Κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύματος της πανδημίας, είχαμε «ριζώσει» στα πεζούλια της οδού Φωκίωνος. Καθημερινές, σύντομες συναντήσεις με περίοικους (μετά την αποστολή sms στο 13033), για να μοιραστούμε τις αγωνίες μας, να ονειρευτούμε την ελευθερία μας.

 

Ο Ηριδανός Τσιριγκούλης, διευθυντής και συνιδρυτής της Roma Gallery, απολάμβανε το προνόμιο ότι είχε σκύλο, κατά συνέπεια έβγαινε βόλτα πιο συχνά από τους υπόλοιπους της παρέας.

 

Τα απογεύματα, με ένα ποτήρι «στα κλεφτά», μου μιλούσε για εκθέσεις, συλλογές, δημοπρασίες, κι εγώ για κρασιά και μακρινά ταξίδια. 

 

Μέσα από τις εικονικές παρουσιάσεις πινάκων, αναρωτιόμασταν τι κρασί θα ταίριαζε ν’ ανοίξουμε… η ώρα περνούσε και τα όνειρα χάνονταν στη σκληρή πραγματικότητα περιορισμών και απαγορεύσεων που επέβαλε η πανδημία.

 

Άνοιξη πλέον, κι ενώ μετρούσαμε αντίστροφα για την επιστροφή σε νέα κανονικότητα, συμφωνήσαμε μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν να κάνουμε παρέα μια περιήγηση σε μουσεία και γκαλερί της πόλης, να μου μιλήσει μπροστά σε έργα που θαυμάζει για τους δημιουργούς τους και στη συνέχεια να ακολουθήσει μακρά οινοποσία.

 

Οι επιλογές κρασιών δεν είναι φανταστικές. Τα απολαύσαμε όντως και «ταίριαξαν» με τον θαυμασμό, τον ενθουσιασμό, την ευφορία, την αγωνία που προκάλεσαν τα έργα.

 

Η υπόσχεση δεν ξεχάστηκε και, έστω μετά από αναβολές, κανονίστηκε με κάποιες παρεκκλίσεις από τα προδιαγεγραμμένα το «πάντρεμα» τέχνης και κρασιού. Με την ευκαιρία, να διευκρινίσω ότι αποστρέφομαι όσους δηλώνουν πως το κρασί είναι τέχνη. Καλλιτέχνες ήταν οι Ρέμπραντ, Καμίλ Κλοντέλ, Μαρσέλ Προυστ, Φρεντερίκ Σοπέν, Λουίς Μπουνιουέλ, Ενρί Καρτιέ-Μπρεσόν, Φρανκ Λόιντ Ράιτ και πάμπολλοι που στην πορεία της ανθρωπότητας τα έργα τους ορίζουν και επαναπροσδιορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Το κρασί, αντίθετα, είναι απόλαυση και οι οινοποιοί τεχνίτες. Ένα κρασί μπορεί να προσφέρει συγκίνηση, να διεγείρει το μυαλό, να μείνει χαραγμένο στη μνήμη μας, όμως δεν μπορεί να αλλάξει την οπτική με την οποία βλέπουμε τη ζωή.

 

Από τα τέσσερα έργα που ακολουθούν, τη δύναμη των δύο τη νιώσαμε από κοντά, ενώ τα άλλα δύο αρκεστήκαμε να τα θαυμάσουμε από καλαίσθητες εκδόσεις.

 

Οι επιλογές κρασιών δεν είναι φανταστικές. Τα απολαύσαμε όντως και «ταίριαξαν» με τον θαυμασμό, τον ενθουσιασμό, την ευφορία, την αγωνία που προκάλεσαν τα έργα.

 

1.

