ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΩΜΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

Στα μέσα της δεκαετία του '90 ο ηγέτης του αγγλικού skinhead νεο-ναζιστικού κινήματος Nicky Crane αποκάλυψε ότι παράλληλα προς την πολιτική,  συνήθιζε να πρωταγωνιστεί σε ομοφυλοφιλικές πορνο-ταινίες. Το ξέσπασμα αυτού του περίεργου σκανδάλου έκανε ευρέως γνωστό στην Αγγλία ένα gay στερεότυπο:  Όλα όσα κάνουν το χιτλερισμό χυδαίο – η τελετουργικότητα της βίας, η επίδειξη ισχύος και η λαγνεία του ευτελισμού-- δεν μεταμφιέζουν απλά την 'καταπίεση' ενός σεξουαλικού ενστίχτου: αποτελούν από μόνα τους μια μορφή ηδονισμού.

 

Tο κοστούμι του νεοναζί, τα στενά παντελόνια, οι μποτες, οι τιράντες --- ό,τι θυμίζει το ενδυματολογικό ύφος του Βορίδη στην περιβόητη φωτογραφία με το τσεκούρι --συνιστούν πολλές φορές τα σύνεργα μιας ερωτική σκηνοθεσίας, προφέρουν μια τρυφερή γροθιά στη libido, οικοδομούν  τη φετιχιστική πλαισίωση της υποταγής και του πόνου.

          

Όταν ο Nicky Crane αποκάλυψε τη σχέση του με το γκέι πορνό, αποσύρθηκε από την πολιτικη ζωή και μερικά χρόνια αργότερα πεθάνε από aids. Κατά ειρωνικό τρόπο, στα δημοσιεύματα του τύπου εκείνης της εποχής, η διαπόμπευση ενός Ναζί οικειοποιήθηκε τη γλώσσα του Ναζί... 'Nazi Nick is a Panzi' O ηγέτης του φυλετικού κραξίματος κράχτηκε ως ‘πούστης’.

 

 Παράλληλα προς το πορνό, ο Crane φωτογραφήθηκε να δίνει κλωτσιές στον αέρα με την ορμή ενός νίτζα. Σε όλες αυτές τις πόζες, το lifestyle του χιτλερικού ηγέτη ενσωμάτωνε ένα συνδυασμό κινηματογραφικών, φαντασιακών και ερωτικών απωθημένων. Όπως και άλλες βίαιες κουλτούρες του δρόμου, η νεο-ναζιστική συνθήκη ήταν συνυφασμένη με τη μετάλλαξη της προλεταριακής ταυτότητας σε σκοτεινό έργο τέχνης: η βία έμοιάζε να μεταμορφώνει την καθημερινότητα σε κινηματογραφικό επεισόδιο.

 

Κρίνοντας από την μιντιακή συμπεριφορά και τη στιλιστική πανοπλία των χρυσαυγιτών, οι ομοιότητες με την ελληνική περίπτωση είναι κραυγαλέες. Παρά τις αναλογίες αυτές μια γενικόλογη εξίσωση (φασίστας= καταπιεσμένος gay) είναι αποπροσανατολιστική. Κάθε πολιτισμικό περιβάλλον έχει πρωτότυπες εγγραφές. Το ουσιαστικό ερώτημα εδώ δεν είναι 'ποιο είναι το διαχρονικό μυστικό της ψυχοσύνθεσης ενός νεο-ναζί΄, αλλά με ποιους τρόπους ο ναζισμός ερμηνεύεται, βιώνεται και επανα-εφευρίσκεται από διαφορετικά ιστορικά υποκείμενα σε διαφορετικά εθνικά τοπία.

 

Οι διαφορές δεν αφορούν μόνο την εθνική ή την ιστορική συγκυρία, αλλά και την εσωτερική  πολυπλοκότητα μιας κοινωνίας. Όπως ακριβώς οι 'αλβανοί εγκληματίες', οι ισλαμιστές, οι μαφιόζοι, οι μικροαστοί, οι πόρνες και οι θαυμαστές του Χριστόδολου δεν αποτελούν ένα αδιαίρετο και ομογενές σύνολο – δηλαδή κάτι που παραμένει 'ασάλευτο' στο χρόνο και στο χώρο -- έτσι και όσοι ασπάζονται, ψηφίζουν ή υπερασπίζονται τη Χρυσή Αυγή δεν αποτελούν μια ομοούσια κοινότητα. Πρόκεται για ένα πολυσυλλεκτικό κράμα που περιλαμβάνει από μπράβους μέχρι τραβεστί και από νοικοκυρές μέχρι δημοσιογράφους. Πέρα από την κουλτούρα του μίσους, βασική παράμετρος της Χρυσής Αυγής είναι η συγκρότηση μιας μυθολογίας, δηλαδή το ανακάτεμα ενός εναλλακτικού 'αντισυστημικού' ταπεραμέντου με ένα βαθειά θεαματικό ένσιχτο.. Ο Χρυσαυγίτης δε ζωγραφίζει απλώς στην τηλεοπτική οθόνη απωθημένες προβολές του συλλογικού ασυνειδήτου (π.χ χαστούκι στην ‘υστερική λεσβία’, χαστούκι στο ‘βρωμύλο’ του λεωφορείου, χαστούκι σε ‘όλους τους μαλάκες’). Κοντράρει επίσης τον συλλογικό ευτελισμό της κρίσης πάνω σε μια σύχρονη κατασκευή σούπερ-ελληνικότητας. Μερικά από τα μοντέρνα συστατικά αυτής της κατασκευής είναι: η επαναφήγηση της ιστορίας, οι φαντασμαγορικές θεωρίες συνομωσίας, ο σκοταδιστικός ευαγγελισμός, αλλά και ένα υποδόριο στοιχείο παραβατικής σεξουαλικότητας.

