό σχεδίασμα. Ο μόνος όρος ήταν να βγει το ντοκιμαντέρ «ροκ, με την αισθητική του "Κύτταρου''» θυμάμαι τώρα τα λόγια του Σοφιανόπουλου. Ο Κούνδουρος, επιφυλακτικός στην αρχή. Θετικός στη συνέχεια, αρνητικός όσο πλησιάζαμε στα γυρίσματα. Ήταν ολοφάνερο πια πως η σχέση μας έμπαινε σε άλλο επίπεδο, θα τον γνώριζα και απ' την ανάποδη. Γυρίζεται η ταινία με πολλά προβλήματα απ' τη μεριά του (μου τηλεφωνούσε απ' την Αίγινα πως δεν θα ήταν παρών στο δικό του γύρισμα, μα τελευταία στιγμή έπαιρνε το πλοίο κι ερχόταν) και φτάνουμε στην πρώτη «κλειστή» προβολή στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Του αρέσει μάλλον η ταινία, χαίρεται που ακούει καλά λόγια! Μέχρι που με πετυχαίνει έξω να μου κάνει παρατηρήσεις ο Θόδωρος Αγγελόπουλος! Αυτό ήταν! Την επομένη μου τηλεφωνεί έξαλλος: «Αυτόν θα τον πετάξεις στο μοντάζ, αλλιώς θα σε τσακίσω, θα σε αφανίσω από τον χώρο! Και τον άλλον, τον Μάτεσι, τι τον έβαλες να λέει ότι δεν του άρεσε το "Vortex", που τον είχα και βοηθό μου;». Κι εγώ εμβρόντητος: «Μα, έλα στα συγκαλά σου, βρε Νίκο μου, τον Αγγελόπουλο θα κόψω στο μοντάζ, θες και τα λες τώρα;». Δεν ήθελε ν' ακούσει τίποτα! Τον είχε πιάσει όντως μανία να με αφανίσει από τον χώρο. Βέβαια, υπήρχαν και μέρες που όλο και κάποιον συναντούσε που του 'λεγε «ωραία ταινία σου 'κανε ο Μποσκοΐτης», οπότε μου τηλεφωνούσε πάλι εν είδει πολέμου νεύρων και μου 'λεγε: «Κάνε ό,τι θες με την ταινία, τελικά καλή είναι»... Δυστυχώς, υπερίσχυε η αρνητική του διάθεση. Κι έτσι, όταν η ταινία πήγε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και ο Εϊπίδης τη συμπεριέλαβε στη λίστα με τα δέκα σημαντικότερα ντοκιμαντέρ της διοργάνωσης, ο Κούνδουρος το 'μαθε και του τηλεφώνησε: «Η ταινία αυτή θα παιχτεί με καινούργιο μοντάζ! Θα 'ναι πρώτα Κούνδουρος και μετά Μποσκοΐτης!». Το φυσάγαμε και δεν κρύωνε με τον Εϊπίδη, ώσπου αποφασίσαμε να παίξουμε την κανονική κόπια και μια και ο ίδιος δεν θα ανέβαινε στη Θεσσαλονίκη, δεν θα το μάθαινε ποτέ. Έναν χρόνο μετά, που είχα πρόσκληση από το Φεστιβάλ Εδιμβούργου για να προβληθεί εκεί η ταινία, πάλι δεν μου το επέτρεψε! Ούτε για μια στιγμή δεν του κάκιωσα, τον αγαπούσα τόσο, που ως ένα σημείο χαιρόμουν κιόλας μ' αυτή την παιδιάστικη ορμή, παρά τα χρόνια του. «Παράτα με, Νίκο» του είπα κάποια στιγμή, «την ταινία θα την κλείσω στα κουτιά της κι ας μην ξαναπαιχτεί ποτέ». Έτσι κι έγινε, παρ' ότι τα τελευταία δύο-τρία χρόνια είχε γλυκάνει με το θέμα (μεσολάβησαν ο βιογράφος του, Γιάννης Σολδάτος, και ο σκηνοθέτης Λευτέρης Ξανθόπουλος) και τελικά παρευρέθηκε και ο ίδιος σε μια τιμητική προβολή στη Θεσσαλονίκη το 2014.

 


7.

2010: Πάλι σ' εκείνη την πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ «Οδύσσειες σωμάτων - Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο» στην Ταινιοθήκη. Έχει έρθει και η Λένα Πλάτωνος, που σπανίως βγαίνει απ' το σπίτι της, μα έχω καταφέρει να την πείσω. Σε μια φάση, λίγο πριν ξεκινήσει η προβολή, απευθύνεται σ' αυτήν ο Κούνδουρος φωναχτά: «Εσύ 'σαι, ρε πουλάκι μου, η Πλάτωνος; Από 13 ετών Πλάτωνος ακούω και Πλάτωνος δεν βλέπω». Η Λένα, ετοιμόλογη, του απαντάει: «Τι να κάνουμε, έχω αρχαίο όνομα...». Παραδίπλα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έχει ξεραθεί στο γέλιο.


8.

