«Είναι η ζωή της αφεντιάς μου μέσα από τη ζωή των άλλων» θα πει ο Νίκος Κούνδουρος για το βιβλίο του. «Αυτόπτης μάρτυρας τόσων και τόσων χρόνων και ο νους δυσκολεύεται να βάλει τάξη στις μαρτυρίες ενός άνθρωπου χαμένου μέσα στη λευκή μάζα ενός λαού, ενός κόσμου που είναι ο λαός του και ο κόσμος του». Ο τίτλος Ονειρεύτηκα πως πέθανα είναι όνειρο ενός κοριτσιού που με αυτό ξεκινάει το αυτοβιογραφικό αφήγημα. Έτσι, όπως στα όνειρα δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο, περνάνε εξήντα χρόνια από τις σελίδες του. «Είναι σαν φανταστικό ημερολόγιο. Απότομα όπως άρχισε αυτό το συναξάρι της ζωής μισό αληθινό και μισό ψεύτικο. Έτσι καθώς ταιριάζει στο νου μου που έμαθε να φτιάχνει ιστορίες και παραμύθια με ανθρώπους και με φαντάσματα. Γιατί η αλήθεια η δική μου είναι μόνο δικιά μου και τις αλήθειες των άλλων εγώ τις αλέθω όπως θέλω και όπως με βολεύει... Οι ιστορίες που γράφω είναι σπαράγματα μιας ζωής... Όπως ακριβώς τα βλέπεις στο υπόγειο του Εθνικού Μουσείου. Το καθένα έχει και τη δική του ιστορία. Τα εναποθέτω το ένα δίπλα στο άλλο χωρίς χαρτάκια και αριθμούς. Είδα πόλεμο, είδα θάνατο, είδα φιλίες, είδα μίση, είδα πάθη, έρωτες και αδικία. Είναι μνήμες εξήντα χρόνων. Έχει τη ζωή μου όπως την έζησα. Θέλοντας, όμως, να μην είναι αυτάρεσκο το έργο, παίζω τον παρατηρητή».

Η ροή δεν έχει χρονολογική τάξη. Μνήμες έρχονται και παρέρχονται: «Δεν ήθελα να έχει τη ροή ενός μυθιστορήματος με σωστές χρονολογίες. Έτσι το έκανα ανασούμπαλο. Μπρος πίσω σαν μια συνεχή παλινδρόμηση». Οι θαυμαστές του καλλιτέχνη Κούνδουρου μπορεί να απογοητευτούν αφού δεν αναφέρεται καθόλου στον κινηματογράφο. Δεν περιγράφει τα making off των ταινιών του, παραθέτει μόνο τις εμπειρίες του. Πλάθει τη ζωή του όπως θέλει αυτός. Δική του ήταν άλλωστε. Πότε αποστασιοποιημένα και πότε σε πρώτο ενικό: «Σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι να εξαφανιστώ μέσα στο πλήθος τόσων ανθρώπων και τόσων πραγμάτων που και αν ακόμα μπορώ να θυμηθώ δεν θέλω. Έτσι κι αλλιώς από χρόνια έχω μάθει να ξεχωρίζω το χρήσιμο από το άχρηστο και τελικά, γιατί να το κρύψω, το βολικό από το άβολο... Ό,τι έγινε, έγινε... Η μνήμη διαλέγει ό,τι θέλει...Όμως δεν θα ξεχάσω όσους αγάπησα και όσους με αγάπησαν» καταλήγει.