Joan Miro
Ζουάν Μιρό (1893-1983), «Η ακρίδα», 1926. Λάδι σε καμβά, 114 × 147 εκ. Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, Αθήνα

 

Στο έργο «Η ακρίδα» του Ισπανού ζωγράφου Ζουάν Μιρό, η μεταμόρφωση των παραστάσεων φαντάζει για πολλούς ως κάτι ακατανόητο αλλά στην πραγματικότητα είναι μια γνώριμη εικόνα ενός τοπίου, μιας τελείως προσωπικής υπόθεσης του δημιουργού του, που γεννήθηκε από την ικανότητά του να προσλαμβάνει τις ονειρικές παραισθήσεις ως αισθητήρια ερεθίσματα. Ίσως για να κατανοήσουμε το συγκεκριμένο έργο τέχνης… χρειάζεται να αποκοιμηθούμε!  

 

Για τον καλλιτέχνη, η διετία 1926-1927 αποτελεί σταθμό όσον αφορά την ανάπλαση του τοπίου. Μοιράζεται τον χρόνο του μεταξύ Παρισιού και Μοντρόιτς, στο οικογενειακό σπίτι στις ακτές της Καταλονίας. 

 

Η περιοχή με την ξερή βλάστηση και τους απέραντους ορίζοντες του δίνει την ευκαιρία να εφαρμόσει στη θεματική του τοπίου τη νέα φιλοσοφία του για τη ζωγραφική, εντάσσοντας μοναδικά στα έργα του αισθήσεις και αναμνήσεις συνδεδεμένες με έναν τόπο, αποφεύγοντας συγχρόνως συστηματικά να αποθέσει στον καμβά οποιαδήποτε αναφορά θα μπορούσε να φανεί ρεαλιστική στα μάτια κάποιου τρίτου. 

 

Οι δεκατέσσερις πίνακες που ζωγραφίζει εκεί ανήκουν στην πιο σημαντική παραγωγή της λεγόμενης «ονειρικής» περιόδου. Η «Ακρίδα» είναι το πρώτο έργο αυτού του συνόλου. 

 

«Η φαντασία δεν είναι απλώς η ικανότητα να συνδυάζουμε με στοιχεία που είναι ήδη δεδομένα για να παραγάγουμε μια άλλη παραλλαγή μιας ήδη δεδομένης μορφής, αλλά η είναι η ικανότητα του να θέτουμε νέες μορφές». (Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η άνοδος της ασημαντότητας», εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 2000) 

 

Ο Ζουάν Μιρό γεννήθηκε το 1893 στη Βαρκελώνη, σε ηλικία 14 ετών φοίτησε στην Εμπορική Σχολή, παράλληλα παρακολουθούσε κρυφά μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών και αργότερα στην Ακαδημία Galí μέχρι το 1915. 

 

Το 1920 μετακόμισε στο Παρίσι, όπου συμμετείχε στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Μονμάρτης και γνωρίστηκε αρχικά με το κίνημα του ντανταϊσμού και αργότερα με τους υπερρεαλιστές, κάτω από την επίδραση των οποίων άρχισε να διαμορφώνει ένα ιδιαίτερο και προσωπικό ύφος στη ζωγραφική του. Ο μεγαλύτερος θεωρητικός του υπερρεαλισμού, ο Αντρέ Μπρετόν, αναφερόμενος στον καλλιτέχνη, δήλωσε πως «είναι ο περισσότερο σουρεαλιστής από όλους». 

 

Το 1921 πραγματοποιήθηκε η πρώτη ατομική του έκθεση στο Παρίσι, ενώ περίπου δέκα χρόνια αργότερα η πρώτη ατομική του έκθεση στη Νέα Υόρκη. Το 1926 ασχολήθηκε με τη σκηνογραφία και μαζί με τον Μαξ Έρνστ σχεδίασε τα κοστούμια και τα σκηνικά για τα Ρώσικα Μπαλέτα Σεργκέι Ντιαγκίλεφ. 

