ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ μου προήλθε δυστυχώς από την ανάγνωση του βιβλίου «Τζιμ Μόρισον: Η ζωή και τα τραγούδια του» (εκδόσεις Κάκτος) που είχε πέσει στα χέρια μου – και το κατάπια αμάσητο – στην πιο κρίσιμη (προεφηβική) ηλικία, εκεί στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80. Επρόκειτο για μεγάλο σουξέ και εν συνεχεία για τυπικό ‘μπεστ σέλερ’ που συναντούσες για πολλά χρόνια στους υπαίθριους πάγκους βιβλίων. Ελάχιστη βιβλιογραφία του είδους υπήρχε τότε στην Ελλάδα όπου ακόμα το «ροκ» ήταν κάτι επικίνδυνο, περιθωριακό και εξωτικό, παρότι στις «προηγμένες» κουλτούρες, ο όρος «ροκ» είχε ήδη καταστεί ντεμοντέ. Στο εξώφυλλο του βιβλίου δεν αναγραφόταν κανένας συγγραφέας, σα να επρόκειτο για κάποια αυτοβιογραφία που ενδεχομένως είχε υπαγορευτεί από το υπερπέραν στον εκδότη, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του διάσημου ροκ σταρ αλλά και ποιητή / συγγραφέα, όπως ο ίδιος προτιμούσε να αυτοπροσδιορίζεται.  

 

Προφανώς δεν μπορεί να συγκριθεί με κάποιον σαν τον Ντύλαν ή τον Κοέν. Από την άλλη, ας αναλογιστούμε ότι πέθανε 27 χρονών, δεν του δόθηκε δηλαδή ποτέ η ευκαιρία να ξεπεράσει το λεγόμενο «νεανικό επίπεδο».

 

Στην πραγματικότητα βέβαια, ήταν απλώς η ελληνική απόδοση του βιβλίου “No One Here Gets Out Alive” που είχε κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά (1980) και είχαν γράψει από κοινού ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζέρι Χόπκινς και ο Ντάνι Σάγκερμαν, protégé του Μόρισον από την ηλικία περίπου που ήμουν εγώ όταν το πρωτοδιάβασα και αργότερα μάνατζερ των Doors, θέση που κατείχε όταν ο τραγουδιστής τους βρέθηκε (;) νεκρός σε μια μπανιέρα στο Παρίσι, στις 3 Ιουλίου του 1971.  Ο Σάγκερμαν ήταν τότε δεκαεπτά μόλις χρονών –  δέκα χρόνια μικρότερος από το ίνδαλμα και «πρεσβύτερο αδελφό» του, ο οποίος έμεινε παγωμένος για πάντα στα 27, όπως και ο Τζίμι Χέντριξ και η Τζάνις Τζόπλιν, που είχαν πεθάνει την προηγούμενη χρονιά. 

 

JIM MORRISONΑκόμα και ως σπόρος τότε, μου κλώτσαγαν θυμάμαι διάφορα σημεία στην ελληνική μετάφραση, τα βασικά μηνύματα όμως αυτής της επικής αγιογραφίας (ο Τζιμ Μόρισον ως αυθεντικός επίγονος του Γουίλιαμ Μπλέικ, του Μποντλέρ, του Ρεμπό αλλά και του Μέγα Αλέξανδρου, που ήταν η μεγάλη εμμονή του και μάλιστα φρόντιζε να γέρνει πάντα ελαφρά το κεφάλι του προς τα αριστερά του με στοχαστική ηδυπάθεια, όπως είχε διαβάσει ότι έκανε ο μαθητής του Αριστοτέλη και κατοπινός στρατηλάτης) ήταν ξεκάθαρα: 1) το μεθύσι αποτελεί μια κατεξοχήν υπερβατική και διονυσιακή τελετουργία, 2) ροκ σημαίνει μηδενισμός και ατομικισμός (η όποια συλλογικότητα έχει λόγο ύπαρξης μόνο ως μέσο εξέγερσης και καταστροφής) και 3) η ζωή μετά τα τριάντα δεν έχει και πολύ νόημα. Μερικά χρόνια αργότερα, η ταινία The Doors του Όλιβερ Στόουν, με την φοβερή ερμηνεία του Βαλ Κίλμερ, θα επιβεβαίωνε όλους τους μύθους που είχαμε διδαχτεί με ήρωα τον «Κατά τον δαίμονα εαυτού» (όπως δηλώνει η ελληνική επιγραφή στο μνήμα του) Τζιμ Μόρισον.  