2007: Καλώ τον Νίκο Κούνδουρο στο ραδιόφωνο, Στο Κόκκινο 105.5 (τότε που τον σταθμό τον ακούγαμε εμείς κι εμείς) για ένα δίωρο αφιέρωμα στη μνήμη του Μάνου Χατζιδάκι. Έρχεται με προθυμία, παρ' ότι όλοι γνωρίζουμε πως κάθε τέτοια μέρα, την επέτειο θανάτου του φίλου του, αυτός κλείνεται στο σπίτι του και δεν θέλει να δει άνθρωπο. Τον θυμάμαι να ακούει με κλειστά μάτια και το κεφάλι σκυμμένο και με το που τέλειωνε κάθε τραγούδι, να αρχίζει με ένα απίστευτο μνημονικό να λέει τις πιο όμορφες ιστορίες για τον Χατζιδάκι! Το τηλεφωνικό κέντρο να σπάει από τις κλήσεις ακροατών, οι οποίοι έκλαιγαν από συγκίνηση και ζητούσαν την επανάληψη της εκπομπής. Τελικά, η εκπομπή αναμεταδόθηκε άλλες δύο φορές σε διάστημα μίας εβδομάδας και σήμερα η χαρά μου είναι απερίγραπτη που υπάρχει στο αρχείο μου. Επιφυλάσσομαι για μια απομαγνητοφώνηση και δημοσίευση ολόκληρου εκείνου του ραδιοφωνικού αφιερώματος στον Μάνο Χατζιδάκι.

 

O δικός μου Νίκος Κούνδουρος
Ο Νίκος Κούνδουρος με τον Αντώνη Μποσκοΐτη.


9.

Οκτώβριος του 2015: Η μικρού μήκους ταινία μου «Γράμματα στη Γερμανία» παίζεται στις Νύχτες Πρεμιέρας. Του έχω τηλεφωνήσει από την προηγούμενη, αλλά ξέρω πως μάλλον δεν θα τα καταφέρει να έρθει στην προβολή. Ο Νίκος μας έχει καταπέσει, έχει παραμεγαλώσει ξαφνικά, είναι πια κοινό μυστικό. Ξαφνικά, ενόσω παίζονται άλλες ταινίες στη σειρά, η πόρτα της αίθουσας ανοίγει κι ένα γεροντάκι με μπαστούνι εισέρχεται και αργά-αργά κάθεται στα πίσω καθίσματα. Είναι ο Κούνδουρος! Η Ελένη Καραΐνδρου γυρνάει δίπλα μου και μου λέει: «Δεν το πιστεύω! Ο Νίκος! Ήρθε τελικά». Δεν ξέρω με τι να χαρώ πιο πολύ... Με την προβολή που πήγε καλά, με το χειροκρότημα του κόσμου ή με την παρουσία του Κούνδουρου ανάμεσά μας; Τον συνοδεύω έξω αγκαζέ, βγαίνουμε αργά από το σινεμά, ακούω τα πιο όμορφα λόγια που θα μπορούσα ν' ακούσω από άνθρωπο εκείνη την ώρα, τον βάζω στο ταξί και τον αποχαιρετώ σχεδόν δακρυσμένος για την τιμή που μου 'κανε ακόμα μία φορά.


10.

22 Φεβρουαρίου του 2017: Ώρα 3.10 το μεσημέρι. Ο Νίκος Κούνδουρος πεθαίνει στην οικία του, όρθιος, όπως το 'θελε, όχι σε νοσοκομείο με ορούς και σωληνάκια. Τους τελευταίους δύο μήνες έδινε μάχη για να μείνει στη ζωή μετά την αναπνευστική λοίμωξη που του λιγόστευε ολοένα και πιο πολύ το πολύτιμο οξυγόνο στα πνευμόνια του. Ωστόσο, το πάλευε, κανονικό θηρίο, έχων σώας τας φρένας του και συνομιλώντας με όλους τους φίλους του. Πριν από μία εβδομάδα είχαμε μιλήσει με τη Μαρία Φαραντούρη. Επρόκειτο να τον επισκεφτούμε. Να του δώσουμε χαρά, όπως έπαιρνε από κάθε άνθρωπο που του χτυπούσε την πόρτα και ζητούσε την παρέα του. Δεν προλάβαμε. Πριν από λίγες ώρες, λίγο μετά τις 8 το βράδυ, ο Νίκος αναπαυόταν στον καναπέ του με την πιο γαλήνια έκφραση που τον είχα δει ποτέ. Εκεί ήταν η γυναίκα του, η Σωτηρία Ματζίρη, ο ξάδερφός του Τίτος Κούνδουρος με τον γιο του, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, η ηθοποιοί Μάνος Βακούσης και Κατερίνα Παυλάκη, οι βοηθοί του, η συγγραφέας Άννα Βοργία και η ανθρωπολόγος Μαρία Καραμητσοπούλου. Και η Μαρίζα Κωχ! Η Μαρίζα... Συντετριμμένη, τον θρήνησε και μας έσκισε την καρδιά. «Κι αν είστε όλοι άθεοι», γύρισε και μας είπε μες στο κλάμα, «βάλτε έναν σταυρό απάνω του. Ο Νίκος περίμενε το Ψυχοσάββατο για να συνομιλήσει με την ψυχή της μητέρας του». Έσκυψα κι εγώ, χάιδεψα τα λευκά του μαλλιά, φίλησα το μέτωπό του και τον αποχαιρέτισα με λίγα λόγια οδύνης στο αυτί του: «Καλό σου ταξίδι, αγαπημένε μου. Και καλή αντάμωση...».

 

O δικός μου Νίκος Κούνδουρος
Ο Νίκος Κούνδουρος σε γύρισμα.