 

Το 1975 δημιουργήθηκε το Ίδρυμα Ζουάν Μιρό στο Κέντρο Σπουδών Σύγχρονης Τέχνης στη Βαρκελώνη, ενώ μετά τον θάνατό του η κατοικία του μετετράπη σε μουσείο.

 

Όταν ο θεός πληθωρικός έλθει στο σώμα, οι μαινόμενοι προλέγουν τα μέλλοντα
Atmosphères του Jo Landron. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Δεν είμαι σε θέση να αιτιολογήσω το γιατί, μα και στους δύο ταυτόχρονα γεννήθηκε η επιθυμία για ένα αφρώδες. Αναζητούσαμε κάτι παιχνιδιάρικο και ηδονιστικό να σβήσει τη δίψα μας. Με σχετική ευκολία θα ανοίγαμε μία σαμπάνια, όμως 4 το απόγευμα με νοτιά και υγρασία προτιμήσαμε κάτι πιο «εύπεπτο», στο αποπνικτικό κέντρο της πρωτεύουσας. 

 

Σχετικά με τη σαμπάνια διευκρινίζω ότι εμπορικά είναι το υπέρτατο οινικό προϊόν, που αναμφίβολα προσφέρει μοναδικές συγκινήσεις, συνειρμικά συνδέεται με στιγμές χαράς, όμως συχνά η αμετροεπής κατανάλωση σε λάθος χρόνο και χώρο ευτελίζει την αξία της. 

 

Έτσι, επιλέξαμε το Atmosphères του Jo Landron, από τα δυτικά της κοιλάδας του Λίγηρα, κοντά στις όχθες του Ατλαντικού. Κρυστάλινη κομψότητα με λεπτές φυσαλίδες, ακολουθώντας την παραδοσιακή μέθοδο αφρωδών (méthode traditionnelle), προερχόμενο από τις ποικιλίες Folle Blanche, Pinot Noir και Chardonnay, με αναζωογωνητικά αρώματα κυδωνιού και brioche, επίμονο, ξηρό (υπ. σάκχ. 2,6 γρ.) τελείωμα.

 

2.

Όταν ο θεός πληθωρικός έλθει στο σώμα, οι μαινόμενοι προλέγουν τα μέλλοντα
Γιώργος Μπουζιάνης (1885-1959), «Θεατρίνα», 1954. Λάδι σε μουσαμά, 105 × 75 εκ. Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα

 

Το έργο «Θεατρίνα» του Γιώργου Μπουζιάνη εκπέμπει μοναξιά, αγωνία και την ίδια στιγμή αρχοντιά. Φιγούρα που προβάλει τη γοητεία της μέσα από το κατακερματισμένο ρούχο της... Προκαλεί όταν το αρχέγονο συναίσθημα συναντά την ανθρώπινη ύπαρξη και η εμμονή του θεατή συντυγχάνει της φαντασίας σε έναν χώρο που ασφυκτιά ενώ η γυναικεία φιγούρα προσπαθεί να απελευθερωθεί. 

 

«Η ζωγραφική είναι έκφραση. Γιατί να μιλάμε όταν δεν έχουμε τίποτα να πούμε;». (Γιώργος Μπουζιάνης, Απόσπασμα από το τετράδιο με τα χειρόγραφα του καλλιτέχνη / Αναφορά στον Μπουζιάνη, Δημοτική Πινακοθήκη, Αθήνα, 1990)

 

Ο Γιώργος Μπουζιάνης (1885-1959) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας από το 1897 έως το 1906. Αργότερα, με την οικονομική υποστήριξη ενός φίλου του, μετέβη στη Γερμανία και φοίτησε στην Ακαδημία του Μονάχου με καθηγητή τον Otto Seitz, ενώ μαθήτευσε επίσης κοντά στους Walter Thor και Georg Schildknecht. 

 

To 1909 βρισκόταν στο Βερολίνο και γνωρίστηκε με τον Max Liebermann. 

