Καθώς μιλάω με τον Γιώργο στο τηλέφωνο, τον ρωτάω αν στον τόπο του βλέπει νέο κόσμο να πηγαίνει στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, εκτός του Επιταφίου, μου ζητάει μισό λεπτό και τον ακούω να μιλάει με τη μητέρα του. «Όταν λες "νέο κόσμο";» ρωτάει εκείνη, «σαν εμένα» της απαντάει εκείνος. 

 

Δεν ξέρω πότε θα σταματήσουμε να αυτοαποκαλούμαστε νέοι – όχι ότι δεν είμαστε. Δεν μπορώ να υπολογίσω και πότε θα έρθει η στιγμή που κάποιος θα αναρωτηθεί «τι κάνουν τα νιάτα;», χωρίς να μας περιλαμβάνει σε αυτά, ενώ εμείς θα έχουμε μπει σε τροχιά ωριμότητας ή, τουλάχιστον, έτσι θα φαίνεται. Αυτό που ξέρω είναι ότι το Πάσχα στο νησί είναι κάτι που κανείς δεν έχει μετανιώσει, μικρός ή μεγαλύτερος.

 

Πάντα μου έκανε εντύπωση ότι ακόμα και όσοι δεν αντέχουν τα πολλά-πολλά με την οικογένεια, ακόμα και οι «επαναστάτες των τραπεζιών», πάντα έχουν κάτι ωραίο να θυμούνται από το Πάσχα τους. Ίσως είναι που μια περίοδος κατάνυξης κορυφώνεται σε γλέντι, που έχουμε ωραία μέρη για να την περάσουμε, παίρνοντας μια πρόγευση καλοκαιριού.  

 

Το Μεγάλο Σάββατο κάνουμε λίστα για το σούπερ-μάρκετ και ρίχνουμε ιδέες για το τραπέζι της Κυριακής. Την Ανάσταση την προλαβαίνουμε πάντα, ενώ είμαστε στα σκαλιά του σπιτιού, άρα πάμε απευθείας για μαστέλο και μαγειρίτσα. 


 

Στη Σίφνο, το Πάσχα έχει γεύση από μαστέλο

«Το νησί είναι όπως θα θέλαμε να είναι το καλοκαίρι, ήσυχο, χωρίς πολύ κόσμο και καταπράσινο, είναι διαφορετικό με την καλή έννοια. Το στενό της Χώρας δεν είναι ασφυκτικά γεμάτο από κόσμο, τα πιο κοσμικά μπαρ είναι κλειστά, δεν υπάρχει το άγχος και η πίεση του Αυγούστου, προβληματισμοί του τύπου "πού θα φάμε το βράδυ;", "θα βρούμε να κάτσουμε στον Δρακάκη;", "να κλείσουμε τραπέζι" δεν υπάρχουν. Απλώς συναντιόμαστε εκεί οι ντόπιοι ή οι σχεδόν ντόπιοι, όπως εγώ, πίνουμε το τσιπουράκι μας και ξαναστήνουμε την παρέα που είχαμε αφήσει το καλοκαίρι. 

 

Κάθε μέρα υπάρχει πρόγραμμα. Ξεκινάμε με μπάνιο στη θάλασσα ή με περπάτημα σε κάποιο μονοπάτι. Σειρά έχει το φαγητό, τρώμε έξω, χωριάτικη με μυζήθρα, καππαροσαλάτα, ρεβιθάδα, κι ας μην είναι Κυριακή. 

 

Επιτάφιος Σίφνος
Επιτάφιος στον Αρτεμώνα.

 

