ΤΟ ΚΑΤΑΦΕΡΑΜΕ ΚΙ ΑΥΤΟ, με την δύναμη της διασύνδεσης, της διασποράς και της καταγγελίας που προσφέρουν με το αζημίωτο τα social media. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να γίνει διάσημο ένα πρόσωπο όπως η κυρία Λατινοπούλου – που μέχρι προχθές αγνοούσαμε την ύπαρξή της –  πολύ πιο πέρα από το στάνταρ ποιμνίο που έχει κερδίσει ως influencer και ως φιλόδοξη πολιτεύτρια της νέας, ανανεωμένης δεξιάς του χειρίστου είδους. Όχι, μπράβο μας. Παραφράζοντας ένα παλαιότερo σλόγκαν για τις υπερφυσικές ιδιότητες των Μέσων γενικώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα social media είναι μαγικά: κάνουν τα τρολ ανθρώπους και τους ανθρώπους τρολ. 

 

Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για πραγματικό πρόσωπο ή για κατασκευή, αν το τρολ  είναι έμμισθο ή άμισθο, ψευδώνυμο ή επώνυμο, στρατευμένο ή μη. Η δουλειά του, το χόμπι του, το βίτσιο του, δεν είναι το άνοιγμα διαλόγου, είναι η προβοκάτσια, στην οποία εμείς αντανακλαστικά τσιμπάμε πριν την φάμε αμάσητη. Δεν έχει σημασία αν η πρόκληση είναι αληθινή ή ψευδής, ούτε το αν έχουμε δίκιο (πάντα έχουμε, εξάλλου). Ο χλευασμός καταλήγει πάντα εις βάρος μας, εμάς των αθώων χρηστών που προκειμένου να διακηρύξουμε για άλλη μια φορά την ηθική και ιδεολογική μας ανωτερότητα, λειτουργούμε ως διακινητές πάσης φύσεως μισαλλόδοξων σπαραγμάτων –  υλικό με το οποίο χτίζονται πλέον οι καριέρες των «αμφιλεγόμενων» σταρ της σύγχρονης αντίδρασης. Και επίσης στρώνουμε τον δρόμο για τον εξαγνισμό και την αναβάθμιση κάθε φαιδρής τηλεπερσόνας που μυρίζεται ψητό και μπαίνει στο κόλπο πουλώντας τρεντίλα και ευαισθητοποίηση.  

 

Όλοι έχουμε ανάγκη να κράξουμε, να καταγγείλουμε, να ρίξουμε νερό στο μύλο μιας γενικευμένης και αέναης «μανούρας». Γι’ αυτό και συχνά την πατάμε και γινόμαστε   ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στ’ αλεύρι.

 

Όλοι έχουμε ανάγκη να κράξουμε, να καταγγείλουμε, να ρίξουμε νερό στο μύλο μιας γενικευμένης και αέναης «μανούρας». Γι’ αυτό και συχνά την πατάμε και γινόμαστε   ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στ’ αλεύρι. Παλιό το κουσούρι, αν αυτό μπορεί να είναι μια παρηγοριά. Έχω κρατήσει ένα καίριο ίσως για την περίπτωση, αλλά και γενικώς, απόσπασμα που είχα πετύχει (στα αγγλικά) από τον επίλογο του βιβλίου του Αντρέ Ζιντ “Paludes” (είδα ότι έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά με τον τίτλο «Τέλματα» αλλά είναι εξαντλημένο και δυσεύρετο), το οποίο κυκλοφόρησε το 1895: 

 

Από όλους τους διανοητικούς ψυχαναγκασμούς στον κόσμο, ένας από τους πιο ενοχλητικούς είναι η ανικανότητα του αναγνώστη να αποδεχτεί απλώς κάθε πρόταση όπως του παραδίδεται. Παίρνει στα σοβαρά τα σημεία όπου αστειεύεσαι, ενώ όταν του απευθύνεσαι με απόλυτη σοβαρότητα και ειλικρίνεια, σκάει ένα βαθυστόχαστο χαμόγελο και αναφωνεί: ‘Χα, το έπιασα το αστείο!’… Είναι σα να μην μπορεί να παραδεχτεί ότι οι άνθρωποι είμαστε ένα ακαθόριστο μίγμα γέλιου και μελαγχολίας, όπως μια μέρα με μερική συννεφιά.   

 

Επιστρέφοντας στη φασαρία που έγινε με αφορμή τις δηλώσεις της Σαλονικιάς πολιτεύτριας («Στόχος μου είναι οι Θεσσαλονικείς να αποκτήσουν την αίγλη που τους αρμόζει», δηλώνει) που αγωνίζεται για την πατρίδα, την θρησκεία, την οικογένεια και τις μασχάλες και κατάφερε να γίνει το πρόσωπο των ημερών, σκεφτόμουν ότι εσχάτως στρέφεται όλο και συχνότερα η συζήτηση σε ζητήματα περί του body shaming. Πέρα από το δίκαιο των αντιδράσεων όμως (εννοείται ότι όταν πετάς τούβλα που δεν στεκόντουσαν στην κουβέντα ούτε πριν από έναν αιώνα, θα υπάρξουν αντιδράσεις) έχω την αίσθηση πως, ό,τι κι αν λέμε δημόσια,  μας τρώει ενδόμυχα φέτος όλους λίγο-πολύ, μια κοινή αγωνία, επιφανειακή και υπαρξιακή συγχρόνως. Πώς θα εμφανιστούμε ανέμελοι και ημίγυμνοι (ή και γυμνοί) στις παραλίες, κουβαλώντας όχι μόνο την χλαπάτσα αλλά και τις φοβίες και τις ανασφάλειες που μας κληροδότησαν τα λοκντάουν; Από την άλλη βέβαια, η επιθυμία αναψυχής είναι τόσο έντονη, που το body shaming (είτε εις βάρος των άλλων είτε του εαυτού μας) δεν θα είναι ανάμεσα στις προτεραιότητες των φετινών διακοπών.