ADVERTORIAL

Α

Αν υπάρχει κάτι που θυμάμαι από παιδί να φέρνει την οικογένειά μας κοντά, αυτό ήταν το πέταγμα του χαρταετού την Καθαρά Δευτέρα. Ανέκαθεν οι γιορτές και οι αργίες υπήρξαν οι ιδανικές αφορμές για τους γονείς μου να οργανώσουν εκδρομές με συγγενείς και φίλους – κι εγώ με τον αδερφό μου στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου να ψάχνουμε νέες πηγές διασκέδασης για κάθε διαδρομή.

 

Θυμάμαι κάθε Καθαρά Δευτέρα να γιορτάζεται παραδοσιακά, όπως της αρμόζει. Με το καρό τραπεζομάντηλο του πικνίκ, τα τάπερ με τα φαγητά, τη λαγάνα και στη μέση τον Μακεδονικό Χαλβά, τον πρωταγωνιστή του «τραπεζιού». Γύρω-γύρω γονείς, αδέρφια, συγγενείς και φίλοι να μιλούν, να γελούν, να τρώνε, να απολαμβάνουν τη φύση και τον ήλιο. Λίγο πιο πέρα, ο μπαμπάς με τον χαρταετό, που πάντα είχε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, να παιδεύεται με την καλούμπα. Συνήθως, κάποιος από την παρέα θα πήγαινε να τον βοηθήσει με τα τεχνικά – εγώ περίμενα καρτερικά να βρεθεί στον αέρα για να απολαύσω μόνο τη διασκεδαστική πλευρά του. Θυμάμαι να τον βλέπω να τρέχει για να τον κάνει να «πετάξει» και αυτόματα γελάω από μέσα μου, φέρνοντας στον νου μου την εικόνα.

 

Κι αφού είχε περάσει αρκετή ώρα, ο χαρταετός βρισκόταν ψηλά στον ουρανό και ο μπαμπάς τα είχε καταφέρει (πάντα τα κατάφερνε!), ερχόταν η στιγμή να καθίσουμε όλοι μαζί και να απολαύσουμε τις στιγμές αυτές που έγιναν αργότερα οι πιο όμορφες αναμνήσεις.

 

Θυμάμαι χαρακτηριστικά αυτή την αίσθηση της ανεμελιάς, που τότε έμοιαζε τόσο δεδομένη και πλέον αναμένουμε καρτερικά την επιστροφή της. Θυμάμαι τη γεύση του Μακεδονικού Χαλβά, αυτή τη γεύση που έχει συνοδεύσει κάθε Καθαρά Δευτέρα και που κάθε φορά που τη γεύομαι, μου έρχονται στο μυαλό όλες αυτές οι αναμνήσεις. Θα περνούσαμε ώρες στην εξοχή, μέχρι που να αρχίσει να δύει ο ήλιος και να ξεκινήσει η πρώτη απογευματινή ψύχρα. Τότε είχαμε πλέον χορτάσει τη φύση, το φαγητό, τα γέλια, το πέταγμα του χαρταετού και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι ήσυχες συζητήσεις που έκαναν οι «μεγάλοι».

 

Θα κάνουμε ξανά Καθαρά Δευτέρα, όλοι μαζί

 

Εκείνη την ώρα, μου άρεσε πάντα να ξαπλώνω στο γρασίδι και να κοιτάω τα σχήματα που έκαναν τα σύννεφα, «χορεύοντας» μαζί με τους τελευταίους χαρταετούς που είχαν μείνει στον αέρα. Σ’ εκείνο το σημείο που ήμουν σχεδόν έτοιμη να κοιμηθώ, σχεδόν πάντα ξεκινούσαν τα μαζέματα για την επιστροφή. Μπαίνοντας στον αυτοκίνητο, οι στροφές της διαδρομής με νανούριζαν ακόμα περισσότερο και οι εικόνες της ημέρας «έπαιζαν» στο μυαλό μου σαν όνειρα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Κάπως έτσι τελείωνε μία ακόμη Καθαρά Δευτέρα, μία μέρα που θα γινόταν αγαπημένη ανάμνηση.

 

Όμως θα έρθει ξανά η στιγμή που θα ζήσουμε αυτές τις στιγμές, όσο μακρινές κι αν μοιάζουν τώρα. Θα κάνουμε ξανά Καθαρά Δευτέρα όλοι μαζί. Θα φτιάξουμε καινούργιο χαρταετό, με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, και θα τον πετάξουμε όσο πιο ψηλά γίνεται. Θα βρει ξανά την ελευθερία του κι εμείς τη δική μας.