ΠΡΟΣΦΑΤΑ, ΣΕ ΜΙΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ συνέντευξη με ρώτησαν αν έπρεπε η κυβέρνηση να είναι αυστηρότερη με το θέμα των διαδηλώσεων, να προχωρά σε καταστολές και να οδηγεί στη Δικαιοσύνη οργανωτές και διαδηλωτές. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν αρνητική, αν και δεν είμαι ειδική σε αυτά τα θέματα. Το σκεπτικό μου είναι απλό, πέρα από το αναφαίρετο συνταγματικό δικαίωμα στη διαδήλωση: ο κόσμος είναι πολύ κουρασμένος από την πολύμηνη καραντίνα και αυτή η κούραση εκφράζεται με πολλούς τρόπους, από την «αθώα» ανυπακοή στις κεντρικές οδηγίες για την καραντίνα μέχρι την πρόκληση επεισοδίων και βία.

 

Επομένως, δεν υπάρχει ο οποιοσδήποτε λόγος η κυβέρνηση να εντείνει την κοινωνική ένταση, απαγορεύοντας τις διαδηλώσεις και τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, βάζοντας βούτυρο στο ψωμί των ΜΜΕ, όταν τη μερίδα του λέοντος στην ενημέρωση πρέπει να κατέχει το μεγάλο μας πρόβλημα αυτήν τη στιγμή, που δεν είναι άλλο από την πανδημία. Στο κάτω-κάτω της γραφής, και ο πολίτης που δεν συμφωνεί με τα μέτρα ή έχει αντιρρήσεις με κάποια άλλη απόφαση της κυβέρνησης, ενόσω βρισκόμαστε σε καραντίνα, πρέπει να έχει έναν τρόπο να το πει.

 

Για να είναι όμως αυτό εφικτό, χρειάζεται ένα αποτελεσματικό σχέδιο διακριτικής αστυνόμευσης και καταστολής κάποιες ημέρες πριν από τα επεισόδια, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά. Γνωρίζουμε όλοι και όλες ότι οι αστυνομικές αρχές μας διαθέτουν και τον κατάλληλο ηλεκτρονικό εξοπλισμό και την τεχνογνωσία να το κάνουν. Το γεγονός ότι «όλα επιτρέπονται» δεν μπορεί παρά να προβληματίζει κάθε πολίτη που επέλεξε να μη συμμετέχει στη διαδήλωση, εμένα που μου έσπασαν το αυτοκίνητο, εμένα που είδα τη βιτρίνα μου θρύψαλα, εμένα που αναγκάζομαι να εισπνέω τα χημικά. Και αυτοί είναι πολλοί. Αυτοί που πιθανώς έκαναν τη Νέα Δημοκρατία κυβέρνηση.

 

Και μετά τα κόμματα, ερχόμαστε στα μπαρ και στα εστιατόρια που δουλεύουν παράνομα, στους πεζόδρομους και στις πλατείες, στις γεμάτες κόσμο, που πίνει χαλαρά το καφεδάκι του, στο καρναβάλι στην Ξάνθη, που έγινε κανονικά, σαν να μη συμβαίνει τίποτα, στους καθημερινά μποτιλιαρισμένους δρόμους, στα ασφυκτικά γεμάτα σούπερ-μάρκετ.

 

Από την άλλη πλευρά, παρακολουθώ πραγματικά πολύ προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο αντιπολιτεύονται τα πολιτικά κόμματα άλλων ευρωπαϊκών δημοκρατιών και απογοητεύομαι κάθε μέρα. Δεν έχω δει σε καμία ευρωπαϊκή χώρα την αντιπολίτευση, και μάλιστα την αξιωματική, να μην επιδεικνύει πολιτική υπευθυνότητα και να μη συστρατεύεται στο θέμα της πανδημίας, ακόμη και σε περιπτώσεις ανάλογες με αυτές του επεισοδίου στη Νέα Σμύρνη, όπως έγινε στο Παρίσι τον Ιανουάριο, ακόμη και αν διαφωνούν με τον τρόπο διαχείρισης της καραντίνας.