 

Στο Μόναχο συνδέθηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες της εποχής, ιδιαιτέρως όμως με τον Heinz Waldmuller, ενώ ήδη από την εποχή των σπουδών του στην Αθήνα γνώριζε τον Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Στην πρωτεύουσα της Βαυαρίας θα παραμείνει έως το 1928. 

 

Τη χρονική περίοδο 1929-1932 εγκαθίσταται στο Παρίσι. Από την περίοδο αυτή προέρχεται και το τετράδιο με τους «Αφορισμούς», σημαντικό τεκμήριο για τη θεώρηση του έργου και της ψυχοσύνθεσης του καλλιτέχνη. Αφού επέστρεψε στο Μόναχο, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια, εγκαταστάθηκε οριστικά πλέον στην Αθήνα – μετά από υπόσχεση να αναλάβει θέση στη Σχολή Καλών Τεχνών, η οποία όμως ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Το 1949, πραγματοποίησε τη μοναδική ατομική έκθεση στην Ελλάδα, στην αίθουσα του Παρνασσού. 

 

Παρουσίασε ακόμη έργα του σε πανελλήνιες εκθέσεις (1938, 1939, 1952), στις εκθέσεις της ομάδας Στάθμη (1951 - 1953), της Ομάδας των Πέντε (1957), ενώ συμμετείχε και σε εκθέσεις στο Έρλανγκεν (1952) και τη Ρώμη (1953). 

 

Το 1950 πήρε μέρος στην Μπιενάλε της Βενετίας και το 1956 τιμήθηκε με το Ελληνικό Βραβείο του διεθνούς διαγωνισμού Guggenheim. 

 

Μετά τον θάνατό του πραγματοποιήθηκαν πολλές εκθέσεις, μεταξύ των οποίων το 1977 η αναδρομική έκθεσή του στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα. Ο Μπουζιάνης υπήρξε απόλυτα σύγχρονος προς την εποχή του, συνειδητοποιημένος αλλά και σημαντικός δάσκαλος για τις μελλοντικές γενιές ζωγράφων. 

 

Όταν ο θεός πληθωρικός έλθει στο σώμα, οι μαινόμενοι προλέγουν τα μέλλοντα
Τα Δενδροκλήματα της οικογένειας Μπαλατσούρα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η περιγραφή του Ηριδανού κατά τη γνωριμία με το έργο –κυρίως η αναφορά στο αρχέγονο συναίσθημα– με ώθησε να επιλέξω ένα κρασί που συνδέει την αρχική μορφή του κλήματος με τον τρόπο που το επεξεργαζόμαστε και φτάνει στο ποτήρι μας σήμερα. Ως γνωστόν, το κλήμα είναι αναρριχώμενο, άγριο φυτό, το οποίο τιθάσευσε ο άνθρωπος. 

 

Στις πλαγιές των Βαρδουσίων, νοτιότερη άκρη της οροσειράς της Πίνδου, βρίσκεται το Κονιάκο Δωρίδας. Εκεί, η οικογένεια Μπαλατσούρα αναβιώνει ξεχασμένες τοπικές ποικιλίες, ακολουθώντας βιολογική καλλιέργεια και ελάχιστες παρεμβάσεις κατά την οινοποίηση. Παράλληλα, συλλέγουν τα σταφύλια από αυτόριζα αναρριχώμενα κλήματα, που βρίσκονται πλεγμένα γύρω από αιωνόβιες βελανιδιές και πλατάνια, με ύψος άνω των 10 μέτρων από το έδαφος. Οινοποιούν σε παραδοσιακές ξύλινες, ανοιχτές δεξαμενές, χρησιμοποιώντας κλαδιά ελάτης, ως φυσικό φίλτρο στην έξοδο της δεξαμενής. 

 

Τα Δενδροκλήματα της οικογένειας Μπαλατσούρα, 250 φιάλες οίνου ερυθρωπού, με ελαφρύ σώμα και πρωτόλεια γεύση, αποτυπώνουν το ανέγγιχτο περιβάλλον από το οποίο προέρχονται και γεννούν μνήμες σε ώριμης ηλικίας οινόφιλους.



