«Ερευνώντας το γαστρονομικό τοπίο βρίσκεις τις αναλογίες του με το αρχιτεκτονικό: μέτρο, ρυθμός, αναλογία, ειλικρίνεια, οκονομία, διαχείριση των υλικών. Μια πίτα είναι το αντίστοιχο ενός πολυόροφου κτιρίου. Με την τροφή είμαστε πιο εξοικειωμένοι. Σε μαθησιακό επίπεδο μπορούμε να ξεκινήσουμε από αυτή την εξοικείωση για να διδάξουμε στα παιδιά ένα άγνωστο πεδίο. Οι υποψήφιοι αρχιτέκτονες μέσα από τη διαδικασία της μαγειρικής μπορούν να κατανοήσουν με σωματικό τρόπο τα μυστικά μιας κατασκευής» λέει ο Αλέξανδρος Ψυχούλης.

 

Και οι φοιτητές του στην Αρχιτεκτονική του Βόλου μαθητεύουν με το νοστιμότερο τρόπο στον τρόπο που θα χτίζονται οι πολυκατοικίες του μέλλοντος με workshops όπου αντί να χρησιμοποιούν τη σκληρή γλώσσα των οικοδομικών υλικών, τη μεταφράζουν και την παραφράζουν μέσα από τη ζάχαρη, το αβγό, το τυρί, το σοτάρισμα και το ψήσιμο, για να βγάλουν ζεστές από το φούρνο ιδέες που τρώγονται-στο βάθος, όμως, κατοικούνται.

 

 

 

 

Στις «Μέρες Γαστρονομίας» το M.U.S.H. Rooms αγάπησε το μανιτάρι. Ρώτησε τα πάντα γι’αυτό, μυήθηκε στη μυθολογία και την πραγματικότητά του, πώς τρώγεται, πώς ψήνεται, πώς καλλιεργείται, τί αγαπάει και πώς σκέφτεται. Πέντε ομάδες με δυό παιδιά η καθεμιά, ρώτησαν παραγωγούς και γνωστούς σεφ, μετά αψήφισαν την πληροφορία και έπλασαν το δικό τους μανιτάρι να το φάμε διαφορετικό στο πιάτο.

 

Ο Βασίλης Καλλίδης περνά για μια συμβουλή, στο μάτι του διακρίνω μια γλυκιά ζήλια, πως η κοιλιά του αρχιτέκτονα-που δεν έχει ιδέα από κουζίνα-μπορεί να «κατεβάσει» μια ιδέα που έρχεται κατευθείαν από το μενού της μοριακής γαστρονομίας. Όταν κατασταλλάζει το μενού, οι φοιτητές της σχολής Le Monde έρχονται να προσθέσουν τη δική τους εμπειρία, να αγγίξει το πιάτο και τον ουρανίσκο εκτός από τον εγκέφαλό μας. Οι δυό ειδικότητες μπλέκονται σε μια δημιουργική ώσμωση, στο τέλος οι μάγειρες μιλούν σαν αρχιτέκτονες, οι αρχιτέκτονες σκέφτονται σαν μάγειρες.

 

 

 

 

Μια σκέψη κοινή, αφού «οι τρόποι που διαχειρίζεται κανείς ακατέργαστα υλικά, μπορούν εύκολα να μεταφερθούν στην αρχιτεκτονική, αν απλά σκεφτείς ένα κτίριο σαν ένα γεύμα», όπως λέει και ο D. Hambeukers. Στον τελικό, το μανιτάρι λειτουργεί σαν ατόφια πέτρα, τρίβεται σαν μαρμαρόσκονη, κολλάει σαν γύψος, λιώνει σαν μέταλλο, σπάει σαν ξύλο, διαστρωματώνεται σαν κονίαμα, τρώμε τα κτίρια.

 

Σε τρεις μέρες και πέντε πιάτα τα παιδιά αποκαθηλώνουν τον Φεράν Αντριά άθελά τους και εν αγνοία τους. Αστεράτοι σεφ και απλοί οικοδόμοι, ταυτόχρονα. Φάγαμε τα μανιταρόσπιτά τους ελπίζοντας κάποτε να τα κατοικήσουμε.