Η χθεσινή ήταν η μέρα των κουφών ερωτήσεων στο δρόμο. Με συγχωρείτε, με σταματάει και μου λέει ένας ευγενής γεράκος στην Ιπποκράτους, ξέρετε τι μέρα είναι σήμερα; Ξαφνιάζομαι...Τι μέρα είναι σήμερα; Επιστρέφω την ερώτηση και αμέσως μετά με γρηγοράδα: Τρίτη...Όχι, Τετάρτη είναι. Τετάρτη! Χαμογελάω, χαμογελάει κι ο γεράκος, φεύγει και σκέφτομαι πως τελικά οι λάθος απαντήσεις δίνονται πάντα στα πιο αυτονόητα ερωτήματα.

 

 

Τετάρτη, χθες, λοιπόν, τελευταία μέρα της προβολής της ταινίας του Βασίλη Μαζωμένου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας, την οποία δεν κατάφερα να πάω να τη δω, παρ' ότι το ήθελα ειλικρινά. Έστειλα όμως δυο καλούς φίλους, πολιτικοποιημένους και ευαισθητοποιημένους περί του μεταναστευτικού, που μου τηλεφώνησαν λίγο μετά τα μεσάνυχτα για να μου μεταφέρουν τις καλύτερες των εντυπώσεων τους! Διότι η 10η μέρα, η τελευταία ταινία του Μαζωμένου, διακεκριμένη ήδη σε πολλά φεστιβάλ του εξωτερικού, είναι το συγκλονιστικό πορτραίτο ενός Αφγανού μετανάστη στην απρόσωπη και μισαλλόδοξη σύγχρονη Αθήνα, που κανονικά θα έπρεπε να συρρεύσουν τα σχολεία όλης της πόλης για να τη δουν αυτή τη μία εβδομάδα που παιζόταν. Το ότι παιζόταν για μία μόνο εβδομάδα, αυτό πάλι δεν ήταν λάθος κίνηση του δημιουργού. Και μάλιστα του συγκεκριμένου δημιουργού που έχει στο παρελθόν τιμήσει τον μάλλον ακριβοθώρητο εγχώριο πειραματικό κινηματογράφο και που τώρα προτίμησε να κινηθεί στο μεταίχμιο μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ με βασικό άξονα του το γνήσιο ποιητικό δράμα. Όποιος είδε στη 10η μέρα τη σκηνή της καταγραφής του αυτομαστιγώματος των Ασιατών μεταναστών εν είδει θρησκευτικού τους τελετουργικού, μπορεί και να καταλάβει τι γράφω τούτη τη στιγμή. Επιστρέφω στα της διανομής και ασκώ έντονη κριτική στο φαινόμενο του να κατεβαίνει μία ταινία από το σινεμά πάνω στη μία εβδομάδα, πάνω δηλαδή που πάει να κινηθεί. Είναι κάτι που έχουμε λουστεί οι περισσότεροι κινηματογραφιστές και σχετίζεται με την έλλειψη εμπιστοσύνης των αιθουσαρχών στις ανεξάρτητες παραγωγές - τις ονομάζω έτσι για να μην πω στις αμιγώς καλλιτεχνικές ταινίες -, αλλά και σε έναν ανοιχτό πόλεμο απέναντι τους από τις μεγάλες εταιρείες διανομής, κυρίως ξένων εμπορικών ταινιών. Γνώμη μου είναι ωστόσο πως ειδικά η Ταινιοθήκη της Ελλάδας δεν θα έπρεπε να λειτουργεί με τον έναν ή με τον άλλο δυσάρεστο τρόπο και να δίνει περισσότερο χρόνο σε ταινίες σαν αυτή του Μαζωμένου, που αποζητούν ένα σωστό κοινό και όχι τη μαρίδα. Έτσι, θα μπορούσα να τη δω κι εγώ που επί μία εβδομάδα έτρεχα σε συναυλίες, πρόβες και συνεντεύξεις, όπως και πολύς άλλος κόσμος που κλείστηκε στο σπίτι του από τις νεροποντές του χειμώνα.

 

 

 

Λόγου χάριν, χθες βράδυ έπρεπε να πάω στο θέατρο Ακροπόλ και να παρακολουθήσω την παράσταση Όλα για τη μητέρα μου του Πέδρο Αλμοδοβάρ σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια. Με τη Μπέττυ Βακαλίδου εκ δεξιών μου και τον Μηνά Χατζησάββα εξ αριστερών μου, παρακολουθήσαμε τη φιλότιμη προσπάθεια του σκηνοθέτη και του πολυμελούς θιάσου να αναπαραστήσουν τη, βραβευμένη με Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, κινηματογραφική δημιουργία του αναρχικού Ισπανού δημιουργού. Μου άρεσε! Ίσως είναι που κατάφερα να αποδεσμεύσω το όλο θέαμα από την ταινία - αυτό δεν είναι επίτευγμα δικό μου, αλλά της παράστασης. Ίσως είναι επίσης που η Μαρίνα Ψάλτη, η Νένα Μεντή, η Γωγώ Μπρέμπου και η Κατερίνα Λέχου κατέθεσαν άρτιες ερμηνείες, ενορχηστρωμένες σωστά από τον Ζούλια μεταξύ τραγωδίας, αυτοσαρκασμού και φαρμακερού χιούμορ - ειδικά η τελευταία στο ρόλο της τρανσέξουαλ Agrado ήταν σωστή αποκάλυψη για μένα.

 

 

 

Βγαίνοντας από το Ακροπόλ και κατευθυνόμενος με την παρέα μου προς Εξάρχεια, όπου είχαμε παρκάρει το αυτοκίνητο, με σταματάει πάλι ένας μαυροντυμένος τύπος με ξυρισμένο κεφάλι και κάτι αρβίλες - πλατφόρμες. Ρε φίλε, με ρωτάει σε όχι ιδιαίτερα φιλικό τόνο, ξέρεις που είναι η οδός Νοσφεράτου; Προφανώς τη Μομφεράτου θα έψαχνε. Πώς δεν ξέρω, του απαντάω, είναι παράλληλη της Φρανκενστάιν! Βασικά, δεν τον ειρωνεύθηκα, αλλά έτσι όπως τον έκοψα, από πάνω ως κάτω, φτυστός με τον Boris Karloff από το Φρανκενστάιν του 1931 ήτανε. Γι'αυτό και ξεκίνησα το post με το ότι η χθεσινή ήταν η μέρα των κουφών ερωτήσεων στο δρόμο. Η καινούργια να δούμε τι θα μας ξημερώσει...