3.

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ
Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989), «Σπουδή για τον χειμώνα σε φυσικό μέγεθος», 1969. Λάδι σε πανί, 155 × 100 εκ. Ιδιωτική Συλλογή, Αθήνα

 

Το έργο «Σπουδή για τον χειμώνα» φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι το 1969 και αποτελεί σπουδή για την εμβληματική σύνθεση του καλλιτέχνη «Οι τέσσερις εποχές, Montrouge», Παρίσι, 1968-1969, Λάδι σε πανί, 156,5 x 295 εκ. 

 

Ο καλλιτέχνης ήταν επηρεασμένος από την ευρωπαϊκή ζωγραφική του 17ου και 18ου αιώνα που έβλεπε στα μουσεία της γαλλικής πρωτεύουσας σε δύσκολες συνθήκες διαβίωσης για τον ίδιο εκείνη την εποχή. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε το μεγαλείο αυτού του έργου που μας καθηλώνει, θέτοντας μας ένα ερώτημα γύρω από τον λόγο που είμαστε ζωντανοί ακόμα.

 

Ίσως η τελική γεύση της «ποίησης» να είναι η σιωπηλή ευγνωμοσύνη προς την ανθρώπινη ζωή. 

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης το 1978, σε ηλικία 68 ετών, είχε απαντήσει στην ερώτηση «Τι θα πει ζωγραφική εκ του φυσικού;»: «Ο καθένας τη βλέπει διαφορετικά. Η πείρα μου έχει διδάξει πως αν κανείς αντιγράψει πιστά τα χρώματα ενός μοντέλου που τον ενδιαφέρει, σεβόμενος τους πανάρχαιους νόμους της ζωγραφικής που από την εποχή της αρχαίας Αιγύπτου ως σήμερα ουσιαστικά δεν άλλαξαν, είναι δυνατόν να μην κάνει κάτι που ενδιαφέρει βαθύτατα τον άνθρωπο. Αυτούς τους πανάρχαιους νόμους της ζωγραφικής μερικοί τους ξέρουν εκ γενετής, όπως το χελιδόνι ξέρει να χτίζει τη φωλιά του χωρίς να έχει πάει σε αρχιτεκτονική σχολή. Είναι η βάση αυτό... αλλά πόση δουλειά πρέπει να κάνει κανείς, τι μεροκάματα, για να μπορεί να ονομάζεται ζωγράφος χωρίς να ντρέπεται ή να φοβάται... Υπάρχουν κι αυτοί που δεν ξέρουν τους πανάρχαιους νόμους της ζωγραφικής. Που συχνά ευδοκιμούν και κάνουν έργο. Δεν θα τους κρίνω, αλλά είναι άλλο πράγμα. Για τον εαυτό μου δεν ξέρω τι να πω. Έχω τόση συνείδηση όση χρειάζεται για να δουλέψω. Είμαι πολύ κοντά σ’ αυτό που κάνω για να μπορέσω να το κρίνω. Σε στιγμές ευφορίας νομίζω πως ξέρω να χτίζω σαν το χελιδόνι...».

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989) γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών (1928-1934) με δασκάλους τους Δημήτριο Μπισκίνη, Δημήτριο Γερανιώτη, Σπύρο Βικάτο, Γεώργιο Ιακωβίδη, Θωμά Θωμόπουλο, Γιάννη Κεφαλληνό και Κωνσταντίνο Παρθένη. Παράλληλα μαθήτευσε για τέσσερα χρόνια (1930-1934) στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου, ο οποίος τον μύησε στη βυζαντινή ζωγραφική και μουσική. Το 1935 ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη και στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι, όπου διδάχτηκε την τεχνική της χαλκογραφίας. Στη γαλλική πρωτεύουσα γνώρισε από κοντά τη ζωγραφική της Αναγέννησης, τον ιμπρεσιονισμό και το έργο του Θεόφιλου από τη συλλογή του Teriade. Συνάντησε επίσης τον Ματίς, τον Laurens και τον Τζιακομέτι. Το 1936 επέστρεψε στην Ελλάδα και δύο χρόνια αργότερα οργάνωσε την πρώτη ατομική του έκθεση στο κατάστημα του Θ. Αλεξόπουλου στην Αθήνα.

