ΑΠΟ ΠΕΡΣΙ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΙΔΕΑ ότι για όλα φταίνε οι νέοι. Ή ότι, τέλος πάντων, είμαστε ανεύθυνα υποκείμενα. Τώρα διαδίδεται και η ιδέα ότι είμαστε ακραία στοιχεία, ότι συχνάζουμε ανάμεσα στα μπάχαλα και στα «κορωνοπάρτι» (λέξη που άκομψα υπηρετεί τον στόχο της καταδίκης κάθε κοινωνικότητας), ενώ παρουσιάζεται ως αφύσικο που 20χρονα δεν αντέχουν άλλο μέσα στους τέσσερις τοίχους.

 

Οι νέοι δεν εξοργίστηκαν ξαφνικά, ούτε άρχισαν μες στην καραντίνα να διαβάζουν Μπακούνιν και Μαρξ και να ριζοσπαστικοποιούνται. Μας κάνει εντύπωση που ο τόσο αυστηρός κρατικός έλεγχος για τόσο παρατεταμένο χρονικό διάστημα οδηγεί σε κάποιου είδους όριο μια γενιά που για δεύτερη φορά στην ενήλικη ζωή της χαστουκίζεται από κρίση; Για την ακρίβεια, όσοι είμαστε κάτω από 30 δεν θυμόμαστε τίποτε άλλο ως ενήλικες, μόνο κρίσεις.

 

Σ’ αυτό το περίεργο κοινωνικό πείραμα που ζούμε αποδεικνύεται όχι ότι είμαστε ανεύθυνοι αλλά ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε απολύτως ανελεύθεροι. Η ελευθερία να εκφράζει κανείς τις απόψεις του έχει υποστεί τεράστιο πλήγμα. Υπάρχει η ιδέα ότι δήθεν αρκεί να λέει κανείς τον πόνο του στο fb, το Τwitter ή κάποιον ψυχίατρο, αλλά οι πολίτες έχουν άλλες ανάγκες. Θέλουν να ανταλλάσσουν απόψεις στον κοινό δημόσιο χώρο, να έχουν λόγο όταν λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις και να μπορούν να υπάρχουν μέσα στην πόλη, χωρίς να φοβούνται την αστυνομία ή να τη βλέπουν διαρκώς γύρω τους, με δυσοίωνο και απειλητικό τρόπο.

 

Όταν το κράτος γίνεται μπαμπάς που θέλει κάθε λεπτό να ξέρει πού πας και για ποιον λόγο, που δεν σε αφήνει να χασομεράς έξω μετά την πολύωρη δουλειά (που όμως πρέπει να βγει, κι ας καταρρέει το σύμπαν), που σε μαλώνει επειδή βγήκες και που σε κρίνει ένοχο για τις πιο ανθρώπινες ανάγκες σου, τότε και οι νέοι πολίτες θα συμπεριφέρονται σαν αντιδραστικά εφηβάκια.

 

Δεν νομίζω ότι οι νέοι της χώρας είναι ανώριμοι και ανεύθυνοι μπαχαλάκηδες. Ούτε νομίζω ότι όνειρό τους ήταν να μαζεύονται σε σαλόνια και να παραγγέλνουν σαπίλες και ναρκωτικά. Οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι μάλλον θέλουν απλώς να ζήσουν μια καλή ζωή. Να κάνουν τη δουλειά τους. Να είναι δημιουργικοί και παραγωγικοί. Να βγάζουν χρήματα, να διασκεδάζουν, να παράγουν τέχνη.

