ΤΡΙΤΟΕΤΗΣ ΦΟΙΤΗΤΗΣ ήμουν όταν είχα την ενδιαφέρουσα και αξιομνημόνευτη τελικά εμπειρία της περιστασιακής απασχόλησης ως ταξιθέτης στο Ηρώδειο κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Αθηνών του 1990.

 

Ντυμένος σαν γκαρσόνι του ΕΟΤ χωρίς το παπιγιόν, η αρμοδιότητα μου, όπως και των υπόλοιπων αρρένων ταξιθετών με τα λευκά πουκάμισα και με τα μαύρα παντελόνια (και παπούτσια), περιοριζόταν ουσιαστικά στο να στέκομαι σαν μπάστακας στα σκαλιά ανάμεσα στα διαζώματα, απαγορεύοντας στους πληβείους του πάνω διαζώματος να εισβάλλουν στο κάτω προκειμένου να έχουν καλύτερη θέα της παράστασης (ή περισσότερο χώρο για τα πόδια τους). 

 

Καθένας από εμάς είχε επίσης στη «διάθεσή» του ένα όργανο της τάξης που στεκόταν παράμερα, σε περίπτωση που κάποιος από τους κατόχους εισιτηρίου άνω διαζώματος αρνιόταν πεισματικά να αποδεχτεί τη θέση του στον χώρο (και στην κοινωνία) και επιχειρούσε να κατέβει με το ζόρι κάτω, παρακάμπτοντας την αντίσταση του ενοχλητικού ταξιθέτη.

 

Και υπήρχαν αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, κυρίως από άτομα της συνομοταξίας «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» (ατάκα που ακούσαμε αρκετές φορές τόσο εγώ όσο και το εκάστοτε αστυνομικό όργανο που ερχόταν βαριεστημένα να συνδράμει και το μετάνιωνε αυτομάτως). 

 

Εδώ κάτι ανθυποcelebrities της συμφοράς χαλούσαν τον κόσμο απαιτώντας με τσιρίδες να τους οδηγήσω στην περίοπτη θέση τους, αρνούμενοι να καθίσουν έστω και προσωρινά μαζί με την πλέμπα. «Δεν θέλετε να κατεβείτε;» τον ρώτησα. «Όχι, δεν πειράζει, μια χαρά είμαι κι εδώ, θα κατέβω στο διάλειμμα», μου απάντησε. Νομίζω σταυροκοπήθηκα. Από μέσα μου φυσικά, μη μας περάσει και για θεούσες το παιδί από το Χάρβαρντ.

 

Συχνά επίσης συγκεντρώνονταν με απειλητικές διαθέσεις πάνω από το κεφάλι μου άνθρωποι που είχαν μεν εισιτήριο για το κάτω διάζωμα (κάποιοι εκ των οποίων «επίσημοι» ή VIP κάποιου είδους) αλλά είχαν φτάσει αργοπορημένοι και συνεπώς δεν μπορούσαν να μπουν από την κεντρική πύλη η οποία έκλεινε αυστηρά με την έναρξη της εκδήλωσης.

 

Φυσικά είχαν την απαίτηση να τους οδηγήσω εγώ στη θέση τους, εγκαταλείποντας το πόστο μου, και κάγχαζαν σαρκαστικά αν τολμούσα να επικαλεστώ τον κανονισμό και τους πρότεινα να καθίσουν κάπου αλλού μέχρι το διάλειμμα ώστε να μην προκληθεί αναστάτωση την ώρα της παράστασης. 

 

Όχι όμως ο ΓΑΠ, καλά μου παιδιά, ο οποίος ένα βράδυ, κι ενώ μόλις είχαν σβήσει τα φώτα, ήρθε πατώντας σαν τη γάτα κι έκατσε δίπλα μου στο κεφαλόσκαλο (!) παρότι προλάβαινε να πάει στη θέση του, και τέλος πάντων ήταν αυτός που ήταν. Μπορεί να μην είχε εκλεγεί ακόμα πρωθυπουργός (ο 11ος και ο πιο μοιραίος ίσως της Γ' Ελληνικής Δημοκρατίας) ούτε και πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς (αξίωμα που, όπως φαίνεται, είναι ισόβιο), ήταν όμως ο πρωτότοκος γιος του Ανδρέα και είχε ήδη διατελέσει τρεις φορές υπουργός (Εξωτερικών, Πολιτισμού και Παιδείας). Εδώ κάτι ανθυποcelebrities της συμφοράς χαλούσαν τον κόσμο απαιτώντας με τσιρίδες να τους οδηγήσω στην περίοπτη θέση τους, αρνούμενοι να καθίσουν έστω και προσωρινά μαζί με την πλέμπα.

 

«Δεν θέλετε να κατεβείτε;» τον ρώτησα. «Όχι, δεν πειράζει, μια χαρά είμαι κι εδώ, θα κατέβω στο διάλειμμα», μου απάντησε. Νομίζω σταυροκοπήθηκα. Από μέσα μου φυσικά, μη μας περάσει και για θεούσες το παιδί από το Χάρβαρντ.  

 

Πολιτισμός, όχι αστεία, έτσι; Δανία του Νότου φίλε μου, και τα ρέστα. Ποιος άλλος επιφανής πολιτικός του τότε ή του σήμερα θα το έκανε αυτό; Μετά από πολλή σκέψη, η απάντηση θα μπορούσε να είναι «ο Βαρουφάκης» ίσως, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος ότι υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες, εκείνος θα έβρισκε έναν τρόπο να το κάνει δημόσιο θέ(α)μα.

 

Όχι, σοβαρά, τον εκτίμησα πολύ τότε τον ΓΑΠ, δεν μπορώ να το κρύψω, αρκετά χρόνια μάλιστα πριν κάνει εκείνες τις προχωρημένες δηλώσεις περί αποποινικοποίησης της κάνναβης και ενίσχυσης της καλλιέργειας της, «ακόμα και στα μπαλκόνια της Αθήνας, γιατί όχι;». Και ούτε τα υποτιμητικά υποκοριστικά («το παιντί») που θα άκουγα τα επόμενα χρόνια στα λεγόμενα «δημοσιογραφικά πηγαδάκια» ήταν αρκετά για να θολώσουν εκείνη την εικόνα. Ούτε καν το αδιανόητο «λεφτά υπάρχουν» μια εικοσαετία αργότερα, και όλη η μαύρη κωμωδία του Καστελόριζου.

 

Θυμήθηκα ξανά, δίκην παραβολής, εκείνο το φευγαλέο αλλά σημαδιακό «ενσταντανέ» με τον Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος θα πρέπει τότε να έχει μόλις κλείσει τα 38 του χρόνια, και τώρα στα 70 του σχεδόν (όχι ότι του φαίνεται, αλίμονο) φαίνεται να επιχειρεί ένα ύστατο –απονενοημένο;– δυναμικό comeback στο κέντρο της πολιτικής σκηνής.

 

Όποια κι αν είναι η εξέλιξη αυτού του επεισοδίου, εμείς θα έχουμε πάντα εκείνο το ελπιδοφόρο στιγμιότυπο κοινωνικού πολιτισμού, στην αυγή των ανέμελων ‘90s, κάτω από τη φωτισμένη Ακρόπολη.