ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ κάτι από την παθολογία του πρωταγωνιστή της για να μη νιώθει κατά τόπους μια αμηχανία ή έναν αμοραλισμό, καθώς αφήνεται στην ένοχη απόλαυση που είναι η παρακολούθηση αυτής της σειράς, η οποία συμπλήρωσε τρεις κύκλους και τραβά ακάθεκτη το ματωμένο μονοπάτι της προς τον τέταρτο, όπως ανακοινώθηκε πρόσφατα από το Netflix.

 

Βοηθάνε, βέβαια, το σαρδόνιο χιούμορ και ο δαιμόνιος (αυτο)σαρκασμός που αναδύονται από το υπογάστριο του «You» για να νιώθει λιγότερες ενοχές ο θεατής που κρέμεται από τα λόγια (τις σκέψεις δηλαδή – η αφήγηση, ο εσωτερικός μονόλογος του πρωταγωνιστή, στον οποίον μόνο εμείς έχουμε πρόσβαση, είναι από τα βασικά ατού της σειράς) και τις αποτρόπαιες πράξεις του ήρωα, καθώς αναζητά τη Μία και Μοναδική Αγάπη.

 

Ο τηλεοπτικός Ντέξτερ και ο λογοτεχνικός (και κινηματογραφικός) Τομ Ρίπλεϊ είναι δύο από τις προσωπικότητες της μυθοπλασίας που έρχονται στο μυαλό παρακολουθώντας την αντίληψη, το modus operandi και τη βαριά παθολογία που σέρνει στο διάβα του ο Τζο Γκόλντμπεργκ, ο πρωταγωνιστής του «You», σε μια σειρά που βρίθει από αναφορές στην ποπ κουλτούρα αλλά και στα τοτέμ της λογοτεχνίας (Φιτζέραλντ, Ντοστογιέφσκι, Τσέχοφ), μέσα από το έργο των οποίων τροφοδοτείται ο ρομαντικός ιδεασμός του.

 

Εκτός από κατά συρροή δολοφόνος είναι και κατά συρροή καψούρης και κατά συρροή μονογαμικός – μέχρι να βρεθεί το επόμενο θύμα/αντικείμενο του πόθου του. Αν δεν του κάτσει ή αν δεν ανταποκριθεί στις προσδοκίες και στις ψευδαισθήσεις του, τόσο το χειρότερο για εκείνη. Δεν υπάρχουν ημίμετρα. Άμα καψουρευτεί ο Τζο (και είναι πάντα θέμα χρόνου να συμβεί αυτό), καψουρεύεται μέχρι θανάτου.

 

Μονήρης και ιδιοσυγκρασιακός μετα-χίπστερ, ο Τζο ήταν πάντα φανατικός βιβλιόφιλος, όπως τον γνωρίσαμε από τον πρώτο κύκλο της σειράς, όταν εργαζόταν σε vintage βιβλιοπωλείο του Μπρούκλιν, και τέτοιος παρέμεινε τόσο κατά τον δεύτερο κύκλο (μετά την «απόδρασή» του στο μισητό του Λος Άντζελες) όσο και στον τρίτο, που τον βρίσκει (παντρεμένο και με παιδί πλέον) σ’ ένα γκέτο υπερ-προνομιούχων μεγαλοαστών, σε κλειστή κοινότητα στη Βόρεια Καλιφόρνια.

 

Τα βιβλία είναι αυτά που εμπνέουν τη διαδρομή του, το διαδίκτυο και τα social media είναι αναγκαία κακά, εξαιρετικά χρήσιμα όμως για να κατασκοπεύεις τις κινήσεις, τις αδυναμίες, τα σφάλματα και τα πάθη των ανθρώπων που σε ενδιαφέρουν.

 

Όπως διαπιστώνουμε από τα μουντών αποχρώσεων φλασμπάκ (μια αφηγηματική απόπειρα να εξηγηθούν τα ανεξήγητα και ίσως το πιο αδύνατο στοιχείο της σειράς), ο Τζο έχει περάσει φριχτά παιδικά χρόνια, γαλουχημένος όμως, καθώς είναι, με τα σπαράγματα της ρομαντικής φιλολογίας, πιστεύει στον μεγάλο και παντοτινό έρωτα (την εκάστοτε Εσύ του τίτλου) και οι ατυχείς επιλογές δεν τον πτοούν, ούτε και η λιτανεία των εγκληματικά εσφαλμένων και μοιραίων προβολών στις οποίες τον παρασύρει ο νοσηρός ναρκισσισμός του.

 

Εκτός από κατά συρροή δολοφόνος είναι και κατά συρροή καψούρης και κατά συρροή μονογαμικός – μέχρι να βρεθεί το επόμενο θύμα/αντικείμενο του πόθου του. Αν δεν του κάτσει ή αν δεν ανταποκριθεί στις προσδοκίες και στις ψευδαισθήσεις του, τόσο το χειρότερο για εκείνη. Δεν υπάρχουν ημίμετρα. Άμα καψουρευτεί ο Τζο (και είναι πάντα θέμα χρόνου να συμβεί αυτό), καψουρεύεται μέχρι θανάτου.

 

Στον τρίτο κύκλο, όμως, δεν είναι πλέον μόνος του. Έχει σύντροφο στη ζωή και την παράνοια, τη Love («πλάκα μου κάνεις», αναφώνησε από μέσα του την πρώτη φορά που άκουσε το όνομά της, στην αρχή του δεύτερου κύκλου της σειράς), η οποία είναι πράγματι η αδελφή ψυχή του, με όλα τα φριχτά πράγματα που αυτό συνεπάγεται. Είναι ο καθρέφτης αλλά και η νέμεσή του, η μόνη που μπορεί να δει και να κατανοήσει τις παθολογικές εμμονές και τα σκοτεινά βάθη της ψυχής του.

 

Περισσότερο, όμως, από τους προηγούμενους δύο κύκλους, και παρά τη μακάβρια ακολουθία ειδεχθών εγκλημάτων, ο τρίτος τοποθετείται πιο άνετα στο είδος της μαύρης κωμωδίας ή μιας σύγχρονης σάτιρας ηθών, ενώ το «συζυγικό» πλαίσιο σού προκαλεί την ιδέα ότι βλέπεις τις Σκηνές από έναν γάμο του Μπέργκμαν, μεταλλαγμένο σε αιματοβαμμένη σαπουνόπερα και σε σπουδή για την απιστία στην εποχή της τοξικότητας και της διαρκούς παρακολούθησης.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.