ΠΑΡΟΤΙ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ για σειρά θρίλερ ή μυστηρίου, το «Vladimir» ξεκινά το πρώτο από τα οκτώ (ημίωρα) επεισόδιά του ως τέτοιο, με έναν in media res πρόλογο. Βρισκόμαστε στο σαλόνι ενός σπιτιού όπου σε μια πολυθρόνα κοιμάται δεμένος ένας νεαρός άνδρας (ο «Βλάντιμιρ» του τίτλου, όπως σύντομα θα μάθουμε). Απέναντί του κάθεται η αφηγήτρια και πρωταγωνίστρια της σειράς (που θα παραμείνει χωρίς όνομα μέχρι το τέλος), η οποία στρέφεται προς την κάμερα και μας διαβεβαιώνει πως θα μας εξηγήσει τι έχει συμβεί, καθώς πάμε λίγο πίσω στον χρόνο για να πιάσουμε το νήμα της ιστορίας από την αρχή.
Λίγα αφηγηματικά τερτίπια μού προκαλούν τόση αμηχανία (και cringe) όσο το λεγόμενο «σπάσιμο του τέταρτου τοίχου», να απευθύνεται δηλαδή ο κεντρικός χαρακτήρας κατευθείαν στον θεατή, ζητώντας την εμπιστοσύνη του και καθιστώντας τον «συνεργό» του. Κάποιες φορές όχι μόνο λειτουργεί αλλά σου είναι και αδύνατο να σκεφτείς μια σειρά όπως το «Fleabag» χωρίς αυτόν τον τεχνητό σύνδεσμο με την πρωταγωνίστρια.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελεί μια τυπική high-end σειρά του Netflix, ιδανική για binge μονοκοπανιά, με ό,τι αυτό προϋποθέτει.
Εδώ όμως το τρικ κλοτσάει εξαρχής. Σαν να μην τον πιστεύει και η ίδια η Ρέιτσελ Βάις τον μηχανισμό αυτό που την υποχρεώνει να μας κοιτά πονηρά, να μας εκμυστηρεύεται ξαφνικά τα εσώψυχα και τις φαντασιώσεις της και να μας λέει (με τη μορφή της Ρέιτσελ Βάις) πράγματα που δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε: «Υπέπεσε πρόσφατα στην αντίληψή μου ότι μπορεί να μην έχω ποτέ ξανά εξουσία πάνω σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα».
Μας λέει επίσης για την κρίση μέσης ηλικίας που περνάει, για το βιβλίο που δεν μπορεί να γράψει (είχε γράψει ένα μπεστ σεέλερ πριν από δεκαπέντε χρόνια), για τους φοιτητές της (είναι καθηγήτρια Συγκριτικής Λογοτεχνίας) που βρίσκουν πλέον «πασέ» τις διαλέξεις της, για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο σύζυγός της, επίσης καθηγητής (με έδρα) στο ίδιο πανεπιστήμιο, λόγω παλαιότερων σχέσεών του με φοιτήτριες, για την κόρη τους που έχει ακολουθήσει τον δικό της δρόμο, για τις συμβάσεις, τις τελετουργίες και τις υποκρισίες της ακαδημαϊκής ζωής.
Το χειρότερο απ’ όλα όμως είναι –όπως μας λέει, με τη μορφή και με το μαγνητικό βλέμμα της Ρέιτσελ Βάις– ότι ως γυναίκα νιώθει πως «έχει χάσει την ικανότητα να μαγνητίζει… ότι δεν θα προκαλέσει ποτέ ξανά σε κάποιον αυθόρμητη στύση».
Πάνω στην ώρα εμφανίζεται στο κλειστό αυτό (και λίγο αιμομικτικό) σύστημα ο νεαρός αναπληρωτής καθηγητής (και «καυτός» συγγραφέας) Βλάντιμιρ (μία από τις διάφορες λοξές αναφορές στον Ναμπόκοφ και στη «Λολίτα») μαζί με τη σύζυγό (επίσης καθηγήτρια) και το μικρό παιδί τους. Από το σημείο αυτό και μετά, ο Βλάντιμιρ γίνεται η εμμονή της πρωταγωνίστριας και το πεδίο των ονειρώξεών της, τις οποίες μοιράζεται μαζί μας σε μια (ατέλειωτη) αλληλουχία από ερωτικές φλασιές που συμβαίνουν στο μυαλό της. Κυρίως.
Στη διαδρομή της σειράς, η οποία βασίζεται στο ομώνυμο πρόσφατο μπεστ σέλερ της Τζούλια Μέι Τζόνας, η οποία ανέλαβε και τη μεταφορά του βιβλίου στην τηλεόραση, θίγονται, όχι πάντα με κάποιο ουσιώδη τρόπο, διάφορα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα όπως η κληρονομιά του #MeToo, τα πλοκάμια της εξουσίας, οι σχέσεις καθηγητών-φοιτητών, τα όρια της «ανοιχτής συμβίωσης», η ερωτική επιθυμία όχι μόνο ως δημιουργικό κίνητρο αλλά και ως αυτοτελής δημιουργική πράξη. Αυτό το τελευταίο μοιάζει να είναι το «ψωμί» αυτής της σειράς και είναι κρίμα που δεν αναπτύχθηκε περισσότερο και με πιο στιβαρό τρόπο. Κατά τα λοιπά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελεί μια τυπική high-end σειρά του Netflix, ιδανική για binge μονοκοπανιά, με ό,τι αυτό προϋποθέτει.
«Vladimir» | Official Trailer | Netflix