Η «ΘΕΤΙΚΗ ΑΤΖΕΝΤΑ» και το «ήρεμο καλοκαίρι» ήταν οι φράσεις με τις οποίες η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να επικοινωνήσει την πολιτική της στα ελληνοτουρκικά τις προηγούμενες μέρες και ως εκ τούτου αυτές κυριάρχησαν και στα σχετικά ρεπορτάζ. Η αισιοδοξία που εμφανίζει δημοσίως η κυβέρνηση, όμως, προκύπτει κυρίως από το γεγονός ότι έχει βάλει πολύ χαμηλά τον πήχη

 

Διεθνείς αναλυτές και διπλωμάτες επισημαίνουν ότι η Τουρκία αυτή την περίοδο είναι πιο αδύναμη από ποτέ στα τελευταία πολλά χρόνια. Το ίδιο φυσικά και ο ηγέτης της. 

 

Η πίεση που δέχεται η τουρκική οικονομία και το νόμισμά της, το στρίμωγμα από τις ΗΠΑ για τους S-400, οι αποκαλύψεις του Τούρκου μαφιόζου Σεντάτ Πεκέρ που ρίχνουν κι άλλο τη δημοτικότητα του Ερντογάν, και η απεγνωσμένη ανάγκη του για οικονομική βοήθεια από την Ευρώπη δημιουργούν για πολλούς μια ιδανική συγκυρία για την Ελλάδα ώστε να θέσει με αποφασιστικό τρόπο τις κόκκινες γραμμές της και να αναγκάσει την Τουρκία να συμμορφωθεί με το διεθνές δίκαιο. 

 

Όλοι γνωρίζουν ότι ο Τούρκος Πρόεδρος παριστάνει τον μεταμελημένο μέχρι να περάσει και η Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε. και να τακτοποιήσει τις «εκκρεμότητες» με τον Πρόεδρο Μπάιντεν. Ο Ερντογάν επιβεβαίωσε άλλη μια φορά ότι προτιμά τη διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο κρατών και δεν επιθυμεί τα ελληνοτουρκικά να μετατραπούν σε ευρωτουρκικά, δηλαδή αυτό που αποτελεί τη βασική επιδίωξη της ελληνικής κυβέρνησης.

 

Η Ελλάδα ωστόσο, ακόμα και σε αυτήν τη δύσκολη φάση για την Τουρκία και τον Ταγίπ Ερντογάν, με σχετικά ευνοϊκή τη διεθνή συγκυρία για εκείνη, φαίνεται να αδυνατεί να πετύχει κάποια διπλωματική νίκη. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και η άρση της απειλής πολέμου από την Τουρκία δεν μοιάζει να αποτελεί έναν επιτακτικό στόχο για τις ελληνικές κυβερνήσεις, καθώς η ελληνική διπλωματία προσπαθεί να παίζει μόνο κατενάτσιο, χωρίς να απαιτεί την παύση των παράνομων ενεργειών με απόλυτα ξεκάθαρο και άμεσο τρόπο. 

 

Η Ελλάδα δεν θέτει αποφασιστικά ούτε στην Ε.Ε. το θέμα της άρσης του (μοναδικού σε κράτος-μέλος) casus belli, ενώ ο Ερντογάν καλλιεργεί μεθοδικά το εθνικιστικό αφήγημα περί «γαλάζιας πατρίδας», μέσα από το οποίο διεκδικεί το μισό ελληνικό Αιγαίο. Και δεν πτοείται από τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται και τους ισχυρούς παίκτες που έχει απέναντί του (ΗΠΑ, Γαλλία, Ισραήλ κ.ά.). Αντιθέτως, η Τουρκία προσπαθεί να κρύψει την αδυναμία της και να πλασαριστεί ως περιφερειακή δύναμη που προσφέρεται να κάνει για λογαριασμό της Δύσης τις «βρόμικες» δουλειές στη μέση Ανατολή. Πάντα με αντάλλαγμα φυσικά. 

 

Θέατρο και χαμηλή πολιτική 

erdogan-biden
Ο Ερντογάν, που πριν λίγο καιρό καταφερόταν κατά των ηγετών της Ε.Ε. και των ΗΠΑ, χαρακτηρίζοντας ψυχοπαθή τον Μακρόν, υποστηρίζοντας ότι ο Μπάιντεν έχει αίμα στα χέρια του και λέγοντας για τον Μητσοτάκη ότι δεν θέλει να μιλήσει μαζί του, ήταν ένας άλλος στη σύνοδο των Βρυξελλών, αγνώριστος. Φωτ.: EPA

 

Αυτό που είδαμε στη σύνοδο του ΝΑΤΟ ήταν έναν Ερντογάν που έμοιαζε με την ηρωίδα του Σαίξπηρ στην κωμωδία Το ημέρωμα της στρίγγλας και στον ρόλο του Πετρούκιου τον Τζο Μπάιντεν. 

