ΠΑΡΟΤΙ ΒΕΒΑΙΩΣ δεν έχουν σταματήσει να συμβαίνουν (μόνο στην Γαλλία είναι η τρίτη περίπτωση σε διάστημα ενός μήνα), μια ληστεία διάσημου μουσείου – και μάλιστα του πιο διάσημου στον κόσμο – μοιάζει με «vintage» επικαιρότητα, με είδηση από τα παλιά ή με σκηνή από κλασική ταινία. Η μυθολογία του συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους (των λεγόμενων «heist» ταινιών) παραμένει ισχυρή, όσο και η γοητεία που εξακολουθεί να ασκεί στο κοινό η ιδέα του δαιμόνιου – ενδεχομένως και καλλιεργημένου – κλέφτη έργων τέχνης ή πολύτιμων λίθων από τον γυάλινο κόσμο ενός μουσείου. Η ζωηρή φιλολογία για το αν οι δράστες της (απίστευτα old school) ληστείας στο Λούβρο ανήκουν στη μυθική οργάνωση των Ροζ Πανθήρων, είναι χαρακτηριστική του ενδιαφέροντος γύρω από την υπόθεση, που βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη.
«Η κλοπή πολύτιμων τεχνουργημάτων από έναν μουσειακό χώρο συνεχίζει να ασκεί ιδιαίτερη έλξη στη φαντασία του κοινού, ακόμη και αν έχει εξελιχθεί σε ένα είδος εγκληματικής δραστηριότητας που είναι τόσο παρεξηγημένη όσο και όλο και δυσκολότερο να πραγματοποιηθεί», έγραφε πριν από δέκα χρόνια στο Atlantic η δημοσιογράφος και συγγραφέας Σόφι Γκίλμπερτ σε ένα άρθρο που είχε ως τίτλο το ερώτημα Why Are Art Heists So Fascinating? (Γιατί οι ληστείες τέχνης είναι τόσο σαγηνευτικές;). «Παρότι ιστορικά οι μεγαλύτεροι κλέφτες έργων τέχνης ήταν εθνικές κυβερνήσεις και νικήτριες δυνάμεις σε βίαιες συγκρούσεις, η ρομαντική ιδέα του κλέφτη έργων τέχνης και πολύτιμων λίθων είναι βαθιά ριζωμένη στη μαζική κουλτούρα».
Μπορεί να μοιάζουν κινηματογραφικά συναρπαστικές αυτές οι ληστείες, τις περισσότερες φορές όμως αυτό που ακολουθεί στην καλύτερη περίπτωση μένει ένα μυστήριο για τις αρχές, και στην χειρότερη, που είναι και η πιο συνηθισμένη, είναι η καταστροφή των πολύτιμων έργων.
Το άρθρο είχε γραφτεί με αφορμή την 25η επέτειο από την πιο μεγάλη ληστεία έργων τέχνης που έγινε ποτέ στην Αμερική. Ντυμένοι αστυνομικοί, οι δύο δράστες μπήκαν γύρω στις δύο τα ξημερώματα (αφού χτύπησαν το κουδούνι και ο φύλακας τους άνοιξε) στο Μουσείο Isabella Stewart Gardner της Βοστόνης και αποχώρησαν αγκαλιά με 13 πίνακες αξίας μισού δισεκατομμυρίου δολαρίων. Ανάμεσά τους ήταν έργα του Βερμέερ, του Ρέμπραντ, του Ματίς και του Ντεγκά, τα οποία δεν ανακτήθηκαν ποτέ. Το ίδιο άφαντοι παρέμειναν και οι κλέφτες.
Μπορεί να μοιάζουν κινηματογραφικά συναρπαστικές αυτές οι ληστείες, τις περισσότερες φορές όμως αυτό που ακολουθεί (και συχνά δεν το πληροφορούμαστε καν) στην καλύτερη περίπτωση μένει ένα μυστήριο για τις αρχές, και στην χειρότερη, που είναι και η πιο συνηθισμένη, είναι η καταστροφή των πολύτιμων έργων. Στο ίδιο άρθρο του Atlantic αναφέρονται μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση άδοξου τέλους.
Το 2012, δύο Ρουμάνοι σχεδίασαν και εκτέλεσαν μια ληστεία στο μουσείο Kunsthal στο Ρότερνταμ. Οι δύο άνδρες ήταν μικροκακοποιοί με ελάχιστη εμπειρία στο χρηματιστήριο της τέχνης, κατάφεραν όμως να φύγουν από το μουσείο με επτά πίνακες καλλιτεχνών όπως ο Γκογκέν, ο Ματίς, ο Πικάσο και ο Μονέ, αφού χρησιμοποίησαν πένσες για να ανοίξουν μια πλαϊνή πόρτα. Μετά τη ληστεία, ενθαρρυμένοι από τις εκτιμήσεις των μέσων ενημέρωσης για την αξία των κλεμμένων έργων, η οποία ανερχόταν σε αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, οι δύο άνδρες προσπάθησαν να εξαργυρώσουν την υπερπολύτιμη λεία τους, βρήκαν όμως ελάχιστους ανθρώπους πρόθυμους να πληρώσουν σημαντικά ποσά για τόσο σεσημασμένα και «καυτά» αντικείμενα. Όταν ο ένας τους συνελήφθη το 2013, η μητέρα του είπε στις αρχές ότι είχε κάψει τους πίνακες στη σόμπα της, φοβούμενη για την ασφάλεια του γιου της. Αργότερα ανακάλεσε αυτόν την ισχυρισμό, τον οποίον όμως τελικά επιβεβαίωσαν οι Ρουμάνοι εμπειρογνώμονες οι οποίοι βρήκαν ίχνη από μίνιο, χρωστική ουσία και καμβά στις στάχτες που ταίριαζαν με τα κλεμμένα έργα.