 

Και τώρα φτάσαμε στη συμπλήρωση μισού αιώνα από τον θάνατο του (ή την εξαφάνισή του, γιατί όχι;), επέτειος που τιμάται μεταξύ άλλων με την έκδοση αυτές τις μέρες ενός βιβλίου που περιλαμβάνει οτιδήποτε σχεδόν είχε γράψει ποτέ: ιδέες, στίχους, σημειώσεις, διακηρύξεις, πεζά, ποιήματα, τα πάντα. Σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα, η ογκώδης (600 σελίδες) έκδοση, που έχει τίτλο “The Collected Works of Jim Morrison: Poetry, Journals, Transcripts, and Lyrics”, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε υλικό (φωτογραφίες, ημερολόγια και πάνω από τριάντα σημειωματάρια) που πρώτη φορά βλέπει το φως της δημοσιότητας. Τον πρόλογο του βιβλίου έγραψε ο απείρως δημοφιλής (και στην χώρα μας εδώ και τρεις γενιές) συγγραφέας Τομ Ρόμπινς, εξέχον προϊόν βεβαίως και ο ίδιος εκείνης της τριπαρισμένης και εκρηκτικής εποχής της επανάστασης και της αντικουλτούρας.  

 

μορισον
Γραπτό του Τζιμ Μόρισον.

 

«Κάθε σελίδα αυτής της έκδοσης», γράφει ο συγγραφέας του Τρυποκάρυδου και του Ακόμα κι οι καουμπόισσες μελαγχολούν, «δυναμιτίζεται από την ψυχαναγκαστική δημιουργικότητα ενός ναυαγού σε μια δυνάμει απειλητική ακτή, ενός χαμένου αλλά αποφασισμένου εξερευνητή που φλερτάρει τον κίνδυνο προκειμένου να τον ξορκίσει. Συγχρόνως αταβιστικοί και μεταμοντέρνοι, οι στίχοι ανακαλούν τους πιο μύχιους φόβους μας, και κατοικούνται από δηλητηριώδη ερπετά και κεντροφόρα έντομα, από κατά συρροή δολοφόνους και ραδιενεργά νέφη. Ακόμα κι όταν παρασυρόμαστε υπνωτικά από το έναν στίχο στον άλλο (σαν επιβάτες σε κάποια από τα «μεθυσμένα πλοία» του Ρεμπώ), μπορούμε σχεδόν να νιώσουμε την γλώσσα της κόμπρας πάνω από το γυμνό μας σβέρκο, να διαισθανθούμε το επίμονο βλέμμα του μανιακού έξω από το παράθυρο της κουζίνας μας, να ακούσουμε τις σειρήνες που σημαίνουν αεροπορική επιδρομή». 

 

Ήταν ο Τζιμ Μόρισον σημαντικός συγγραφέας ή ποιητής (πέρα από την τεράστια σημασία και αίγλη του ως ο αρχετυπικός αυτοκαταστροφικός υπερβατικός ροκ performer) ή έχουν δίκιο όσοι χλευάζουν τόσα χρόνια την μεγαλομανία, τις Σαύρες, τους «Ινδιάνους» και τα χονδροειδή οιδιπόδεια συμπλέγματα που πετάγονταν με κραυγαλέο τρόπο ανάμεσα στους στίχους του; Δεν ξέρω. Προφανώς δεν μπορεί να συγκριθεί με κάποιον σαν τον Ντύλαν ή τον Κοέν. Από την άλλη, ας αναλογιστούμε ότι πέθανε 27 χρονών, δεν του δόθηκε δηλαδή ποτέ η ευκαιρία να ξεπεράσει το λεγόμενο «νεανικό επίπεδο». Ας αναλογιστούμε επίσης την μεγαλειώδη λιτότητα και την οικουμενική διάσταση των στίχων ενός κομματιού σαν το People are Strange, που ο ίδιος υποτιμούσε ως ένα ποπ τραγουδάκι, συγκριτικά πάντα με τις τιτάνιες συγγραφικές φιλοδοξίες που έτρεφε: People are strange / when you’re a stranger / Faces look ugly / when you’re alone. Ουδέν απλούστερο και αληθέστερο τούτου.