Πιστεύω ότι στο θέατρο οι άνθρωποι μπορούν και βρίσκουν την ευκαιρία να επικοινωνήσουν επί της ουσίας. Γι’ αυτό το θέατρο δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ, και δεν «καταλαβαίνει» από κρίσεις. Έχουμε παραδείγματα ανάποδα. Σε περιόδους μεγάλων πολιτικών κρίσεων πάντα υπάρχει θέατρο. Θέλει ο ένας να βρεθεί με τον άλλο, αυτό εννοώ... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Πιστεύω ότι στο θέατρο οι άνθρωποι μπορούν και βρίσκουν την ευκαιρία να επικοινωνήσουν επί της ουσίας. Γι’ αυτό το θέατρο δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ, και δεν «καταλαβαίνει» από κρίσεις. Έχουμε παραδείγματα ανάποδα. Σε περιόδους μεγάλων πολιτικών κρίσεων πάντα υπάρχει θέατρο. Θέλει ο ένας να βρεθεί με τον άλλο, αυτό εννοώ... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Το έργο ένα  «Ήρωας με παντόφλες» του Αλέκου Σακελλάριου και του  Χρήστου Γιαννακόπουλου, δυο μαστόρων στη δημιουργία τύπων και χαρακτήρων είναι ένα σύμβολο της μεταιχμιακής κοινωνικοπολιτικής ζωής της Ελλάδας του Εμφυλίου. Αφηγείται ένα περιστατικό της ζωής του φτωχού και τίμιου στρατηγού Δεκαβάλλα, όταν πληροφορείται ότι η πολιτεία αποφάσισε να τον τιμήσει στήνοντάς του έναν ανδριάντα. Πίσω από αυτή την «τιμή» που του γίνεται αποκαλύπτονται ένα σωρό κομπίνες. «Έχει και κάποια πράγματα «παλιομοδίτικα» αυτό το έργο, -κατά την άποψή μου δεν είναι καθόλου παλιομοδίτικα-, όπως  η έννοια της αξιοπρέπειας, της ντροπής, της τιμής. Φοβόμαστε σήμερα αυτές τις λέξεις, γι’ αυτό δεν τις λέμε, γιατί όταν τις λέμε πρέπει να τις εννοούμε κιόλας», λέει ο Γιάννης Μπέζος, που υποδύεται τον καλοκάγαθο ήρωα Λάμπρο Δεκαβάλλα.

 

Στην κωμωδία τα πράγματα είναι πιο δύσκολα, έτσι το αντιμετωπίζω τουλάχιστον εγώ. Πιο πολύ δυσκολεύομαι να παίξω τον Δεκαβάλλα παρά τον Κρέοντα στην Αντιγόνη. Είναι η ιδιοσυγκρασία μου. Δεν τα βλέπω τα έργα σαν κωμωδίες και δράματα. Θέλω να τα διαβάζω χωρίς το όνομα του συγγραφέα και χωρίς εξώφυλλο.

 

 

Ας μιλήσουμε για το έργο που κάνεις. Τα αγαπάς αυτά τα έργα που μάθαμε κυρίως από τον ελληνικό κινηματογράφο;

Δεν έχω κάνει και πολλά, αυτό είναι το τρίτο. Κάναμε παλιά με τον Πέτρο (Φιλιππίδη)  και τον Σταμάτη (Φασουλή) το  «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο», στη συνέχεια έκανα το «Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα», και αυτό είναι το τρίτο. Υπάρχει μία δεκάδα, τέτοιων έργων η οποία έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον δεν έχουν όλα τα έργα εκείνης της εποχής. Αυτό ειδικά νομίζω ότι είναι το καλύτερο έργο της δυάδας, του Σακελλάριου και του Γιαννακόπουλου. Έχουν γράψει πάρα πολλά έργα, αυτό είναι ένα από τα πρώτα τους, νομίζω έχει προηγηθεί το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται». Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το καλύτερό τους κείμενο, διότι έχει μία πυκνότητα φοβερή, δεν έχει φλυαρίες και δεν είναι αμιγώς κωμωδία. Είναι δηλαδή κάτι σαν τραγικοκωμωδία. Είναι σαν αυτό που έχει η ζωή μας.