Φτάνει Μεγάλη Παρασκευή και μαζί της αρχίζει το δίλημμα του Επιταφίου: να πάμε στο Κάστρο ή στον Αρτεμώνα; Ή μήπως στις Καμάρες; Καθένας έχει και τη χάρη του. Στο Κάστρο η περιφορά ανάμεσα στα μικρά σοκάκια και στις λότζιες φτιάχνει μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, στον Αρτεμώνα, αφού γυρίσουν όλα τα στενά των οικισμών, συναντιούνται στην πλατεία τρεις Επιτάφιοι, της Κόγχης, του Άι-Λούκα και του Άι-Γιάννη του Πεταλιού. Όταν λέω "όλα τα στενά", εννοώ κάθε μικρό μονοπάτι, κάθε χωράφι, κάθε αυλή σπιτιού. Απ' όπου περνάει ο Επιτάφιος, οι γυναίκες του σπιτιού ραίνουν με κολόνια Μυρτώ την ακολουθία πιστών και περαστικών. Σε διάφορα σημεία ανάβουν μεγάλες φωτιές, τους κάψαλους. Αλλά πιστεύω ότι ο πιο ιδιαίτερος Επιτάφιος είναι στις Καμάρες, εκεί όπου η περιφορά ξεκινάει από τη στεριά και συνεχίζεται με ένα καΐκι στη θάλασσα, το οποίο κάνει τον γύρο του λιμανιού. Γι' αυτό είναι δύσκολη η απόφαση – πώς να διαλέξουμε;

 

Ένα παλιό πασχαλινό έθιμο που κάποτε σταμάτησε, αλλά τελευταία εμφανίστηκε ξανά, είναι τα Τσούνια, ένα είδος "πρωτόγονου bowling", όπως το περιγράφει ο οικογενειακός μας φίλος, ο Γιώργος, που παίζεται με εννιά ξύλινες κορίνες, δηλαδή τα τσούνια και μια οβάλ ξύλινη μπάλα. Τα τσούνια τοποθετούνται σε τρεις σειρές και σε σχήμα τετραγώνου, τρία σε κάθε σειρά και το ένατο, το πιο μεγάλο, ο "εννιάς", μπαίνει στη μέση. Στόχος είναι από απόσταση περίπου δέκα μέτρων και ρίχνοντας την ξύλινη μπάλα να γκρεμίσουμε όσο περισσότερα τσούνια γίνεται, για να μαζέψουμε βαθμούς. Αν ρίξουμε τον εννιά χωρίς να πέσει κανένα άλλο τσούνι, παίρνουμε εννιά βαθμούς. Το παιχνίδι παίζεται με ζευγάρια, κάποτε λοιπόν ήταν ευκαιρία για τους ερωτευμένους να έρθουν πιο κοντά με πρόφαση το παιχνίδι. Νικητής είναι το ζευγάρι που φτάνει πρώτο στον συνολικό αριθμό βαθμών που έχει καθοριστεί από τους παίκτες στην αρχή.

 

Το Μεγάλο Σάββατο κάνουμε λίστα για το σούπερ-μάρκετ και ρίχνουμε ιδέες για το τραπέζι της Κυριακής. Την Ανάσταση την προλαβαίνουμε πάντα, ενώ είμαστε στα σκαλιά του σπιτιού, άρα πάμε απευθείας για μαστέλο και μαγειρίτσα. 

 

Μαστέλο
Όπως πάντα στη Σίφνο, αλλά ειδικά το Πάσχα, το φαγητό είναι το μεγαλύτερο κομμάτι της διασκέδασης, δεν είναι όμως και το μόνο.

 

Το μαστέλο, το κατσικίσιο κρέας που μαγειρεύεται σε πήλινο, μπαίνει στο τσουκάλι από την Παρασκευή το βράδυ, με άσπρο κρασί και αμπελόφυλλα, λάδι, αλατοπίπερο, δάφνη και άνηθο και το πρωί του Σαββάτου πηγαίνει στον φούρνο της γειτονιάς για ψήσιμο. Από τον φούρνο βγαίνει νωρίς το βράδυ, πριν πάει ο κόσμος στην εκκλησία, ώστε να είναι έτοιμο για να φαγωθεί μετά από αυτήν. Το Πάσχα τρώγονται και οι πρώτες μελόπιτες. Φτιάχνονται από ανθότυρο, αυγά και μέλι που ανακατεύονται κι έπειτα ψήνονται στον φούρνο. Επίσης, στο νησί πλάθουν μικρά τσουρέκια, τα "πουλιά", όπως τα λένε, αφού αυτό το σχήμα τούς δίνουν. 