 

Από αυτήν την άποψη, η ερμηνεία της Χρυσής Αυγής ως επαναφορά/ανακύκλωση του παρελθόντος (της Βαϊμάρης ή των skinheads της Αγγλίας) είναι ελαφρώς ανιστόρητη και ανακριβής: η Χρυσή Αυγή είναι εξίσου σύγχρονο και πολυσύνθετο γεγονός, όσο και οι μεταβαλλόμενες νεολαϊστικες μυθολογίες της πόλης... Αυτό που χρειάζομαστε -- περισσότερο από ποτέ -- είναι μια από τα κάτω καταγραφή όλων των αντιφατικών φαντασιακών της στοιχείων, δηλαδή όλων εκείνων των στρατηγικών που μετουσιώνουν τη νεο-ναζί εμπερία σε μια μορφή αισθητικοποίησης του καθημερινού.

 

Η ιντερνετική μου συνομιλία με ένα πρώην μέλος της Χρυσής Αυγής προσπαθεί να ανασύρει αυτά ακριβώς τα υλικά: να σκιαγραφήσει δηλαδή τη  σχέση μιας ιδεολογικής νεύρωσης με τη μνήμη, τη ποίηση και το πορνό.  Το facebook αποτέλεσε ένα ιδανικό περιβάλλο για την μελέτη του ναζισμού ως μυθοπλαστικής εμπερίας.  Η τυχαιότητα, η θραυσματικότητα και η ιδιωτικότητα της ψηφιακής καθημερινότητας παράγουν ένα δυναμικό χάρτη κοινωνικής φαντασίας. Τα διαδικτυακά προσωπεία παίζουν διαρκώς με την ιστορία του παρόντος. Tα ‘προφίλ’ των χρηστών του facebook μετατρέπονται σε πεδία πολιτισμικών μαχών, σε εργαστήρια νοοτροπίας και σε σκηνές αυτο-δραματοποίησης.  Όλα τα δυναμικά στοιχεία της νεο-ναζιστικής κουλτούρας ανθίζουν και εμπεδώνoνται εδώ: η λαϊκο-ποπ έξαρση, η παραβατική σεξουαλικότητα, η ακραία χυδαιότητα. Από τη φύση του το υλικό αυτό δεν αποπειράται να αποκαταστήσει μια ‘ιστορία’, αλλά τις παραμέτρους εξ-ιστόρησης μιας ιστορίας. Πρόκειται για μια σπουδή πάνω στη στη γλώσσα, το θέαμα και τη φαντασία: μια ηλεκτρονική ονειρογραφία (της βαρβαρότητας).

 

Μια απλή καθημερινή επαφή με ένα προσωπειο που συστήνεται και μιλά ως Χρυσαυγίτης ανοίγει μια σειρά από ερωτήματα: Με ποιο τρόπο η ‘Χρυσή Αυγή’  μετουσιώνεται σε εργαλείο μυθολογικης και σεξουαλικής αυτοπαρουσίασης; Κάτω από ποιες συνθήκες το διαδικτύο λειτουργεί ως γεννήτρια ναζιστικής και ερωτικής φαντασίας; Ποια μορφή κοινωνικότητας επιτρέπει σε ένα πολιτικό υποκείμενο να αναπαράγει τον εαυτό του ως αισθητικό αντικείμενο; Ποιες εικόνες της δημόσιας ζωής παρεισφρέουν μέσα σε αυτες τις τεχνολογίες αυτο-αισθητικοποίησης;  Πόσο απρόβλεπτο, αντιφατικό και χαοτικό μπορεί να είναι το απο-τα-κάτω-βίωμα ή αλλιώς, η μικρο-ιστορική υποδοχή και χρήση μιας ιδεολογίας μίσους;  