  

Η κωμωδία είναι το είδος που αγαπάς περισσότερο;

Μου αρέσουν και οι κωμωδίες, ακόμα και οι φάρσες, αλλά αυτό το έργο έχει μία ανθρωπιά την οποία βέβαια σφράγισε ο Λογοθετίδης, επειδή είχε μια ρωμαίικη περίεργη φινέτσα της εποχής. Αλλά νομίζω ότι δεν είναι μόνο αυτό. Έχει ενδιαφέρον στο τώρα και μπορείς να το δεις και με άλλους ηθοποιούς εξίσου καλά, γιατί είναι ένα σπουδαίο έργο στο οποίο μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα.  Δεν είναι μια απλή κωμωδία η οποία λειτουργεί απλώς διασκεδαστικά και εκτονωτικά. Αυτό είναι ένα από τα κίνητρα, που με έκανε να ανεβάσω αυτό ειδικά το συγκεκριμένο έργο.

 

Πόσα χρόνια δουλεύεις σαν ηθοποιός;

Τριάντα πέντε.

 

Η Αμφίπολη είναι μία μεγάλη είδηση, αλλά μας έχει πιάσει τώρα αυτή η υστερία της «αλεξανδρολαγνείας», της «μακεδονολαγνείας», της «αρχαιολαγνείας» γενικά, η οποία είναι προσωρινή βέβαια. Πηγαίνουμε προς το παρελθόν μήπως και σωθούμε. Το λέει ο Γκάτσος: «Τα αρχαία σου, στολίδια»... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η Αμφίπολη είναι μία μεγάλη είδηση, αλλά μας έχει πιάσει τώρα αυτή η υστερία της «αλεξανδρολαγνείας», της «μακεδονολαγνείας», της «αρχαιολαγνείας» γενικά, η οποία είναι προσωρινή βέβαια. Πηγαίνουμε προς το παρελθόν μήπως και σωθούμε. Το λέει ο Γκάτσος: «Τα αρχαία σου, στολίδια»... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Σε όλα αυτά τα χρόνια, διαβάζεις, σου φέρνουν να ανεβάσεις ελληνικά έργα; Κωμωδίες; Σου προτείνουν;

Στα δικά μου χέρια δε φτάνουν πολλά έργα. Νομίζω δεν υπάρχουν πολλά. Τουλάχιστον σε μένα δε τα φέρνουν, μπορεί να υπάρχουν και να πηγαίνουν αλλού, δεν ξέρω.

 

Η προτίμηση του κόσμου είναι σταθερά η κωμωδία;

Εντάξει,  ο κόσμος πάντα λέει «θέλουμε να γελάσουμε». Αυτό το λέει συνέχεια, και μάλλον δεν θα έχει γελάσει και πολύ της προκοπής τόσα χρόνια, δεν έχει χορτάσει με το γέλιο. Αλλά για να κάνεις μια καλή κωμωδία χρειάζεσαι και κάτι παραπάνω.

  

Εσένα ως ηθοποιό σε επιλέγουν για κωμικούς ρόλους περισσότερο;

Να σου πω την αλήθεια, εμένα δεν με διαλέγει κανείς τώρα, μπορώ να κάνω ότι θέλω. Φυσικά δεν πρόκειται να κάνω τρελά πράγματα ή να κάνω ένα έργο το οποίο θα το έκανα σε ένα υπόγειο, ενώ βρίσκομαι στην Πανεπιστημίου.  Δεν έχω δεσμεύσεις και δεν με αιχμαλωτίζουν τέτοιες σκέψεις. Στην κωμωδία τα πράγματα είναι πιο δύσκολα, έτσι το αντιμετωπίζω τουλάχιστον εγώ.  Πιο πολύ δυσκολεύομαι να παίξω τον Δεκαβάλλα παρά τον Κρέοντα στην Αντιγόνη. Είναι η ιδιοσυγκρασία μου. Δεν τα βλέπω τα έργα σαν κωμωδίες και δράματα. Θέλω να τα διαβάζω χωρίς το όνομα του συγγραφέα και χωρίς εξώφυλλο.