 

Όπως πάντα στη Σίφνο, αλλά ειδικά το Πάσχα, το φαγητό είναι το μεγαλύτερο κομμάτι της διασκέδασης, δεν είναι όμως και το μόνο. Σχεδόν κάθε μέρα, κάπου, κάποιοι φίλοι μας θα παίζουν μουσική, θα είναι ο Φάνης και η Ελένη στο Μωσαϊκό, ο Γιωργής και ο Ράνταλ στην παλιά Γοργόνα ή σε κάποια αυλή όπου κάποιος θα ανοίξει, πάντα κάπου θα μαζευόμαστε και θα τραγουδάμε μέχρι να ξημερώσει. Αυτό νομίζω πως θα μου λείψει πιο πολύ φέτος, αυτή η τυχαία συνάντηση ντόπιων-σχεδόν ντόπιων, το σμίξιμο των παρεών».

Χρύσα Πετροχείλου, 23 ετών

 

Στην Κεφαλονιά, το Πάσχα είναι φασαριόζικο

«Όπως λέμε για τον θεατή που πάει σε μια παράσταση ότι η διαδικασία της θέασης ξεκινά συμβολικά από τη στιγμή που αφήνει το σπίτι του, έτσι και το Πάσχα στην Κεφαλονιά είναι για μένα μια γλυκιά ιστορία και μια παράδοση που αρχίζει τη στιγμή που αφήνω το λιμάνι της Κυλλήνης. Έχω ένα συναίσθημα ζεστασιάς και μια προσμονή μέχρι που αντικρίζω τη Σάμη, τότε είμαι επιτέλους σπίτι.  

 

Κυριακή των Βαΐων, το γαλάζιο του ουρανού και τα κίτρινα σπαρτά μπερδεύονται και φέρνουν σε ιμπρεσιονιστικό πίνακα. Έξω από τις εκκλησίες βλέπω να κουβεντιάζουν ηλικιωμένα ζευγάρια, ενώ τα βάγια είναι σπαρμένα στους αυλόγυρους. Οι δύο πρώτες μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας κυλούν σαν νερό, με βόλτες στο αρχοντικό Αργοστόλι, στο Φανάρι και στον Πλατύ Γιαλό. Πάσχα στο νησί είναι η θέα από το Κάστρο με τους φίλους μου. 

 

Μεγάλη Τετάρτη πια ξεκινούν οι ετοιμασίες, την επομένη βάφονται τα αυγά, τα λουλούδια ανθίζουν, δίχως να γνωρίζουν ότι σύντομα οι νεαρές κοπέλες, με τις μαμάδες και τις γιαγιάδες τους, θα τα κόψουν για να στολίσουν τον Επιτάφιο. Στα Σπαρτιά έχουμε τον πιο ωραίο, αλλά δεν μπορώ να είμαι και αντικειμενική. 

 

 

Φτάνει η Μεγάλη Παρασκευή και η ατμόσφαιρα βαραίνει – θυμάμαι ότι εκείνη τη μέρα έχει πάντα κρύο. Ίσως να είναι ο συμβολισμός, ίσως η ανυπομονησία για το τέλος της νηστείας, μπορεί και να φταίει ότι αυτές τις μέρες τριγυρνάω χωρίς παλτό, είναι άνοιξη και δεν το θέλω πια.

 

Πρωί Μεγάλου Σαββάτου στον Άγιο Ανδρέα περιμένουν να κοινωνήσουν τα μικρά παιδιά. Εμένα με άφηναν να φάω τσουρέκι μετά και αυτή ήταν για πολλά χρόνια η πιο όμορφη στιγμή της εβδομάδας. 

 

Η Ανάσταση έχει πολλά, πάρα πολύ σμπάρα στην Κεφαλονιά, δεν κάνουν αλλιώς γιορτή οι Κεφαλονίτες, μόνο με φασαρία. Μετά έχουμε γιορτή και ξενύχτι. Ειδικά στην εφηβεία, το Μεγάλο Σάββατο ήταν καλύτερο και από Πρωτοχρονιά. Την Κυριακή ξυπνούσαμε την ώρα του φαγητού κάπως ζαλισμένοι, αλλά ευτυχισμένοι. Τσουγκρίζουμε τα αυγά, τραγουδάμε παραδοσιακά τραγούδια, λέμε ιστορίες από τα παλιά. Και η Αθήνα, οι υποχρεώσεις και οι δουλειές, όλα αυτά είναι πολύ μακριά. 