 

cover 677
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Όλα αυτά κόπηκαν. Και όχι μόνον κόπηκαν, αλλά υπάρχει και η προσδοκία να μη διαμαρτύρεται κανείς για όλες αυτές τις απαγορεύσεις που πλέον κλείνουν χρόνο. Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να τη βρίσκουμε με το να λιώνουμε μπροστά σε υπολογιστές όλη μέρα, γιατί υποτίθεται ότι είμαστε αυτή η γενιά, αλλά να που τελικά δεν μας αρκεί το ναρκωτικό των σόσιαλ και η αποβλάκωση των δέκα επεισοδίων στη σειρά, αλλά θέλουμε και να εργαζόμαστε, να συμμετέχουμε σε μια οικονομία ανοιχτή και κερδοφόρα, που δεν βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην ιδέα ότι η χώρα πρέπει να μετατραπεί σε τουριστική Disneyland για να επιβιώσει. Θέλουμε να μπορούμε να παίξουμε μουσική εκτός λάπτοπ ή να μετακινούμαστε, φυσικά χωρίς να διασπείρουμε τον ιό.

 

Ταυτόχρονα μας νοιάζει η πολιτική, κι ας μας λένε απολιτίκ. Φαίνεται ότι για εμάς δεν είναι και τόσο ανέξοδη θυσία η ελευθερία του Τύπου, μας θίγει ως πολιτικά όντα, μας τραυματίζει ψυχικά. Κάτι βαθύ κλονίζεται κάθε φορά που αισθανόμαστε τον κρατικό έλεγχο μέσα απ’ τα κινητά μας, στέλνοντας μήνυμα για να βγούμε. Κάτι παθαίνουμε όταν απ’ την κάμερα του Zoom ξεχύνεται η απαίτηση να κάνουμε πως δεν τρέχει τίποτα ‒ απλώς η ζωή μεταφέρθηκε οnline. Ταυτόχρονα λαμβάνονται μέτρα, χωρίς να δίνονται συγκεκριμένες εξηγήσεις και δεδομένα, κάπως σαν να υπονοείται ότι ο τρόμος αρκεί.

 

Δεν είναι οι νέοι αδίστακτα party animals, που φέρονται αλλοπρόσαλλα, τα μέτρα είναι πνιγηρά. Δεν υπήρξε πρόβλεψη να μπορεί κάποιος νόμιμα να συναντιέται με έναν ορισμένο κύκλο ατόμων, ενώ στιγματίστηκε η πολύωρη παραμονή σε εξωτερικούς χώρους, μάλλον χωρίς καμία επιστημονική βάση. Δεν πάρθηκαν μέτρα ώστε να υπάρχει εύκολη και δωρεάν πρόσβαση του πληθυσμού σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ούτε αφέθηκε ελεύθερο (με περιορισμούς φυσικά!) οτιδήποτε άλλο βοηθά την ψυχική ανάταση των προσώπων, όπως η με ραντεβού επίσκεψη σε κάποιο μουσείο ή οι υπαίθριες κινηματογραφικές προβολές. Ακόμα και βιβλιοπωλεία ή ανθοπωλεία ανοιγοκλείνουν, εντείνοντας την αβεβαιότητα.

 

Όταν το κράτος γίνεται μπαμπάς που θέλει κάθε λεπτό να ξέρει πού πας και για ποιον λόγο, που δεν σε αφήνει να χασομεράς έξω μετά την πολύωρη δουλειά (που όμως πρέπει να βγει, κι ας καταρρέει το σύμπαν), που σε μαλώνει επειδή βγήκες και που σε κρίνει ένοχο για τις πιο ανθρώπινες ανάγκες σου, τότε και οι νέοι πολίτες θα συμπεριφέρονται σαν αντιδραστικά εφηβάκια. Αντί να αναζητάμε δαίμονες ανάμεσα στους νέους, ας σκεφτούμε τι έχει πάει τόσο στραβά σε αυτήν τη χώρα, ώστε ταλαντούχοι και μορφωμένοι νέοι να μην μπορούν να εργαστούν, να πλουτίσουν χωρίς να κομματικοποιηθούν, να κάνουν τη ζωή που θέλουν ή να υπάρξουν χωρίς να απολογούνται. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.