 

Όμως, ποια είναι ακριβώς η ευθύνη της αντιπολίτευσης; Η πρώτη της ευθύνη είναι να λάβει όλα τα μέτρα, ώστε η διαδήλωση να γίνει ειρηνικά, τηρώντας τις αποστάσεις και όλες τις οδηγίες που προβλέπονται για την περίοδο. Είδαμε σε μια-δυο περιπτώσεις ότι μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη αυτό, όπως στην πορεία του ΠΑΜΕ, στη συγκέντρωση για τη δίκη της Χρυσής Αυγής κ.α.

 

Η δεύτερη ευθύνη της είναι να «θωρακίσει» τη διαδήλωση από κακοποιά στοιχεία, χούλιγκαν και οργανώσεις μαφιόζων που παρεισφρέουν στις πορείες, έχοντας τη δική τους ατζέντα, και έρχονται επί τούτω, για να προκαλέσουν επεισόδια. Η ευθύνη αυτή ανήκει εξ ολοκλήρου στον διοργανωτή, αν βέβαια ο διοργανωτής επιθυμεί πραγματικά να ακουστούν τα μηνύματά του και δεν βολεύεται πολιτικά από την πρόκληση των επεισοδίων. Έτσι, ελλείψει άλλου σοβαρού αφηγήματος, το να απασχολούν τα ΜΜΕ το ξύλο και η βία έχει μία λογική, αλλά είναι ανήθικη λογική. Δεν μπορώ, λοιπόν, να πιστέψω ότι δεν είχε η ιδέα η αντιπολίτευση για τους οργανωμένους στρατούς που παρήλασαν με στρατιωτικό βηματισμό, σιδερόβεργες και μολότοφ στις τσάντες πολλές ώρες πριν από τα επεισόδια!

 

Η τρίτη ευθύνη της αντιπολίτευσης είναι το μέτρο. Ναι, έχει δικαίωμα ο κ. Τσίπρας να παίρνει το ρίσκο, το πολιτικό όμως, όχι το υγειονομικό. Τριάντα τρεις πορείες και οργανωμένες συγκεντρώσεις διαβάζω ότι θα γίνουν αυτή την περίοδο και αυτή είναι επίσης μια πράξη πολιτικής ανευθυνότητας.

 

Και μετά τα κόμματα, ερχόμαστε στα μπαρ και στα εστιατόρια που δουλεύουν παράνομα, στους πεζόδρομους και στις πλατείες, στις γεμάτες κόσμο, που πίνει χαλαρά το καφεδάκι του, στο καρναβάλι στην Ξάνθη, που έγινε κανονικά, σαν να μη συμβαίνει τίποτα, στους καθημερινά μποτιλιαρισμένους δρόμους, στα ασφυκτικά γεμάτα σούπερ-μάρκετ.

 

Και σας ρωτώ, εμένα, που τηρώ όλα τα μέτρα και η καρδιά μου σπαράζει κάθε μέρα που βλέπω το μαγαζάκι μου κλειστό να ρημάζει, τι με κάνουν όλα αυτά; Τις προάλλες, μάλιστα, παραλίγο να μου επιβληθεί πρόστιμο επειδή ένα παρεάκι καθόταν και μιλούσε στην πόρτα μου, τη στιγμή που οργιάζει η πολιτική ανυπακοή απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλη τη χώρα. Τι πρέπει να κάνω; Να παρανομήσω κι εγώ και δεν βαριέσαι, να τρέχω στα συνταγματικά δικαστήρια; Πού θα βρω το δικό μου δίκιο; Ένας άνθρωπος δεν βρίσκεται να μου εξηγήσει πραγματικά γιατί το βιβλιοπωλείο μου είναι κλειστό, όταν είναι ανοιχτά σε περίπου τριάντα εφτά από τις πενήντα χώρες που βρίσκονται σε ανάλογη επιδημιολογική κατάσταση.

 

Ποιος ή ποια θα εξηγήσει στην κυρία Βούλα, που έχει το μαγαζί με τα είδη προικός στη γωνία και φτιάχνει τη βιτρινούλα της κάθε μέρα, γιατί για εκείνη δεν υπάρχει κράτος δικαίου;