 

Δηλαδή;

Αν υποθέσουμε πως έχουμε ένα έργο χωρίς να ξέρουμε το συγγραφέα, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν είναι κωμωδία ή δράμα το έργο, δεν το λέει κάπου.  Πώς θα το ανεβάζαμε; Αυτό προσπαθώ να  κάνω κάθε φορά. Και ακόμα και στις κωμωδίες, εκτός αν είναι ακραίες φάρσες, μπορείς να βρεις πράγματα που δεν είναι υποχρεωτικά γελαστικά, αλλά που σημαίνουν κάτι για το κοινό, που τους θυμίζει ένα κομμάτι από τον εαυτό τους. Γιατί αν το θέατρο δεν θυμίζει στο κοινό ένα κομμάτι από τον εαυτό του, τότε δεν έχει ενδιαφέρον.

 

Το ότι τα θέατρα γεμίζουν μέσα στην κρίση, μέσα στις δυσκολίες τι λέει σε όλους εσάς που κάνετε θέατρο;

Πρώτα από όλα μας δείχνει ότι είναι μια ιδιαίτερη τέχνη το θέατρο. Θέλει τη συμμετοχή του κοινού με την έννοια την πιο μαζική. Δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να συνευρεθούν. Εγώ αυτή την εξήγηση δίνω. Μπορούν να μοιραστούν ένα κοινό χρόνο, δυο ώρες, με κάποιους ανθρώπους πάνω σε μία σκηνή από κάποιον άλλο κόσμο, μπορούν να ξεχάσουν την πραγματικότητα. Και αυτό δε το κάνουν μόνοι τους. Και αυτό δε μπορεί να το κάνει η τηλεόραση όσο καλή και να είναι. Πιστεύω ότι στο θέατρο οι άνθρωποι μπορούν και βρίσκουν την ευκαιρία να επικοινωνήσουν επί της ουσίας. Γι’ αυτό το θέατρο δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ, και δεν «καταλαβαίνει» από τέτοιες κρίσεις. Έχουμε παραδείγματα ανάποδα. Σε περιόδους μεγάλων πολιτικών κρίσεων πάντα υπάρχει θέατρο. Θέλει ο ένας να βρεθεί με τον άλλο, αυτό εννοώ. Είναι και κάτι άλλο. Η ενέργεια της ζωντανής παρουσίας, να ξέρεις ότι κάποιος άλλος έχει έρθει στον ίδιο χώρο με εσένα για τον ίδιο λόγο σε βάζει σε μια σύμβαση και δε φαντάζεσαι ότι βλέπεις τον Μπέζο, αλλά τον Δεκαβάλλα. Αυτή  είναι μία διαδικασία περίεργη που έχει μία θρησκευτική καταγωγή. Και η διαδικασία αυτή βοηθά πολύ τους ανθρώπους.

 

Πάσχουμε βέβαια από μια παιδική ασθένεια, την σκηνοθετομανία η οποία είναι υπερβολική κάποιες φορές. Βεβαίως η σκηνοθεσία είναι ένα πολύ σοβαρό κομμάτι του θεάτρου αλλά η υποκριτική είναι ισχυρότερη και χωρίς αυτή δεν υπάρχει τίποτα και αυτό πολλές φορές το ξεχνάμε... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Πάσχουμε βέβαια από μια παιδική ασθένεια, την σκηνοθετομανία η οποία είναι υπερβολική κάποιες φορές. Βεβαίως η σκηνοθεσία είναι ένα πολύ σοβαρό κομμάτι του θεάτρου αλλά η υποκριτική είναι ισχυρότερη και χωρίς αυτή δεν υπάρχει τίποτα και αυτό πολλές φορές το ξεχνάμε... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

  

Όταν διαλέγεις ένα έργο, έχεις υπόψιν σου την ψυχολογία του κόσμου ή δουλεύεις με γνώμονα του αυτό που  επιθυμείς να κάνεις;