 

Ο Ερντογάν, που πριν λίγο καιρό καταφερόταν κατά των ηγετών της Ε.Ε. και των ΗΠΑ, χαρακτηρίζοντας ψυχοπαθή τον Μακρόν, υποστηρίζοντας ότι ο Μπάιντεν έχει αίμα στα χέρια του και λέγοντας για τον Μητσοτάκη ότι δεν θέλει να μιλήσει μαζί του, ήταν ένας άλλος στη σύνοδο των Βρυξελλών, αγνώριστος. 

 

Ο «μεταμορφωμένος» Ερντογάν χαρακτήρισε «καλή συζήτηση» τον διάλογο που είχε με τον Μητσοτάκη και «πολύ εποικοδομητική» τη συνάντηση με τον Μπάιντεν. Στο ίδιο κλίμα μίλησε και για τον Εμανουέλ Μακρόν. Αυτή ήταν η πιο διπλωματική κι εγκρατής συμπεριφορά που μπορούσε να επιδείξει και ήταν προφανές ότι έκανε πολύ μεγάλη προσπάθεια. Κανείς από τους αναλυτές που παρακολουθούν την πορεία του Ερντογάν δεν έχει αμφιβολία ότι επρόκειτο περί θεάτρου, προκειμένου να πάρει αυτά που θέλει και να βγει από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί. 

 

Σε αυτές τις συναντήσεις κορυφής, πάντως, κανείς δεν περιμένει να λυθούν τα μεγάλα προβλήματα. Άλλωστε οι πραγματικές διαπραγματεύσεις διεξάγονται στο παρασκήνιο και σε κατώτερο επίπεδο. Οι ηγέτες συνήθως απλώς επικυρώνουν ειλημμένες αποφάσεις. 

 

Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας ασχολούνται εδώ και καιρό με τη «θετική ατζέντα», δηλαδή τα θέματα χαμηλής πολιτικής που δεν δημιουργούν εντάσεις, όπως προγράμματα οικονομικής και περιβαλλοντικής συνεργασίας, την ατμοπλοϊκή σύνδεση Θεσσαλονίκης - Σμύρνης, τη σιδηροδρομική σύνδεση Θεσσαλονίκης - Κωνσταντινούπολης, την αναγνώριση των εθνικών πιστοποιητικών κατά της COVID-19 κ.λπ. 

 

Η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν 

erdogan-mitsotakis
Η Ελλάδα ωστόσο, ακόμα και σε αυτήν τη δύσκολη φάση για την Τουρκία και τον Ταγίπ Ερντογάν, με σχετικά ευνοϊκή τη διεθνή συγκυρία για εκείνη, φαίνεται να αδυνατεί να πετύχει κάποια διπλωματική νίκη. Φωτ.: Eurokinissi

 

Όλοι γνωρίζουν ότι ο Τούρκος Πρόεδρος παριστάνει τον μεταμελημένο μέχρι να περάσει και η Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε. και να τακτοποιήσει τις «εκκρεμότητες» με τον Πρόεδρο Μπάιντεν. Ο Ερντογάν επιβεβαίωσε άλλη μια φορά ότι προτιμά τη διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο κρατών και δεν επιθυμεί τα ελληνοτουρκικά να μετατραπούν σε ευρωτουρκικά, αυτό που αποτελεί δηλαδή τη βασική επιδίωξη της ελληνικής κυβέρνησης. «Όταν υπάρχει ένα ζήτημα, μπορούμε να το λύσουμε οι δυο μας στο τηλέφωνο» είπε ο Ταγίπ Ερντογάν, αναφερόμενος στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αυτή είναι η πάγια στρατηγική της Άγκυρας, αντίθετη φυσικά με τη στρατηγική της Αθήνας. Για αυτό ο Ερντογάν διαμαρτύρεται συχνά και γκρινιάζει ότι την Ελλάδα τη σώζει και την προστατεύει συνεχώς η Δύση, με προφανείς υπαινιγμούς που παραπέμπουν και στη νεότερη ιστορία της. 

 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον συνάντησε χωρίς να έχει μεγάλες προσδοκίες. Οπότε, με χαμηλωμένο τον πήχη και την πίεση των ΗΠΑ να δουλεύει (και) υπέρ της Ελλάδας, ο Ερντογάν φαίνεται να συναίνεσε στο «ήρεμο καλοκαίρι», με όση αξιοπιστία μπορεί να έχει η συναίνεσή του. Η προσωπική συμπεριφορά του, πάντως, ήταν πιο συγκαταβατική από εκείνη του περασμένου Φεβρουαρίου, όταν του διεμήνυε να γνωρίζει τα όριά του γιατί αλλιώς θα γνωρίσει καλά «τους τρελούς Τούρκους». 