 

Να όμως που η ζωή τα φέρνει αλλιώς. Φέτος θα μείνουμε στα στενά μπαλκόνια και στους πολύβουους δρόμους. Δεν θα δω τον ήλιο να δύει στον Αίνο ούτε τις παπαρούνες του κήπου μου. Αν όμως δεν μου έλειπε τόσο το νησί μου, θα καταλάβαινα την τόση αγάπη και λαχτάρα μου γι’ αυτό; Όταν χάσεις κάτι, τότε καταλαβαίνεις το μεγαλείο του, έτσι δεν λένε; Μου μοιάζει αυτή η έλλειψη σαν μια άλλου είδους Ανάσταση. 

Αμαλία Αρσένη, 30 ετών

 

Στην Αμοργό, το Πάσχα μυρίζει ρίγανη

amorgos
Φωτ.: Eurokinissi

 

«Όλα ξεκινούν το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης, όταν μαζευόμαστε οικογενειακώς για να περισυλλέξουμε τις “αργανιές” –τη γνωστή σε όλους ρίγανη–, τις οποίες ρίχνουμε στο πλατύστενο της Χώρας, απ’ όπου περνάει ο Επιτάφιος. Αυτό το κάνουν όλοι οι κάτοικοι της Χώρας, πατώντας πάνω στις αργανιές μοσχοβολούν οι γειτονιές. 

 

Τη Μεγάλη Παρασκευή τοποθετούμε στα σκαλιά της Χώρας τενεκεδάκια με στουπί και τα ανάβουμε όταν μας λένε ότι ξεκίνησε ο Επιτάφιος από την εκκλησία. Κατά την περιφορά του ανυπομονώ να εντοπίσω τις αυτοσχέδιες κούκλες, τις νεράιδες και τα λουλούδια που φτιάχνει η κυρία Βούλα και τα τοποθετεί ανά τόπους, σαν δώρο για τα παιδιά αλλά και για εμάς, τους μεγαλύτερους, και τους ακόμα μεγαλύτερους. 

 

Μετά την πάντα ολιγόλεπτη παρουσία μας στην εκκλησία, το βράδυ της Ανάστασης μαζευόμαστε όλοι μαζί στο τραπέζι, πράγμα αδύνατο να συμβεί στην Αθήνα. Τρώμε τη μαγειρίτσα, αλλά κυρίως τραγουδάμε, στην οικογένεια έχουμε εξαιρετικούς τραγουδιστές και οργανοπαίχτες. 

 

Πάσχα είναι για μένα τα βράδια, το φαγητό, τα ποτά μας. Και τα άφθονα γλυκά, παραδοσιακά και μη, ελληνικά και ευρωπαϊκά. Τα κάνει όλα χειροποίητα η θεία Μπρίτα που κατάγεται από τη Γερμανία και έρχεται κι αυτή στο νησί για διακοπές εκείνη την περίοδο. Είναι μια γιορτή που έχω συνδέσει με τις πιο ωραίες μυρωδιές, ενώ γύρω κυριαρχεί η άγρια ομορφιά και η αίσθηση ελευθερίας που σου αφήνει ένα νησί σαν την Αμοργό».  

Καλλιόπη Περάκη, 30 ετών

 

Στη Λέρο, το Πάσχα είναι λες και δονείται ο τόπος

Άγιος Ισίδωρος
Μου αρέσει να πηγαίνω και στον Άγιο Ισίδωρο, στο εκκλησάκι που για να το φτάσεις περπατάς σε ένα δρομάκι μέσα στη θάλασσα.

 

«Φτάνω στο νησί νωρίς, Μεγάλη Δευτέρα είμαι εκεί, πάντα στη Λέρο με έβρισκε το Πάσχα, τον τόπο της μητέρας μου. Ενώ τα Δωδεκάνησα δεν φημίζονται για το καταπράσινο τοπίο τους, εκείνες τις μέρες η εικόνα που θα δεις στο νησί είναι άλλη. Είναι τόσο ωραία ανθισμένα όλα, που θες να είσαι συνέχεια έξω, να περπατάς και να οργανώνεις μεγάλες ποδηλατάδες, πράγματα που δεν αποφασίζεις εύκολα να κάνεις με τη ζέστη που φέρνει το καλοκαίρι.