Υπάρχει πολύ πλούσιο ρεπερτόριο και μπορείς να κάνεις έργα και να εφάπτονται του μεγάλου κοινού αλλά και να έχουν πάρα πολύ ενδιαφέρον. Κανένας δεν γνωρίζει τι θέλει το κοινό, αυτό ούτε να το συζητάμε. Πάντα, για να είμαι ειλικρινής, κοιτάω τι επιθυμώ εγώ εκείνη την ώρα. Και συνήθως αυτό που επιθυμώ, τις περισσότερες φορές, ταυτίζεται και με μία επιθυμία ενός μέρους του κοινού, -όχι όλου του κοινού, γιατί είναι τρελό αυτό-, αλλά ενός κόσμου που θέλει να επικοινωνήσει με το έργο που έχω διαλέξει. Αυτό συμβαίνει κυρίως με αυτά τα έργα που λέμε κλασικά, που βρίσκονται από ένα σημείο και πάνω, τα οποία έχουν γράψει πολύ μεγάλοι συγγραφείς. Αυτοί οι συγγραφείς αντλούν από τον κόσμο κι επειδή ο κόσμος δεν αλλάζει, δεν έχει αλλάξει καθόλου, παραμένει ίδιος, γι’ αυτό και μας ενδιαφέρει. Έπεται και είναι σημαντικό, το πώς θα παρασταθεί αυτό το έργο μπροστά στο κοινό.

 

Έχεις ποτέ σκεφτεί ότι o διαχωρισμός που γίνεται ανάμεσα σε ηθοποιούς σε σχέση με το «ποιοτικό» και το «εμπορικό» θέατρο σε έχει αδικήσει;

Όχι. Εγώ έχω παίξει παντού. Είχα προτάσεις και από απίθανους ανθρώπους, δηλαδή από αυτούς που θεωρούμε υποτίθεται της μίας πλευράς ή της άλλης και στο σινεμά και στο θέατρο, και στο εθνικό και σε Φεστιβάλ και στις Επιδαύρους και στα Μέγαρα και σε όλα. Δεν νομίζω ότι ισχύουν αυτά, νομίζω ότι πιο πολύ είναι μέσα στο κεφάλι μας. Καμιά φορά τα διογκώνουμε, τα διογκώνει και ο Τύπος και το lifestyle. Είναι διαχωρισμοί οι οποίοι δεν μας βοηθούν καθόλου και νομίζω πως δεν έχουν κανένα αντίκρισμα. Εμένα μου πρότεινε να παίξω η Ραχήλ Τσαγκάρη, ποιος θα το φανταζόταν! Και θα το έκανα. Απλώς δεν συνέπιπταν οι χρόνοι μας. Ο κόσμος δεν ασχολείται και σιγά μην ασχοληθεί, έχει τόσα προβλήματα. Το θέμα είναι να κάνουμε καλά τη δουλειά μας. Σοβαρός άνθρωπος που να θέλει να κάνει τη δουλειά του και να κάνει και αυτούς τους διαχωρισμούς, δεν νομίζω, ή τουλάχιστον δεν το έχω αντιληφθεί εγώ ότι υπάρχει.

 

Το επίπεδο του θεάτρου στην Ελλάδα;

Δεν είναι κακό το επίπεδο, είναι ενθαρρυντικό. Αν  εξαιρέσουμε το ρεπερτόριο που χωλαίνει λίγο, το υλικό επί σκηνής είναι πολύ καλό, και σκηνοθέτες καλούς έχουμε.

Το υλικό των ηθοποιών, των σκηνοθετών, είναι νομίζω, πολύ καλύτερο από παλιά.

Πάσχουμε βέβαια από μια παιδική ασθένεια, την σκηνοθετομανία η οποία είναι υπερβολική κάποιες φορές. Βεβαίως η σκηνοθεσία είναι ένα πολύ σοβαρό κομμάτι του θεάτρου αλλά η υποκριτική είναι ισχυρότερη και χωρίς αυτή δεν υπάρχει τίποτα και αυτό πολλές φορές το ξεχνάμε.

