ΜΙΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ «ΦΥΛΗ» –συνομοταξία, σέκτα, ακόμα και κατασκοπικό υπο-είδος θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς– έχει αναδειχθεί μέσα από την εκπομπή «Φάκελος 17Ν» και τον θίασο των χαρακτήρων που μιλάνε για την υπόθεση. Πρόκειται για την περίεργη πομπή των Ελληνοαμερικανών πρακτόρων της CIA που κατά καιρούς ενεπλάκησαν (ανεπιτυχώς κατά κανόνα) στην επίλυση του μυστηρίου που για δεκαετίες αποτελούσε η οργάνωση. Και ουδείς εξ αυτών πιο ξεχωριστός από τον Τζον Κυριάκου, ο οποίος κλέβει εύκολα την παράσταση με τις γλαφυρές αφηγήσεις και τα εκφραστικά του ξεσπάσματα. Και δικαίως, καθόσον ο Τζον Κυριάκου δεν είναι ένας τυχαίος αλλά ένας διάσημος πρώην πράκτορας, ασχέτως του αν η διεθνής φήμη του εκτοξεύτηκε αφότου τέθηκε σε δυσμένεια και αποχώρησε από την υπηρεσία το 2004.
Μετά την αποφυλάκισή του, ο Κυριάκου συνέχισε την καριέρα του ως ένα υβρίδιο συμβούλου, αναλυτή και σχολιαστή σε διάφορα μέσα, ανάμεσά τους και το Sputnik Radio, γεγονός που τον κατέστησε επιρρεπή σε κατηγορίες για φιλορωσική προπαγάνδα.
Τρία χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξή του στο δίκτυο ABC, ο Κυριάκου έγινε ένας από τους πιο διάσημους whistleblowers του αιώνα μας. Ήταν ο πρώτος που αποκάλυψε στο παγκόσμιο κοινό τις πρακτικές βασανιστηρίων (waterboarding κ.λπ.) που εφάρμοζε η CIA σε κρατούμενους, ανάμεσά τους και ο Αμπού Ζουμπαϊντά, επιφανές στέλεχος της Αλ Κάιντα, τον οποίον είχε συναντήσει ο Κυριάκου, κατά τον τραυματισμό και τη σύλληψη του Σαουδάραβα στο Πακιστάν (και σύμφωνα με τα, όχι πάντα φερέγγυα, λεγόμενα του δαιμόνιου Ελληνοαμερικανού πράκτορα που τότε ενεργούσε ως επικεφαλής των επιχειρήσεων αντιτρομοκρατίας της CIA, ο Ζουμπαϊντά του είχε ζητήσει να τον αποτελειώσει με το μαξιλάρι στο νοσοκομείο όπου κρατούνταν). Η ελευθεροστομία του Κυριάκου θα τον οδηγούσε το 2013 στη φυλακή (η επίσημη κατηγορία ήταν ότι αποκάλυψε το όνομα ενός πράκτορα σε δημοσιογράφο), όπου και παρέμεινε για δύο χρόνια περίπου. Ήταν ο πρώτος αξιωματούχος της CIA που καταδικάστηκε για τέτοιο παράπτωμα.
Τίποτε από όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί αν η 17Ν είχε καταφέρει να τον βγάλει από τη μέση. Σύμφωνα πάντα με τα κατά καιρούς λεγόμενά του (ένα μεγάλο προφίλ που του είχε κάνει το «New Yorker» λίγο προτού μπει στη φυλακή είχε τον τίτλο «Ο κατάσκοπος που μιλούσε πολύ»), ήταν ένας από τους κύριους στόχους της οργάνωσης, γεγονός που έκανε την υπηρεσία του να τον καλέσει επειγόντως πίσω στη Ουάσινγκτον λίγο καιρό μετά την εκτέλεση του Στίβεν Σόντερς και δυόμισι χρόνια μετά την άφιξή του στην Αθήνα όπου είχε αποσπαστεί σε ηλικία 35 χρονών ως «αναλυτής» του αντιτρομοκρατικού κλιμακίου. Κύριο έργο του ήταν η στρατολόγηση πληροφοριοδοτών και πρακτόρων και σύμφωνα με τους υπολογισμούς του στρατολόγησε πέντε άτομα κατά τη διάρκεια της θητείας του, αριθμός μάλλον υψηλός. Η ατάκα προσέγγισης ήταν ευθεία: «Ονομάζομαι Τζον Κυριάκου, είμαι από τη CIA και βρίσκομαι εδώ για να αλλάξω τη ζωή σου».
Σύμφωνα με τις εξιστορήσεις του από εκείνη την περίοδο που περιλαμβάνονται στο βιβλίο απομνημονευμάτων του με τίτλο «The reluctant spy» («Ο διστακτικός κατάσκοπος»), ο Κυριάκου είχε πρωταγωνιστήσει και σε ένα βίαιο –και καθόλου διακριτικό για πράκτορα– επεισόδιο κατά την παραμονή του στην Αθήνα, όταν ξυλοκόπησε έναν οδηγό ο οποίος είχε εμπλακεί σε τροχαίο με την τότε σύζυγο του Κυριάκου και την αποκάλεσε «πουτάνα». «Έχασα τον έλεγχο», γράφει. «Τον χτύπησα όσο πιο δυνατά μπορούσα». Τελικά του έσπασε δύο αρθρώσεις. Η ΕΛ.ΑΣ. τον κράτησε για λίγο και μετά τον άφησε. Ακολούθως, ο Νίκολας Μπερνς, ο τότε Αμερικανός πρέσβης, τον ρώτησε έξαλλος «τι διάολο σκεφτόταν» και ο υπηρεσιακός φάκελος του Κυριάκου περιλάμβανε πλέον ένα σοβαρό παράπτωμα.
Μετά την αποφυλάκισή του, ο Κυριάκου συνέχισε την καριέρα του ως ένα υβρίδιο συμβούλου, αναλυτή και σχολιαστή σε διάφορα μέσα, ανάμεσά τους και το Sputnik Radio, γεγονός που τον κατέστησε επιρρεπή σε κατηγορίες για φιλορωσική προπαγάνδα. Συγχρόνως βραβεύτηκε από διάφορους οργανισμούς για τις αποκαλύψεις του σχετικά με τα βασανιστήρια των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών (ο ίδιος έχει πει ότι έχει λάβει συγχαρητήριες επιστολές από προσωπικότητες όπως ο Όλιβερ Στόουν και η Γιόκο Όνο). Επίσης, εργάστηκε ως ειδικός σύμβουλος σε μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές, ανάμεσά τους ταινίες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο το «Χαρταετοί πάνω από τη πόλη» (The Kite Runner) και το «Brüno», την ταινία που γύρισε ο Σάσα Μπάρον Κόεν μετά τον «Μπόρατ». Σήμερα μπορεί να τον βλέπει και να τον ακούει κανείς σε καθημερινή σχεδόν βάση να σχολιάζει τη γεωπολιτική επικαιρότητα σε διάφορα βίντεο και podcast, ενώ εσχάτως έχει εξελιχθεί σε ένα είδος απροσδόκητου σταρ του TikTok όπου έχουν γίνει viral κάποια βιντεάκια που τον δείχνουν να εκθέτει τις απόψεις του με τον χαρακτηριστικά γλαφυρό του τρόπο, η ταχύτητα ομιλίας όμως είναι «πειραγμένη» για κωμικό εφέ.