 

____________

 

 

Β' μέρος: Συνομιλίες με έναν  χρυσαυγίτη στο facebook

 

 

Πριν τρία χρόνια, στο Ζάππειο, ένα καλοκαιρινό βραδυ, ένας  νεαρός όρμηξε κατα πάνω μου φωνάζοντας 'πουστρίλες!! πουστρίλες;'  Άρχισε τα σκαμπίλια, μου τράβηξε τη τσάντα και προσπάθησε να με ακινητοποιήσει. Τον έσπρωξα, απεγκλωβίστηκα και απομακρύνθηκα.  Άκουσα φωνές και είδα στο βάθος, ένα άλλο γκρουπ ανθρώπων να χτυπούν ένα νεαρό. Τελικά τους ξέφυγε και εκείνος.  Ρώτησα τον κοσμο που μαζεύτηκε αν ήξεραν τους επιτιθέμενους. ‘Υπάρχει περίπτωση να είναι Χρυσαυγίτες;’  Η απάντηση που έλαβα τότε ήταν σιωπή και σαρκασμός. ‘Ποιοι Χρυσαυγίτες μωρέ;’  Πριν λίγες εβδομάδες ένας απόμαχος της Χρυσής Αυγής μου εξήγησε πως εκείνη ακριβώς την εποχή οι ‘συναγωνιστές’ του και κεινος, οργάνωναν συστηματικά επιθέσεις στο Ζάππειο εναντίον γκέι ατόμων. Να μερικά από τα λόγια του: 

 

‘Ήταν πολύ ωραία γιατί κανείς μας δεν ήξερε τι θα επακολουθούσε. Εγώ το είχα προτείνει. Το σπέρμα ήταν ώριμο μέσα στους αδένες μου. Ήθελε οπωσδήποτε να βγει έξω. Αυτού του είδους οι επιθέσεις έχουν πάντα και μια λανθάνουσα σεξουαλική ροπή.  Βρήκαμε έναν και του επιτεθήκαμε. Είχε φάει ξύλο αλλά περισσότερο ξεφτίλισμα. Μετά πρότεινα να τον κατουρήσουμε και τους άρεσε, αλλά δεν μας ερχόταν κατούρημα. Οπότε σκεφτήκαμε ότι για να μας έρθει θα πρέπει πρώτα να χύσουμε και τον βάλαμε με το ζόρι να μας γλείψει. Μερικά τα πήρε και δύο μαζί. Τελικά τραβήξαμε μαλακία και χύσαμε στο πρόσωπό του. Μετά τον κατουρήσαμε."

 

Η παραπάνω αφήγηση έγινε μέσα στη ψηφιακή θαλπωρή του facebook: με προσέγγισε φιλικά στέλνοντας μου μερικά χιουμοριστικά video. Από το ύφος του (αμφίρροπα ποστ για φασιστικές επιθέσεις), το στιλ (skinhead, έκπτωτοι άγγελοι, σατανισμός) και κυρίως, τα ευρύτερα διαδικτυακά κουτσομπολιά, η φιγούρα του συνδεόταν θαμπά με Χρυσή Αυγή. Τον ρώτησα ανοιχτά για τη πολιτική του διαγωγή. Μου είπε ότι ήταν πολύ ενεργό μέλος, συμμετείχε σε φασαρίες, αλλά τώρα παραμένει φίλος και σπουδάζει κομμωτική. Από τo σύνολο της διήγησής του συμπέρανα ότι το κυβερνο-φλερτ (μεταξύ φτωχών) είναι πολλές φορές αξεδιάλυτο από την αυτο-βιογράφηση (της παραφροσύνης). Η ψηφιακή ομίχλη παρασύρει τους ανθρώπους σε εξομολογητική φρενίτιδα. Τι ωθεί κάποιον να αποκαλύψει σε αγνώστους ιστορίες που θα εμπιστευόταν μόνο στο ψυχαναλυτή του; Απάντηση: πολλές φορές, η διήγηση βαρβαροτήτων συμβάλλει σε ένα είδος χολιγουντιανής αυτο-μυθολόγησης. Απανωτές σεκάνς καφρίλας μπορούν  να μετατρέψουν ένα chat σε εκτροχιασμένο άρλεκιν, δηλαδή σε μια ακατάσχετη σεξουαλική επιδειξιομανία. Ανακατεύοντας σπαράγματα αταβιστικής μνήμης και live ρεπορτάζ από την προσωπική του κλειδαρότρυπα, ο  νεαρός φιλοτέχνησε για χάρη μου μια ναζιστική τσόντα (σε συνέχειες). Το ‘δες πόσο Χρυσαυγίτης είμαι’ μεταφράζεται εδώ σε ‘δες πόσο καύλας είμαι’. Να μερικά αποσπάσματα:

 

[ΧΑ] Αυτά σκεφτόμουν στο σπίτι ενός φίλου καθώς κατουρούσα επειδή είχα πιει μπύρες και μου χούφτωνε τον καυλωμένο πούτσο ένας άλλος φίλος, η πούτσα μου ήταν σούστα και το κατούρημα έβγαινε σαν ζεστό ρυάκι

[Εγώ] Οι φίλοι σου είναι ενεργά μέλη της χρυσής αυγής;

[ΧΑ] Τώρα δεν είμαι μέλη πια, μόνο στο παρελθόν, από εκεί γνωριστήκαμε στην ουσία αλλά και οι τέσσερις ξέρουμε κατά βάθος ότι αντί για υγρά και σφικτά μουνάκια προτιμάμε στητά κωλαράκια

[Εγώ] Τι στιλ έχουν; 

[ΧΑ] Παιδιά παιδιά της διπλανής πόρτα, με εξαίρεση των πρώην μου που έχει γίνει πλέον τραβεστί και είναι κάτι σαν σταρ

(εγώ) Αυτά τα παιδιά είπες δεν είναι πια χρυσαυγίτες ε;

[ΧΑ]Είναι. Δες καθαρά τα δεδομένα

(εγώ) Και το τραβεστί;

[ΧΑ] Το τραβεστί είναι ένας πρώην φίλος που ντύνεται στα κρυφά από τους άλλους, κλείνει ραντεβού μέσω ίντερνετ

(εγώ) Και είναι και αυτό στη  χ.α ενεργό μέλος, ή απλώς φίλος με παιδιά της χ.α όπως εσύ και οι φίλοι σου;

[ΧΑ] Απλός φίλος (του χώρου)

(Εγώ) Παλιά πηγαίνατε μαζί στο πάρκο με τα παιδιά αυτά και παίζατε ξύλο;

[Χ.Α]Ναι, πηγαίναμε και ψάχναμε φασαρίες, προσπαθούσαμε να κρατάμε χαμηλούς τους τόνους αλλά υπήρχαν περίοδοι που πηγαίναμε σώνει και ντε να πλακωθούμε, να δείρουμε, και ει[sic] δυνατόν να πηδήξουμε.

(εγώ) Το ‘ει[sic] δυνατόν να πηδήξουμε’ ήταν συμφωνημένο, το χατε συζητήσει από πριν;

[ ΧΑ]Βγήκε, από κάποιο σημείο και μετά ξέραμε γιατί πηγαίναμε

[εγώ] Πριν πάτε στο πάρκο είχατε ξανακάνει σεξ; Εννοώ με αγόρια

[ΧΑ] Όχι, εγώ προσωπικά το μόνο που είχα κάνει ήταν να τραβήξω μερικές φορές μαλακία παρέα με κάτι φίλους παιδικούς

(εγώ) Και οι πρώτες σου ομοφυλοφιλικές εμπειρίες ήταν στον πάρκο, εκεί στις φασαρίες;

[ΧΑ] Ναι, με το ένα παιδί σε κάποια φάση ήρθαμε και πιο κοντά, αρχίσαμε να βρισκόμαστε μεταξύ μας, και ξέρεις πώς αρχίζουν αυτά

(εγώ) Την πρώτη φορά, φιλιόσαστε και μεταξύ σας την  ώρα που γαμούσατε το στόχο σας;

[ΧΑ] Όχι, δεν κάναμε τίποτα μεταξύ μας, στην αρχή ήταν κάτι σαν μύηση, μετά γίναμε λίγο πιο χάρτνκορ, τρέχαμε σαν δαιμονισμένοι στα πάρκα με τις πούτσες τίγκα καυλωμένες και τραβούσαμε μαλακίες ο ένας στον άλλο.

 

Παραπαίοντας ανάμεσα σε πορνογραφικά στιγμιότυπα (πούτσες, καύλες, τραβεστί, κατουρήματα κτλπ), ο συνομιλητής ξεστόμισε ένα σύντομο και μεστό μανιφέστο αυτο-κατανόησης: η επίθεση στους gay του πάρκου είναι μια ‘μύηση’, το προκαταρκτικό στάδιο μιας σεξουαλικής κραιπάλης. Προσοχή όμως: η καφρίλα δεν είναι ένα προσωρινό καμουφλάζ. Είναι το σταθερό φετιχιστικό ένδυμα -- το όχημα --  της καύλας. Σύμφωνα με τη διήγηση του, η βιαιότητα ως ερεθισμός συνεχίζεται ακάθεκτα, πολύ μετά, την ωρίμανση της σεξουαλικής συνείδησης. Να πως περιγράφει μια μεταγενέστερη συνουσία με ένα συναγωνιστή.