 

Οι άνθρωποι δεν έχουν πια την όρεξη τη δική μας. Δεν ξεγελιούνται εύκολα, δεν περιμένουν να δουν τι θα πει ο καλλιτέχνης. Εντάξει ακολουθούν κάποιους καλλιτέχνες, αλλά, μία, δύο, τρεις, και ο καλλιτέχνης, κάποια στιγμή πρέπει να το πει αυτό που θέλει, να τους το δείξει... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Οι άνθρωποι δεν έχουν πια την όρεξη τη δική μας. Δεν ξεγελιούνται εύκολα, δεν περιμένουν να δουν τι θα πει ο καλλιτέχνης. Εντάξει ακολουθούν κάποιους καλλιτέχνες, αλλά, μία, δύο, τρεις, και ο καλλιτέχνης, κάποια στιγμή πρέπει να το πει αυτό που θέλει, να τους το δείξει... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

  

Προηγείται ο ηθοποιός του σκηνοθέτη;

Βεβαίως. Αυτή είναι μια πολύ μεγάλη κουβέντα σε σχέση όχι μόνο με την θεατρική εκπαίδευση, αλλά και με την παιδεία υπό την ευρεία έννοια. Όλα είναι απαραίτητα, εφόσον μας αποκαλύπτονται και μας πάνε μπροστά. Ναι μεν υπάρχουν νέοι σκηνοθέτες και άνθρωποι που έχουν μια ματιά στα πράγματα, αλλά δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεχνάμε ότι το πρωτοκύτταρο του θεάτρου είναι ο ηθοποιός. Προϋπήρχε και του λόγου ο υποκριτής.  Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε το εξής: ότι αυτός ο άνθρωπος που θα ανέβει πάνω στη σκηνή έχει να παίξει με το νευρικό του σύστημα.  Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Συνήθως άνθρωποι που σκηνοθετούν χωρίς να έχουν παίξει δεν υπάρχει περίπτωση να το καταλάβουν. Είναι σαν να μην υπάρχει συνεννόηση κάποιες φορές και αυτό δεν γίνεται με κακή πρόθεση.

 

Άμα ρωτήσεις νέα παιδιά, είναι απογοητευτική η κατάσταση όσον αφορά τις θεωρητικές σπουδές. Η επαφή τους με την ιστορία, τη λογοτεχνία είναι ανύπαρκτη και δεν μιλάω για την παγκόσμια λογοτεχνία, αλλά για την ελληνική. Είναι ντροπή. Το θεωρητικό μας υπόβαθρο είναι ανύπαρκτο, είναι φρικτό. Μιλάμε πολύ αλλά κανένας δε διαβάζει, λες και ντρέπεται να το κάνει.

 

Είναι θέμα εμπιστοσύνης στον εαυτό σου, στους συνεργάτες σου;

Πιστεύω ότι στο θέατρο όλοι θέλουν να κάνουν μια καλή δουλειά, αλλά χρειάζεται χρόνος για να συνδεθούν οι άνθρωποι. Ο Πίτερ Μπρουκ λέει ότι « όταν ξεκίνησα, έκανα την Τρικυμία, ήμουν 23 ετών, κι είχα βάλει μέσα ότι εφέ υπάρχει στον κόσμο, κόντευε να ανατιναχθεί το θέατρο. Όταν την έκανα στα γεράματα, κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται τίποτα». Είναι ακριβώς αυτό. Πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη και στο κοινό σου. Στη φαντασία του κοινού. Όταν βάζουμε πολλά πράγματα, σημαίνει ότι δεν εμπιστευόμαστε το κοινό να φανταστεί αυτά που κάνουμε, ή δεν τα κάνουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να πυροδοτήσουμε την φαντασία του.

Αυτά όλα όμως γίνονται με το πέρασμα του χρόνου και με αρκετή εμπειρία ζωής, και δεν εννοώ μόνο θεατρικής, αλλά γενικότερα. Δε σου κρύβω, ότι όταν κάνω ένα θίασο πιστεύω ότι έχω τους καλύτερους ηθοποιούς στον πλανήτη, αλλιώς δεν μπορώ να παίξω. Πρέπει να νιώσουν όλοι ότι έχουν να πουν κάτι πάνω στη σκηνή.