 

Το 1980 οργανώθηκε ατομική έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη στο Grand Palais στο Παρίσι. Η εκθεσιακή του δραστηριότητα περιλαμβάνει επίσης συμμετοχές σε εκθέσεις της ομάδας Αρμός, της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος, σε ομαδικές, πανελλήνιες και διεθνείς εκθέσεις, όπως οι Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας το 1955 και της Βενετίας το 1958.

 

Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Γενιάς του '30, ο Τσαρούχης ενσάρκωσε στο έργο του το ιδανικό της ελληνικότητας. Με πολλαπλές επιρροές από την ελληνιστική και τη βυζαντινή τέχνη, την τέχνη της Αναγέννησης και των νεότερων χρόνων, το έργο του Ματίς, του Θεόφιλου και του Κόντογλου, αλλά και τις φιγούρες του Καραγκιόζη, διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερο προσωπικό ύφος και απεικόνισε τοπία, νεκρές φύσεις, γυμνά και αλληγορικές σκηνές. Το ενδιαφέρον του όμως εντοπίστηκε κυρίως στην ανθρώπινη μορφή, δημιουργώντας μεμονωμένα πορτρέτα, αλλά και σκηνές με ναύτες και στρατιώτες, που αποτελούν ένα χαρακτηριστικό μέρος του έργου του.

 

Μοναδική φορά που «συναντήθηκα» με τον Γιάννη Τσαρούχη ήταν στα μέσα δεκαετίας του ’80, την ώρα που έβγαινε συνοδεία φίλων από ένα ιταλικό εστιατόριο, κοντά στο άλσος της Κηφισιάς. Έδειχνε φανερά καταβεβλημένος, όμως το βλέμμα του είχε κάτι φωτεινό και διαπεραστικό. Με τον ενθουσιασμό και την ορμή της εφηβείας, αντιλήφθηκα την επιρροή που ασκεί μια τέτοια προσωπικότητα, έστω και στην τυχαία, λίγων δευτερολέπτων «συνάντηση». 

 

Όταν ο θεός πληθωρικός έλθει στο σώμα, οι μαινόμενοι προλέγουν τα μέλλοντα
Gilali Ξινόμαυρο από το Κτήμα Αναγνωστόπουλου. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Κάτι ανάλογο ένιωσα πριν λίγες εβδομάδες, όταν έλαβα προς δοκιμή ένα ερυθρό κρασί από τη Ραψάνη (ποικιλίες Ξινόμαυρο, Κρασάτο και Σταυρωτό), μαζί με ένα βιβλίο από τις εκδόσεις Άγρα, με τίτλο «Το Κτήμα», το οποίο αρχίζει ως εξής (σε πολυτονικό):

 

Στις Βάκχες, ο Διόνυσος εισερχόμενος στη Θήβα,
για να κηρύξει τη νέα θρησκεία,
που είναι μεθύσι, ξεφάντωμα και όργια,
συναντά την αντίσταση του Πενθέα, βασιλιά της πόλης.
Οργισμένος ο Θεός, κάνει μαινάδα τη μάνα του Αγαύη,
που σφάζει το παιδί της και το περιφέρει,
χωρίς να γνωρίζει ότι είναι γιος της.

 

Λέει ο Ευριπίδης: «Όταν ο Θεός εις το σώμα εισέλθει πολύς, το γαρ βακχεύσιμον και το μανιώδες, μαντικήν πολλήν έχει».

