ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ πληροφορίες, έχει οριστικά «κλειδώσει» και θα εφαρμοστεί λίαν συντόμως στη χώρα μας η απαγόρευση της εισόδου στα social media όλων των ατόμων κάτω των 15 ετών. Σε αντίστοιχο δρόμο βαδίζουν η Γαλλία (όπου έχει ήδη ψηφιστεί ο σχετικός νόμος και το μέτρο θα ισχύσει από τον Σεπτέμβριο), η Ισπανία και η Δανία, ενώ η απαγόρευση αποτελεί εδώ και λίγο καιρό καθεστώς στην Αυστραλία, με όριο τα 16 χρόνια.
Ασπάζομαι ολόκληρο το μακρύ κατηγορητήριο για τις πλατφόρμες αυτές, συμμερίζομαι την ανησυχία των γονιών που φοβούνται, αλλά και να μη φοβούνται δεν αντέχουν την ιδέα ότι το παιδί τους προτιμά έναν παράλληλο κόσμο που δεν τους συμπεριλαμβάνει απαραίτητα (αλλά και πότε δεν συνέβαινε αυτό;), κατανοώ ακόμα και την ψευδαίσθηση ότι το παιδί που έχει μάθει να ζει σε μια συγκεκριμένη συνθήκη, ξαφνικά θα πετάξει το κινητό και θ’ αρχίσει να ζωγραφίζει ή να κυνηγάει πεταλούδες στον κήπο.
Η διαρκής εμπλοκή στα social media κάνει κακό στα παιδιά, αλλά καμιά επιστημονική έρευνα μέχρι τώρα δεν έχει καταλήξει ότι βλάπτει σε κρίσιμο βαθμό την ψυχική τους υγεία. Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυριστεί κανείς ότι τα social media κάνουν πολύ περισσότερο κακό στους ενήλικες, αν κρίνουμε από τον παραμορφωμένο και αγρίως πολωτικό τρόπο με τον οποίον διαχειρίζονται την σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα.
«Οι πολιτικοί λένε ότι οι απαγορεύσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι η μόνη υπεύθυνη επιλογή. Στην πραγματικότητα, είναι ένας τρόπος για αποφύγουν την μέριμνα και την φροντίδα που αξίζουν τα παιδιά…».
Είναι μεγάλη και σύνθετη η συζήτηση και κάθε πλευρά έχει τα σημεία και τα δίκια της. Απλά, πέρα από το γεγονός ότι πολύ συχνά τέτοιες απαγορεύσεις παραδοσιακά έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα, μου φαίνεται σχεδόν παρανοϊκό το να κοντεύεις να κλείσεις τα 16 και ξαφνικά να μην σου επιτρέπεται (από το νόμο!) να μπεις στο YouTube, το οποίο πήρε η μπάλα της απαγόρευσης στην Αυστραλία μαζί με το Facebook, το Instagram, το TikTok και άλλες επιφανείς πλατφόρμες (όχι όμως το WhatsApp).
Αν υποθέσουμε δηλαδή ότι εφαρμόζεται αποτελεσματικά αυτή η καθολική απαγόρευση, από τη στιγμή που, σύμφωνα με τα σχετικά ρεπορτάζ και παρά τις 4.5 εκατομμύρια απενεργοποιήσεις λογαριασμών που καταγράφηκαν αμέσως μετά την ισχύ του μέτρου, οι περισσότεροι έφηβοι βρίσκουν διάφορους ευφάνταστους αλλά και συμβατικούς τρόπους, να δημιουργούν νέους λογαριασμούς και να παρακάμπτουν το ban (υπήρχε κάτι πιο αναμενόμενο;) Ή απλά κάνουν λίγη υπομονή μέχρι τα 16 και ξεσαλώνουν μετά χωρίς άγχος. Όπως παλιά οι καθηγητές που όταν μας έπιαναν με τσιγάρο, μάς έλεγαν όχι ότι κάνει κακό αλλά να περιμένουμε να καπνίσουμε αφού τελειώσουμε το σχολείο.
Υπάρχουν πολλές πτυχές στο ζήτημα και μία από αυτές είναι ότι μια τέτοια απαγόρευση αποτελεί κι έναν τρόπος να εμφανιστούν αυστηρές οι κυβερνήσεις απέναντι στους κολοσσούς της τεχνο-φεουδαρχίας. Επίσης, είναι ένα μέτρο που φαίνεται να απολαμβάνει την κοινή συναίνεση οπουδήποτε κι αν εξετάζεται, οπότε το ρίσκο για τους πολιτικούς είναι χαμηλό. Στο τρέχον τεύχος του Economist, το cover story έχει να κάνει με αυτή ακριβώς την απαγόρευση – και με τα κίνητρα, τις υποκρισίες και τα αγκάθια της εφαρμογής της. Ο τίτλος είναι κατηγορηματικός: «Μην απαγορεύετε τα social media στους έφηβους» (“Don’t ban teenagers from social media”). Και ο υπότιτλος σαφής στην πρόβλεψή του: «Οι περιορισμοί θα κάνουν περισσότερο κακό από καλό». Στο κύριο άρθρο σημειώνονται και τα εξής:
«Οι άνθρωποι δεν συμφωνούν σε πολλά πράγματα στις μέρες μας. Αν τους ενώνει κάτι, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, είναι η πεποίθηση ότι επειδή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βλάπτουν τα παιδιά και τους εφήβους, θα πρέπει να απαγορευτεί η χρήση τους... Τέτοιου γενικού τύπου απαγορεύσεις φαίνεται να προσφέρουν μια εύκολη απάντηση — και οι απανταχού πολιτικοί φορείς είναι ευτυχείς να υιοθετήσουν ένα μέτρο που, για μια φορά, ικανοποιεί τους ψηφοφόρους όλων των κομμάτων και των αποχρώσεων... Οι πολιτικοί λένε ότι οι απαγορεύσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι η μόνη υπεύθυνη επιλογή. Στην πραγματικότητα, είναι ένας τρόπος για αποφύγουν την μέριμνα και την φροντίδα που αξίζουν τα παιδιά…».