 

Θέλεις να μιλήσουμε για τον πληθωρισμό που υπάρχει στο θέατρο;

Είτε μιλήσουμε είτε όχι, ούτε θα αυξηθεί ούτε θα ελαττωθεί. Γίνεται από μία ανάγκη των ανθρώπων. Λεφτά δεν υπάρχουν, γι’ αυτό το κάνουν  ως ανταμοιβή. Αντί να κάθεται κάποιος σπίτι του και να γυρνάει από  δω κι από κει, λέει «ας οργανώσω μια δουλειά, ότι βγάλουμε και στο τέλος μπορεί και κάποιος να με δεί». Ή «έχω την ανάγκη να εκθέσω αυτά που πιστεύω», κάτι που είναι ακόμα πιο σοβαρό και πιο σεβαστό. Αυτά όλα είναι θετικά και σεβαστά. Δεν νομίζω πως μας κάνουν κακό. Αυτό πιστεύω εγώ. Φτάνει αυτό να μη γίνει στιλ.

 

Το κοινό περιμένει αυτό που θα του πει ένας καλλιτέχνης;

Οι άνθρωποι δεν έχουν πια την όρεξη τη δική μας. Δεν ξεγελιούνται εύκολα, δεν περιμένουν να δουν τι θα πει ο καλλιτέχνης. Εντάξει ακολουθούν κάποιους καλλιτέχνες, αλλά, μία, δύο, τρεις, και ο καλλιτέχνης, κάποια στιγμή πρέπει να το πει αυτό που θέλει, να τους το δείξει.

  

Παρακολουθείς την επικαιρότητα;

Ναι παρακολουθώ. Την Αμφίπολη εννοείς; Αυτό είναι μία μεγάλη είδηση, αλλά μας έχει πιάσει τώρα αυτή η υστερία της «αλεξανδρολαγνείας», της «μακεδονολαγνείας», της «αρχαιολαγνείας» γενικά, η οποία είναι προσωρινή βέβαια. Πηγαίνουμε προς το παρελθόν μήπως και σωθούμε. Το λέει ο Γκάτσος: «Τα αρχαία σου, στολίδια». Με την πρώτη ευκαιρία ψάχνουμε να κρατηθούμε από εκεί, χωρίς όμως να γνωρίζουμε ακριβώς. Είναι μία ευκαιρία αυτή να ξαναδούμε τι σήμαιναν αυτοί οι άνθρωποι για εμάς. Τι σημαίνει αυτή η μακεδονική δυναστεία, ο Αλέξανδρος και τα υπόλοιπα. Το καταπληκτικό με την Ελλάδα είναι ότι είναι μια χώρα βαλκανική, μεσογειακή και λίγο οριεντάλ, η οποία όμως πατάει τα ίδια χώματα που πάτησαν αυτοί οι άνθρωποι. Και αυτό δεν το αγαπάμε. Και δεν το αγαπάμε γιατί δεν το γνωρίζουμε. Καθόλου όμως. Άμα ρωτήσεις νέα παιδιά, είναι απογοητευτική η κατάσταση όσον αφορά τις θεωρητικές σπουδές. Η επαφή τους με την ιστορία, τη λογοτεχνία είναι ανύπαρκτη και δεν μιλάω για την παγκόσμια λογοτεχνία, αλλά για την ελληνική. Είναι ντροπή. Το θεωρητικό μας υπόβαθρο είναι ανύπαρκτο, είναι φρικτό. Μιλάμε πολύ αλλά κανένας δε διαβάζει, λες και ντρέπεται να το κάνει. Και από όλα όσα είπαμε, αυτό είναι το απίστευτο.

 

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

Θέατρο Βρετάνια: «Ενας Ήρωας με παντόφλες» των Αλ.Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου

Σκηνοθεσία: Γιάννης Μπέζος

Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας
Bοηθός σκηνοθέτη: Ντένια Στασινοπούλου
Παίζουν: Γιάννης Μπέζος, Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Τάσος Γιαννόπουλος, Κώστας Φλωκατούλας, Αλμπέρτο Φάις, Δημήτρης Κανέλλος, Αμαλία Νίνου, Ντένια Στασινοπούλου, Ελένη Τσιμπρικίδου, Δημήτρης Λιόλιος