 

Αυτές οι μέρες είναι μια ευκαιρία να δω συγγενείς που δεν θα συναντήσω όλο τον υπόλοιπο χρόνο, νιώθω την ανάγκη να καθίσω και να φάω με την οικογένειά μου. Θα δω και δέκα φίλους –ντόπιοι κι αυτοί που δεν φεύγουν από τη Λέρο–, θα δω όμως και τους άλλους που το επισκέπτονται δύο φορές τον χρόνο, όπως εγώ, είναι δηλαδή κι ένα ραντεβού με κόσμο που μένει στην Αθήνα, αλλά δεν βρισκόμαστε σε αυτή. Δεν ξέρω αν το έχεις παρατηρήσει, όμως συμβαίνει σε πολλούς το να έχουν φιλίες που κρατιούνται μόνο στο νησί. 

 

Μου αρέσει η συνάντηση των Επιταφίων, αυτός ο άτυπος διαγωνισμός για το ποιος είναι ο πιο καλοστολισμένος. Πρόπερσι, όμως, ακολούθησα για πρώτη φορά τον πιο ωραίο Επιτάφιο, αυτόν που πηγαίνει μέσα από τα γραφικά σοκάκια στο Παντέλι και όχι από τον δρόμο, όπως οι υπόλοιποι. Όταν το είδα αυτό, αποφάσισα ότι δεν θα ξαναπήγαινα πουθενά αλλού. 

 

Κάνουμε τρεις αναστάσεις, η πρώτη είναι στις οκτώ το πρωί, η δεύτερη γίνεται στις δώδεκα το μεσημέρι και η άλλη το βράδυ. Στη μεσαία, όμως, προκαλείται ο λεγόμενος «σεισμός», καθώς οι πιστοί χτυπούν τα καθίσματα της εκκλησίας κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, νιώθεις πραγματικά σαν να σείεται ο τόπος. 

 

Κάθε φορά που ξεκινάω για τη Λέρο, το φαγητό που ανυπομονώ να φάω είναι η τυρόπιτά της, που μοιάζει με τάρτα. Και μια πατσαβουρόπιτα λαχταράω. 

 

Τέτοια εποχή δεν έχουμε καθόλου τουρίστες, είναι πιο ήρεμα τα πράγματα, είμαστε μεταξύ μας. Παίρνω μεγαλύτερη ανάσα το Πάσχα απ’ ό,τι το καλοκαίρι, αν και κάθομαι λιγότερες μέρες. 

 

Μου αρέσει να ανεβαίνω στο Κάστρο, αποκεί μπορώ να δω όλο το νησί, μου αρέσει να πηγαίνω και στον Άγιο Ισίδωρο, στο εκκλησάκι που για να το φτάσεις περπατάς σε ένα δρομάκι μέσα στη θάλασσα. Πάμε, λοιπόν, και στα τσιπουράδικα, αλλά μαζευόμαστε και στο Κλειδί, στο ψηλότερο μέρος του νησιού, και στην παραλία της Αγίας Κιουράς. Μπορώ να μιλάω με τις ώρες για τη Λέρο, έχει μεγάλη ιστορία το νησί. Το Λακκί, το λιμάνι και αρχιτεκτονικό πείραμα των Ιταλών, με εντυπωσιάζει κάθε φορά με τις καμπύλες των κτιρίων και τα καταφύγια του πολέμου, μάλλον αυτό είναι το αγαπημένο μου σημείο. 

 

Στο νησί ακολουθούν τις παραδόσεις, κανείς δεν βγαίνει τη Μεγάλη Παρασκευή. Στην Ανάσταση κάνω κάτι που δεν θα έκανα στην Αθήνα, πάω για μια ώρα στην εκκλησία – επιλέγω τις πιο ήσυχες, δεν μπορώ τη φασαρία. Για κάποιον λόγο το Πάσχα είναι η περίοδος του χρόνου που μας κάνει όλους να ερχόμαστε λίγο-πολύ πιο κοντά στα έθιμα και τις παραδόσεις, αυτό πιστεύω ότι ισχύει, το παρατηρώ πρώτα σ' εμένα κι έπειτα στους γύρω μου».

Γιώργος Αντωνιάδης, 31 ετών