 

[ΧΑ] Προχθές πήγα με έναν συναγωνιστή και του έγλειψα με πάθος την κωλοτρυπίδα, μετά τον πήδηξα βίαια, ενώ έφερε αντίσταση και τελικά του έφυγε το σπέρμα ενώ τον πηδούσα ιεραποστολικά με τα πόδια του σηκωμένα και λυγισμένα

[εγώ]Αυτός είναι επισήμως στρέιτ ή γκέι;

[ΧΑ]Στρέιτ

[Εγώ]Και συμμετέχει ενεργά στις δραστηριότητες της χ.α; Pάει ρίχνει ξύλο και τέτοια;

[ΧΑ] Ναι, με είχε καυλώσει πολύ που έφερε αντίσταση, αλλά το πάθος μου και η καύλα μου ήταν τόσο δυνατά που τον χρησιμοποίησαν σαν αντικείμενο, σαν το προσωπικό σκεύος πάνω στο οποίο βγάζω τις καύλες μου

 

Το σεξ γιορτάζεται σα μια παιγνιώδης σαδομαζοχιστική σκηνοθεσία. Η χρήση της βίας προσγειώνει μια κινηματογραφική ονείρωξη (σταρ-τραβεστί, μάχη σώμα με σώμα, απρόθυμοι στρέιτ άνδρες) μέσα σε ένα περιβάλλον οικειότητας (το πάρκο, το ψωνιστήρι, οι φίλοι). Αυτή η πρακτική δεν είναι ούτε πρωτόγνωρη, ούτε αποκλειστικά ελληνο-ναζί. Πρόκειται για μια από τις πιο παραδοσιακές (και θεμιτές μορφές) παραβατικής μυθολογίας. Το ξύλο, το άγριο σεξ, η φασιστική αισθητική [οι τιράντες, οι αρβύλες, τα δερμάτινα, ακόμη και οι σβάστικες] είναι βαθειά παραδοσιακές -- σχεδόν στερεοτυπικές – μορφές σεξουαλικής ελευθεριακότητας: Μετατρέποντας την υποταγή, το μίσος και τον αυτο-εξευτελισμό σε ηδονιστικό παιχνίδι, η S/M κουλτούρα, εδώ και χρόνια, εξορκίζει τη συμβολική δύναμη του φασισμού. Καθώς ο ναζί μεταμορφώνεται σε σεξουαλικό εξάρτημα, ό,τι κάποτε βιώθηκε ως τρόμος, επιστρέφει σα χάδι. Πρόκειται φυσικά μόνο για ένα genre φετιχισμού. Σε καμιά περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο του ομοφυλοφιλικού πολιτισμού. Αποτελεί όμως μια φημισμένη σελίδα από το βιβλίο των ηδονών. Και μια από τις πιο χαριτωμένες παραλλαγές αυτού του genre ενσαρκώνεται χαρούμενα στη φιγούρα του Έλληνα κάφρου.

Εδώ και χρόνια η λαϊκή/μαζική κουλτούρα παράγει έκρυθμες φαντασιώσεις γύρω από το ασύδοτο--political in-correct--σεξουαλικό ταπεραμέντο του μπάρμπα από την επαρχία, του ταξιτζή, του φορτηγατζή, του μπάτσου-- δηλαδή όλων εκείνων των επαγγελματικών ομάδων που σήμερα θεωρούνται άτυπα ως κύριες δεξαμενές ψήφου, ήθους και ύφους της Χρυσής Αυγής. Αυτά εγχώρια στερεότυπα ανταγωνίζονται σε αίγλη ασυδοσίας, τo bondage ηδονισμό της Δύσης (δηλαδή τους μεσήλικες γιάπηδες που περιφέρονται σα στιλιστικές κονσέρβες [δερμάτινα, καρφιά, αλυσίδες] στα sex-πάρτι του Λονδίνου και τη Νέας Υόρκης). Η σεξουαλική απόλαυση της ελληνικής καφρίλας είναι ένα από τα πιο εκστατικά και υπερμοντέρνα δώρα του νε-ελληνικού πολιτισμού. Έπικοινωνεί έντονα με τη mainstream κουλτούρα μέσα από πολιτισμικό μοτίβο ‘Greek-καμάκι’ κτλπ.

