Την προηγούμενη Κυριακή, στα βαφτίσια της ανηψιάς μου, ενώ τρώγαμε καταπληκτική γουρουνοπούλα που είχε έρθει από την Πελοπόννησο, η Κυβέλη είπε «είναι φοβερό το πόσο αλλάζει το πώς τρως όταν παντρεύεσαι.»

 

 

Στην αρχή δεν κατάλαβα αλλά μετά μου είπε το παράδειγμα ενός Άγγλου που παντρεύτηκε Ελληνίδα στην Αγγλία. Όταν τον γνώρισε το μόνο που έτρωγε αυτός ήταν μακαρόνια. Δεν είχε φάει ποτέ στη ζωή του κοτόπουλο. Ναι, κοτόπουλο! Η γυναίκα του σιγά σιγά του έμαθε τα φρούτα, μετά τα ωμά λαχανικά, και μετά από μερικά ταξίδια στην Ελλάδα έμαθε να τρώει τα πάντα, και όταν λέμε τα πάντα, εννοούμε και τη μαγειρίτσα.

 

 

 

Τέλος καλό, όλα καλά γι’ αυτό το ζευγάρι, αλλά δεν είναι όλοι τόσο τυχεροί. Όταν παντρεύεσαι παίρνεις μαζί και μία οικογένεια με συνήθειες και εκτός από τις προφανείς επιπτώσεις έχεις και το φαγητό. Το πρόβλημα το έχουν συνήθως οι γυναίκες, γιατί αυτές μαγειρεύουν. Οι άντρες έχουν μάθει ένα τρόπο από τη μαμά τους και δύσκολα θα δεχτούν ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος. Κι αυτή δεν είναι η πιο δύσκολη περίπτωση: οι δύσκολοι είναι αυτοί που (άντρες ή γυναίκες) κατά βάθος πιστεύουν ότι οι παραξενιές στο φαγητό τους κάνουν εκλεπτυσμένους. «Α, εγώ τις μπάμιες δεν τις τρώω! Ούτε το αρνί, μου μυρίζει, ούτε τις ντομάτες, εκτός κι αν δεν έχουν μέσα τα σπόρια, δε μπορώ τα σπόρια, με γαργαλάνε. Επίσης με το ξίδι πνίγομαι, δεν τρώω ξίδι, ούτε ψάρι. Δεν έχω φάει ποτέ ψάρι!» και σε κοιτάνε προκλητικά, εννοώντας «εγώ είμαι λεπτεπίλεπτος άνθρωπος, όχι σαν κι εσένα, που σαβουρώνεις τα πάντα, βλαχάκι.»

 

 

Δε φαντάζονται ότι αυτές οι παραξενιές δεν τους κάνουν Μαρίες Αντουανέτες αλλά κάτι πολύ πιο ταπεινό: Δύσκολους. Είναι μεγάλο πρόβλημα οι Δύσκολοι στο φαγητό. Ειδικά αν είναι  οι σύζυγοι. Που δεν ξέρουν να μαγειρεύουν. Αλλά αυτό είναι αξίωμα: οι Δύσκολοι δεν ξέρουν να μαγειρεύουν.

 

 

Οι Δύσκολοι από την άλλη ικανοποιούνται απολύτως με πράγματα όπως προτηγανισμένες τηγανιτές πατάτες, με σοκολάτα οποιασδήποτε ποιότητας, με κρουασάν περιπτέρου, με λασπωμένα μακαρόνια, με λιγδιασμένες τυρόπιτες από τυχαίους φούρνους. Τρώνε μπιφτέκια, ίσως κοτόπουλο –όχι το μπούτι, το στήθος, κατεψυγμένες κροκέτες, παλιομοδίτικες πάστες, οποιοδήποτε σιροπιαστό. Στον φραπέ (αν πίνουν) βάζουν δέκα κουταλιές γάλα και κρέμα γάλακτος επειδή βασικά δεν τους αρέσει η γεύση του καφέ αλλά νομίζουν ότι τους ξυπνάει (δεν πίνουν εσπρέσσο, επειδή "είναι δυνατός" και σε κοιτούν χαμογελώντας στραβά όταν τους λες ότι ο ΦΡΑΠΕΣ είναι χειρότερος).