 

Η κυβέρνηση ωστόσο επιχαίρει για το μίνιμουμ κι ας μην είναι ούτε αυτό δεδομένο και, σύμφωνα και με την Ντόρα Μπακογιάννη, αυτή την περίοδο το ζητούμενο είναι η «μη κρίση»

 

Κυβερνητικά στελέχη παρουσιάζουν επίσης ως επιτυχία ότι στο Κοινό Ανακοινωθέν της Συνόδου των 50 σελίδων υπήρξε μία μικρή αναφορά στην παράγραφο 2, σύμφωνα με την οποία οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ συμφωνούν «να ενισχύσουν τις διαβουλεύσεις όταν η ασφάλεια ή η σταθερότητα απειλείται ή όταν οι θεμελιώδεις αξίες και αρχές μας βρίσκονται σε κίνδυνο».

 

Καμία ουσιαστική πρόοδος στα ελληνοτουρκικά

Η συνάντηση των δύο ηγετών διήρκησε περίπου 50 λεπτά και αυτό που μάθαμε ήταν ότι συμφώνησαν στη διατήρηση του μηχανισμού που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στα δύο επιτελεία, καθώς και στη διατήρηση των επαφών των συμβούλων τους, Σουρανή και Καλίν. Γνωρίζουμε ότι Ερντογάν έβαλε μια μεγάλη γκάμα θεμάτων, όπως το συνηθίζει, μαζί με τις «εμμονές» του περί παράδοσης «τρομοκρατών» (όπως αποκαλεί τους γκιουλενιστές πρώην υποστηρικτές του, τους Κούρδους και τους αριστερούς αντικαθεστωτικούς) αλλά τα περισσότερα και τα πιο σημαντικά από αυτά που ειπώθηκαν δεν έγιναν γνωστά.

 

«Έσπασε ο πάγος», όμως, όπως μας ενημέρωναν διπλωματικές πηγές της κυβέρνησης, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Κάποιοι σύμβουλοι του πρωθυπουργού παραμένουν εξαιρετικά αισιόδοξοι, παρά τις συνεχιζόμενες προκλήσεις και την άρνηση της Άγκυρας να υποχωρήσει στο παραμικρό, και φαίνεται να τον ενθαρρύνουν «να οικοδομήσει με τον Ερντογάν μια σχέση εμπιστοσύνης, για να αποφεύγονται οι παρεξηγήσεις». 

 

Ο Ταγίπ Ερντογάν στο πρόσφατο παρελθόν θεωρούσε ότι θα είχε μια καλή σχέση και συνεργασία με τον Τσίπρα, σύμφωνα με όσα έχει πει, όμως «στράβωσε» μαζί του όταν δεν του έστειλε τους οκτώ καταζητούμενους Τούρκους στρατιωτικούς, που αποκαλεί «πραξικοπηματίες» παρά τις δηλώσεις που είχαν κάνει τότε Κοτζιάς και Τσίπρας, αδυνατώντας να αντιληφθεί ότι για το θέμα αυτό αποφάσισε η δικαιοσύνη και δεν ήταν στην αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας. Στη συνέχεια απογοητεύτηκε και από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, καθώς τον περίμενε πιο «ρεαλιστή» στα ελληνοτουρκικά. Η πολιτική της κυβέρνησης στον Έβρο τον ενόχλησε, το ίδιο και η μεταναστευτική πολιτική με την αυστηροποίηση των ελέγχων των θαλασσίων συνόρων στο Αιγαίο. Η μείωση των μεταναστευτικών ροών, με τις οποίες εκβιάζει την Ευρώπη, του στερούν ένα σημαντικό για αυτόν μέσο, οπότε είναι αναμενόμενο να αντιδρά.

 

Οι ΗΠΑ απαιτούν υποχώρηση του Ερντογάν 

Ο Ερντογάν μπορεί να ισχυρίστηκε ότι «δεν υπάρχει κανένα θέμα μεταξύ της Τουρκίας και των ΗΠΑ που δεν μπορεί να επιλυθεί» αλλά στην ουσία δεν έπεισε κανέναν, καθώς, παρά τις υποσχέσεις που μοίρασε σε όλους, δεν φάνηκε πρόθυμος να κάνει καμία ουσιαστική υποχώρηση και οι ΗΠΑ φαίνεται ότι θα επιμείνουν μέχρι να την κάνει. 

 

Ούτε ο ίδιος εμπιστεύεται τους Αμερικανούς (και ειδικά τον Μπάιντεν), άλλωστε αυτός ήταν από τους βασικούς λόγους που συμμάχησε με τη Ρωσία, παρά τα αντίθετα συμφέροντα που έχουν σε πολλές περιοχές, όπως στην Ουκρανία, την Αρμενία, τη Συρία, τη Λιβύη κ.ά. Παρ’ όλα αυτά, εκείνο που εξακολουθεί να πουλάει στη Δύση είναι ότι εκείνος μπορεί να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στις περιοχές αυτές. 

 

Η απρόβλεπτη προσωπικότητα του Ερντογάν, όμως, δεν εμπνέει καμία εμπιστοσύνη στο επιτελείο του Μπάιντεν, γι’ αυτό και δεν βασίζεται ιδιαίτερα στον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Τουρκία όσο εκείνος παραμένει ηγέτης της. 

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.