Πέραν της γραφικότητας, είναι σχεδόν κοινό μυστικό για πολλούς gay ευζωιστές, ότι κανένα πάρτι στο Παρίσι ή στο Λονδίνο, δε συγκρίνεται με τον ερωτικό εξωτισμό που προσφέρει  ο συνδυασμός χαζό-μαγκιάς, χυδαιότητας και σοφίας του ταξιτζή-με-το-κομπολόι. Πρόκειται για ένα περιστασιακά ομο-ερωτικό ζώου που τώρα πια συναντά κανείς κυρίως στις μεσογειακές επαρχίες ή στην Aνατολική Ευρώπη. Αυτός ο τύπος κυλιόμενου, ‘flaneur-κωλομπαρά’ φαντάζει πια σα μια ιστορική ανορθογραφία – ένα προϊόν που φωσφορίζει σαν εξωτικό φρούτο μέσα στο σούπερ μάρκετ των σύγχρονων σεξουαλικών φαντασιώσεων. Η φιγούρα του προσδίδει μια αύρα ‘άγριας αυθεντικότητας’  σε ό,τι ο σύγχρονος gay μπορεί να αγγίζει μόνο σαν ένα μυθικό εμπόρευμα ή σα μια οπτική ψευδαίσθηση από το παρελθόν. Ιδωμένος μέσα από αυτήν την προοπτική, ο Έλληνας κάφρος μοιάζει με μια τσόντα που κλωτσήθηκε αγρίως έξω από την οθόνη, ένα πορνογράφημα που άφησε τον κόσμο της εμπορικής νομιμότητας για διαχυθεί στο χάος της ιστορικής ζωής.

Η επέμβαση της Χρυσής Αυγής μέσα σε αυτό το σύστημα σεξουαλικών φαντασιώσεων προκάλεσε μια ιδεολογική αντιστροφή. Πριν είχαμε τη μετατροπή της καφρίλας σε σεξουαλικό παιχνίδι. Τώρα βιώνουμε τη μετατροπή του σεξουαλικού παιχνιδιού σε ναζισμό. Η σεξουαλική βία μετουσιώνεται σε κοινωνική βία. Και όλο αυτό γίνεται με έναν τρόπο κυνικό, κανιβαλικό και απροσχημάτιστο.  Να τι λέει ο ‘φίλος’ μας για το ηθικό πρόσημο της βίας:

 

(εγώ) Όταν πλάκωνες τους ανθρώπους δεν το μετάνιωνες ποτέ;

[ΧΑ]Όχι δεν είχα ενοχές, το έκανα για να βγάλω το θυμό που είχα μέσα μου

(εγώ) Είχες μοιραστεί αυτήν την ιδέα (περί θυμού) με άλλους; Αισθάνονται και άλλοι έτσι;

[ΧΑ] Εγώ όταν έχω θυμό, τον βγάζω σε ένα τρίτο τυχαίο, ο καθένας το κάνει για τους δικούς του λόγους

(εγώ) Δε τους συζητάτε;

[ΧΑ] Άλλος το κάνει γιατί είναι ψυχικά διαταραγμένος, άλλος για να βγάλει τα απωθημένα του, άλλος γιατί έτσι νιώθει δυνατός, απλώς γίνεται η πράξη, επισήμως υπάρχει όμως μια δικαιολογία, η βιτρίνα. το εθνικό καλό

(εγώ) Όταν συμμετέχεις στη βία αισθάνεσαι ότι υπάρχει ένα άλλο άσχετο μη-ιδεολογικό κίνητρο μέσα σου;

[ΧΑ] Φυσικά, δεν είμαι κουτός, έχω πλήρη συνείδηση του τι κάνω και γιατί το κάνω. Και σίγουρα ξέρω ότι το εθνικό καλό είναι στην ουσία προπέτασμα, κατάλαβες παλιόπουστα;

(εγώ) Οι άλλοι το έχουν εκφράσει έτσι ποτέ; το έχουν διατυπώσει όπως εσύ τώρα;

[ΧΑ] Οι περισσότεροι όχι, είναι minions, άβουλα πιόνια στο πολιτικό παιχνίδι του Μιχαλολιάκου που εξυπηρετεί το ευρύτερο σύστημα.

(εγώ) Εσύ που το κατανοείς όλο αυτό όμως, πως συνεχίζεις να το απολαμβάνεις;

[ΧΑ] Ακριβώς επειδή το κάνω συνειδητά

(εγώ) Δηλαδή το βλέπεις ως παιχνίδι ως θεατρικό χόμπι, ως ψυχική απόλαυση;

[ΧΑ] Ως εκτόνωση

 (εγώ) Συστήθηκες ως αντι-ναζιστής.

[ΧΑ] Κατά βάθος είμαι αντι-ναζιστής.

(εγώ) Είσαι αντιναζιστής ιδεολογικά/διανοητικά, αλλά συμμετέχεις στη βία όπως κάποιος κάνει σεξ; Επειδή είναι ερεθιστικό; Αυτό εννοείς;

[ΧΑ] Είναι κατά κάποιο τρόπο μια μορφή εκτόνωσης συναισθημάτων. Φορτίζομαι συναισθηματικά, το έχω αυτό.