Αλκοόλ δεν πίνουν «α, εμένα το αλκοόλ με πειράζει» επειδή ακόμα πιστεύουν ότι είναι λεπτεπίλεπτοι, αλλά πίνουν σφηνάκια στα μπαρ για να πουν μετά ότι τους πείραξε κι όταν τους βολεύει ξεχνούν ότι και το κρασί είναι αλκοόλ. Όταν τρώνε σε ξένο σπίτι ξεχωρίζουν με προσοχή ό,τι δεν αναγνωρίζουν αφού πρώτα ρωτήσουν με αηδία: "τί είναι αυτό το κόκκινο; τι είναι αυτό το πράσινο;" μαζεύοντας όλο το μαϊντανό στη μία άκρη του πιάτου με τόση προσοχή λες και πλέκουν βελονάκι κι αν καταλάθος φάνε μία μπουκιά μαϊντανό θα πέσουν ξεροί με αφρούς. Δεν υποψιάζονται ότι γίνονται αγενείς. Συνεχίζουν να πιστεύουν ότι έχουν προτιμήσεις.

 

 

Όταν μία Δύσκολη παντρευτεί έναν Δύσκολο αφενός είναι σίγουρο ότι η Γαστρονομία δεν θα προχωρήσει ούτε χιλιοστό αλλά από την άλλη ο γάμος δεν θα κινδυνέψει στο τραπέζι: η καθημερινότητα θα έχει πολύ ντελίβερι, πολύ λάδι και συντόμως πολλά κιλά παραπάνω, για τα οποία ο ένας Δύσκολος θα κατηγορεί τον άλλο. Και οι δύο θα λένε στους φίλους τους «φταίει ο μεταβολισμός μου», «δεν τρώω τίποτα το βράδυ» ,  «παχαίνω από το άγχος». Και οι δύο θα συνεχίσουν να πιστεύουν ότι επειδή δεν τρώνε μπρόκολο έχουν δικαίωμα να ισχυρίζονται ότι έχουν προτιμήσεις στο φαγητό.

 

 

Και για να εξηγούμαι: εξαιρούνται αυτοί που όντως, έχουν προτιμήσεις στο φαγητό. Φυσικά και δεν είναι υποχρεωτικό να σου αρέσουν όλα (αν και, όλα μπορούν να είναι νόστιμα, αν είναι φρέσκα και έχουν μαγειρευτεί σωστά. Αν κάτι δεν σου αρέσει, είναι επειδή το έχεις φάει λάθος μαγειρεμένο). Μπορεί η μουστάρδα να σου θυμίζει μία φορά που είχες αρρωστήσει και από τότε να το σιχαίνεσαι, εγώ αυτό το έχω πάθει με το αβοκάντο που πριν το έτρωγα μετά μανίας. Για να έχεις προτιμήσεις όμως πρέπει να έχεις δοκιμάσει πρώτα. Αυτό που λένε οι μαμάδες, «φάε μία μπουκιά, κι αν δεν σου αρέσει μην το ξαναφάς» είναι  σωστό. Δοκίμασε πρώτα, αποφάσισε μετά. Μόνο που μία μπουκιά δεν αρκεί, ούτε μία προσπάθεια.

 

 

Οι προτιμήσεις στη γεύση αλλάζουν με τα χρόνια στη ζωή ενός ανθρώπου, όπως αλλάζουν οι προτιμήσεις στα ρούχα, στη μουσική, στη διακόσμηση. Όλα τα παιδιά αγαπούν τη ζάχαρη αλλά όχι όλοι οι ενήλικες. Στην εφηβεία μας αρέσουν τα έντονα χρώματα και το junk food, μετά το μίνιμαλ και το ψάρι στον ατμό. Η γεύση αλλάζει μαζί με τις εμπειρίες και μαζί με την εκπαίδευση. Μπορείς να εκπαιδεύσεις τον εαυτό σου και να μάθεις κι άλλες γεύσεις. Μπορείς να μάθεις να τρως το οτιδήποτε, γιατί όλα τρώγονται, όπως φαίνεται από τους διάφορους λαούς, τα ταμπού είναι κοινωνικοθρησκευτικά. Και γιατί να το κάνω αυτό, θα έλεγε κάποιος. Ε λοιπόν, γιατί Γνώση αποκτάς με όλες τις αισθήσεις. Κι αν δεν αναζητάς τη Γνώση με κάθε τρόπο σ'αυτή τη ζωή (τη μάταιη), πραγματικά δεν ξέρω τι νομίζεις ότι μπορεί να σου προσφέρει.