 

Το κρασί ονομάζεται Gilali Ξινόμαυρο (gilali σημαίνει «λαλιά της γης») από το Κτήμα Αναγνωστόπουλου. Τα σταφύλια προέρχονται από ενιαίο, ιδιόκτητο αμπελώνα 60+ ετών, στην καρδιά της αμπελουργικής ζώνης της Ραψάνης, ακολουθώντας αρχές βιολογικής καλλιέργειας και ήπιες πρακτικές οινοποίησης. Η παραμονή για 20 περίπου μήνες σε γαλλικά βαρέλια χρήσης και η «ξεκούραση» για τουλάχιστον έναν χρόνο στη φιάλη δίνουν ένα ευγενικό και νόστιμο ερυθρό, που προϊδεάζει για μακρές οινοποσίες γύρω από το γιορτινό τραπέζι. 

 

4.

Όταν ο θεός πληθωρικός έλθει στο σώμα, οι μαινόμενοι προλέγουν τα μέλλοντα
Βασίλης Μάρρος–Μαυρατζάς (1897-1954), «Φιγούρα με νεκρή φύση», 1940-1948. Λάδι σε χαρτόνι, 68,5 × 53 εκ. Ιδιωτική Συλλογή, Αθήνα 

 

Η περίπτωση του ελληνοαμερικανού καλλιτέχνη είναι ίσως για μια «παρεξηγημένη» υπόθεση. Μέχρι σήμερα δεν του έχει αποδοθεί η «αναγνωρισιμότητα» και η αξία που δικαιούται στον ευρωπαϊκό χώρο, δεδομένης της απουσίας του από την Ευρώπη, της σπανιότητας των έργων του, αλλά και της καταγωγής του.  

 

Ο κύριος όγκος της εργασίας του ακολουθεί πιστά το πειραματικό πνεύμα της ζωγραφικής της εποχής του, συνθέτοντας νέους μορφολογικούς προβληματισμούς στην εικαστική σκηνή του 1930-1950, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. 

 

Στο έργο «Φιγούρα με νεκρή φύση» αναγνωρίζουμε αμέσως την επιρροή μίας πρώιμης κυκλαδικής φιγούρας, που συνυπάρχει αρμονικά με παράγωγα, γνώριμα, του σύγχρονου πολιτισμού.  

 

Το πρωταρχικό συναίσθημα θαυμάζοντας αυτό το έργο τέχνης είναι η αναδρομή στο παρελθόν. Η επιστροφή σε αρχέγονες μορφές, σε έναν ανοιχτό διάλογο με τον χρόνο. Η θεματολογία του πηγάζει εις βάθος από μια ελληνικότητα. Πολύ συχνά στα έργα του Μάρρου συναντάμε στέγες σπιτιών, εμπνευσμένες από το χωριό καταγωγής του, το Άνω Μελίσσι Κορινθίας, ένα μικρό χωριό κοντά στον Ισθμό που αγναντεύει τον Κορινθιακό Κόλπο.  

 

O Βασίλης Μάρρος-Μαυρατζάς (1897 - 1954) γεννήθηκε στο χωριό Μελίσσι της Κορινθίας το 1897. Σε ηλικία 16 ετών μεταναστεύει στο Σαν Φρανσίσκο. Το 1919 σπουδάζει στη Σχολή Καλών Τεχνών της Καλιφόρνιας, αργότερα συνεχίζει τις σπουδές του με υποτροφία στην Ένωση Φοιτητών Καλών Τεχνών στη Νέα Υόρκη. 