(εγώ) Αλλά αν έχεις τέτοια ιδεολογική αντίληψη πως μπορεί και λειτουργεί η εκτόνωση; Το λογικό θα ήταν να εκτονώνεσαι σπάζοντας κεφάλια χρυσαυγιτών.

[ΧΑ]Είναι όπως όταν τραβάς μαλακία. Με τους χαίτες έχω ιδεολογικό άλλοθι

(εγώ) Το οποίο όμως δεν ενστερνίζεσαι

[ΧΑ]Δεν έχει να κάνει

(εγώ) Δε σου έχει έρθει απλώς να πλακώσεις τους χρυσαυγίτες; Να σιχαθείς αυτούς για τη βλακεία τους; Και αυτό εκτόνωση είναι

[ΧΑ] Δε συμφέρει


Τι καταμαρτυρούν οι παραδοξότητες του παραπάνω διάλογου και ειδικά οι δηλώσεις του τύπου ‘ξέρω καλά ότι οι φασίστες είναι πολιτικά πιόνια, αλλά συμμετέχω γιατί με εκτονώνει: είμαι αντιναζιστής αλλά ναζιστής’; Ότι σε αντίθεση με τη σχηματική ανάλυση πολλών εμβριθών αναλυτών, η βαρβαρότητας δεν είναι (απαραίτητα) μια α-συνείδητη εμπλοκή με το φρικαλέο: η κτηνωδία δεν είναι το προϊόν μια ιδεολογικής πλάνης. Είναι κάτι περισσότερο από αυτό που περιέγραψε η Χάρα Αρεντ ως μπαναλιτέ του κακού (το κακό σα μια ρουτίνα σαδισμού, εκτελεσμένη από υπαλλήλους βυθισμένους σε μια νιρβάνα ορθολογικής βαναυσότητας). Σε αυτό το δράμα  υπάρχουν παίκτες που αναγνωρίζουν καθαρά τον ηθικό κανιβαλισμό της πράξης τους. Τοποθετούν αυτόν τον πολιτικό πρωτογονισμό πάνω σε μια αφροδισιακή βάση: η κακία είναι σέξι, διασκεδαστική και εκτονωτική. Επομένως το διαβολικό στοιχείο είναι συνειδητό. Για την ακρίβεια η γνώση του κακού βιώνεται ως απόλαυση. Δεν είναι μόνο μια εθνική φοβία ή μια χειρονομία απόγνωσης. Είναι ένα ‘γυμνό γεύμα’ καύλας, μια ολοκληρωτική γιορτή ενστίχτου.

 

Πολλοί αναρωτιούνται πώς γίνεται η ομοφυλοφιλία να συμφιλιώνεται με τη Χρυσή Αυγή, εφόσον το καταστατικό της την καταδικάζει απερίφραστα; Μα ακριβώς επειδή πρόκειται για ένα θέατρο ενστίχτου. Η καύλα βιώνεται σαν ένα παιχνίδι ρόλων, μια παράσταση που λαμβάνει χώρα έξω από το παλκοσένικο της κρεβατοκάμαρας ή τα exclusive rooms ενός sex club. Αντί για την μίμηση μιας κακοποίησης (του slave από ένα master) -- ή το κωλομπάρεμα ενός gay από ένα Έλληνα τσομπάνη (που ούτε  ξέρει, ούτε σέβεται τα δικαιώματα των gay)-- η βιαιότητα (υλική και ιδεολογική) φοριέται ως ένα αγιοστέφανο λαγνείας: ο εραστής απευθύνεται στο στόχο, όπως ένα θύτης στο θύμα του. Ο ανορθολογισμός, το μίσος και η ασυδοσία λειτουργούν σαν κάλεσμα σε βακχικό όργιο, μια performance αυτο-θεοποίησης. ΄Οσο πιο αντι-gay, τόσο πιο δημοφιλής στους gay. Η τάση του συνομιλητή μου να με αποκαλεί πούστρα, καριόλα κτλπ αποτελεί ένα παραληρηματικό παράδειγμα αυτής της τεθλασμένης γεωμετρίας καύλας και θεατρινισμού. Μερικές στιγμές ο λόγος του βγαίνει εντελώς εκτός ελέγχου, ανακατεύοντας σκυλάδικες ατάκες με μανιφέστα ανεστραμμένης ηθικής,  σαν να βάζει στο μίξερ Σφακιανάκη με Ζαν Ζενέ και Μαρκήσιο Ντε Σαντ. Ορίστε μερικά πιπεράτα αποσπάσματα για το τέλος.

 

[ΧΑ] Πάρε με τώρα, καίω ολόκληρος από έρωτα

(Εγώ) Για ποιον;

[ΧΑ] Για έναν

(Εγώ) Ζωγράφισε τον έρωτα σου σε ένα χαρτί και θα περάσει

 [ΧΑ] Άντε γαμήσου, γαμιέσαι, μουνόπανο, σε[sic] εξομολογούμαι τον έρωτά μου κι εσύ με δουλεύεις, σου λέω αυτό που έκανα, παπάρι. πάρε με τηλέφωνο. Να με κάνεις να νιώσω καλύτερα. Είσαι 090

(εγώ) Εμ, δε μπορώ να το κάνω αυτό

[ΧΑ] Γαμιέσαι τότε

(Εγώ) Καληνύχτα

[ΧΑ] Κάνε μα χειρότερα απ 'ό,τι είμαι αυτός είναι ο ρόλος σου, παλιοπουτανάκι του καπιταλισμού. Γαμημένη, καριόλα, σε γαμάω, πουτανάκι

(Εγώ) Δε με καυλώνεις έτσι όμως, αν αυτός ειναι ο στόχος σου δηλαδή

[ΧΑ] Θέλω να σε γαμήσω ακάποτα και να χύσω μέσα σου, μέσα στην κωλοτρυπίδα σου

(Εγώ) Είσαι όμως θαυμάσιος σεναριογράφος

[ΧΑ] Γουστάρεις καριόλα;

(εγώ) Όχι, διασκεδάζω όμως, μου δίνεις πολύ υλικό

[ΧΑ] Υλικό προς αυνανισμό;

(εγώ) Όχι για θέαμα

[ΧΑ] Παλιοπουτάνα

 

(εγώ) Εσένα σε έχουν γαμήσει ποτέ;

 

[ΧΑ]Όχι, καριόλα

 

(εγώ) Δε το πιστεύω

 

[ΧΑ] Εσένα παλ-ι-όπουστα;

 

(εγώ) Πάντως στη φωτογραφία μοιάζει με κλασικό γκέι, φέρνεις κάτι από το Μελισσανίδη

 

[ΧΑ] Σκάσε γαμιόλα, γαμιέσαι καριόλα

 

[...]

 

[ΧΑ]Θέλω να σου κάνω έρωτα και μόλις τελειώσουμε να σε μαχαιρώσω. Στην καρδιά. ΄Ηδη αισθάνομαι τη μοναδική αίσθηση του να προσπαθείς να ξεφύγεις κι εγώ να στέκομαι από πάνω σου και να χώνω το μαχαίρι πιο βαθιά

(εγώ) Μαχαίρι είναι η πούτσα στη γλώσσα των τραβεστί. Ένα άρλεκιν είσαι. Τα λες αυτά και καυλώνουν οι νεότεροι. Εγώ είμαι κάπως αλλού. Γενικά η actual βία δε με αρέσει. Και δε μπορώ το θάνατο. Η ιδέα ότι πλάσματα με πούτσο πεθαίνουν με στεναχωρεί

[ΧΑ] Κάποια στιγμή θα πεθάνεις έτσι κι αλλιώς. Γιατί να μην έχεις αυτόν τον μεγαλοπρεπή θάνατο;

(εγώ) Δεν είναι μεγαλοπρεπής. Δεν έχει έκσταση μέσα του. Είναι κλισέ και αντιγραφή. Σαν παλιό ροκ. Εγώ είμαι μοντέρνος άνθρωπος. Μοντέρνος προλετάριος. 

 

Η βία στον παραπάνω διάλογο είναι αξεδιάλυτη από τη διέγερση της φαντασίας: ο φασισμός εδώ είναι η υιοθέτηση αιματηρών ρόλων, η ατελείωτη θεατρικοποίηση της ζωής. Όπως ακριβώς ένα χεβι-μεταλάς ντύνεται σατανιστής, έτσι και ο χρυσαυγίτης ντύνει την ερωτικότητα με τα κλισέ των ποιητικών του εμμονών (μεγαλοπρεπής θάνατος, μαχαίρια, καρδιά). Η ελαφρότητα της κατάστασης δεν αναιρεί το διάχυτο σκοταδισμό της. Το όριο ανάμεσα στη φρίκη και τη διακωμώδηση της δεν είναι ασφαλές και αδιαπέραστο. Δεν  πρόκειται για μια ποπ τσιχλόφουσκα που υποδύεται τον Κόναν. Η ευκολία με την οποία ένας ‘φιλικός διάλογος’ μεταστρέφεται σε σεξιστικό βρισίδι αντανακλά την ευκολία με την οποία η πολιτική συμπεριφορά μετουσιώνεται σε ζωικό ένστιχτο. Η διαφορά ανάμεσα στη χαζομάρα και την τραγωδία είναι πιο εύθραυστη από ποτέ.

 

_____

O Aλέξανδρος Παπαδόπουλος είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