 

Κατόπιν επισκέπτεται το Παρίσι και αποφασίζει να μείνει για δύο χρόνια (1924-1926), παρακολουθόντας μαθήματα στη Μοντέρνα Ακαδημία του Φερνάν Λεζέ. Το 1927 επιστέφει στη Νέα Υόρκη. Το 1929 ταξιδεύει στην Ιταλία και την Ελλάδα. Το 1931 επιστέφει στη Νέα Υόρκη, όπου αναπτύσει έντονη πολιτική και πολιτιστική δράση στο θέατρο και στην Τροτσκιστική Ελληνική Εργατική Ένωση «Σπάρτακος». 

 

Μερικά μάλιστα έργα του αφορούν τον Ισπανικό Εμφύλιο. Εκείνη την εποχή τον αναφέρουν συχνά στην ελληνική εργατική εφημερίδα «Εμπρός». Παρ' όλη την πολιτική του δράση, δεν μοιάζει να έχει επηρεαστεί η καριέρα του, ούτε στη Νέα Υόρκη, ούτε στην Καλιφόρνια την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. 

 

Στη Νέα Υόρκη συμμετέχει σε ομαδικές εκθέσεις, και το 1938 κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση στο Delphic Studios. Την ίδια χρονιά συμμετέχει στην ετήσια έκθεση του Artists Union στο Springfield Museum of Fine Art, μαζί με τους Chaim Gross, Louise Nevelson, Philip Evergood, Alice Neel και Lack Tworkov. 

 

Έναν χρόνο μετά (1939) συμμετέχει με τους Stuart Davis, Ben Shahn, Max Weber κ.ά. σε έκθεση του New School for Social Research στη Νέα Υόρκη. Το 1941-1943 συμμετέχει στον πόλεμο με τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ. Το 1947 πραγματοποιεί τη δεύτερη ατομική έκθεση του στην Daliel Gallery, στο Μπέρκλεϊ. 

 

To 1948 εκθέτει στο παλαιό κτίριο του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης του Σικάγο, υπό την αιγίδα του San Francisco Art Association (SFAA). Το 1954 πεθαίνει στο προάστιο San Leandro της Καλιφόρνιας. 

 

Όταν ο θεός πληθωρικός έλθει στο σώμα, οι μαινόμενοι προλέγουν τα μέλλοντα
Ungrafted Amphora, από το Οινοποιείο Ousyra. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Παρατηρώντας το έργο, η κυκλαδική φιγούρα που μαγνητίζει το βλέμμα δεν θα μπορούσε να ταιριάξει πιο αρμονικά από ό,τι με ένα λευκό από τις Κυκλάδες. 

 

Βασικός παράγοντας ακμής του κυκλαδικού πολιτισμού ήταν ο χαλκός, άρα ο νους ταξιδεύει στα διάσπαρτα σημεία εξόρυξης και επεξεργασίας μεταλλευμάτων της Σερίφου, που, αν και ανενεργά, είναι εμφανή. Η αμπελοκαλλιέργεια στο νησί είναι περιορισμένη, όμως η τοπική ποικιλία Σεριφιώτικο καλλιεργείται επίσης στη Σύρο, με ενδιαφέροντα αποτελέσματα οινοποιήσεων την τελευταία δεκαετία.

 

Ανοίξαμε μία φιάλη Σεριφιώτικο Ungrafted Amphora, από το Οινοποιείο Ousyra, μια αξιόλογη πρόταση από τον οινοποιό Edward Maitland-Makgill-Crichton και τον οινολόγο Σπύρο Ζουμπούλη, συνολικής παραγωγής 367 φιαλών. Επιλογή σταφυλιών από 359 αυτόριζα κλήματα, από αμπελοτεμάχιο (single vineyard) αειφόρου καλλιέργειας. Ζύμωση σε πήλινο αμφορέα για 21 ημέρες και ωρίμανση 8 μήνες σε αμφορέα και 6 μήνες στη φιάλη. Συμπυκνωμένο, όμορφα δομημένο, με στοιχεία αλατότητας στην επίγευση.

 

Με τον Ηριδανό δώσαμε υπόσχεση για νέες εικαστικές περιηγήσεις και δοκιμές κρασιών.