ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΑΛΛΑ ΣΛΟΓΚΑΝ
που έχουν εμφανιστεί τον τελευταίο καιρό ως αντίδραση στην βάναυση επικαιρότητα, «τρεντάρει» εδώ και μερικές μέρες στα social media το hashtag #boycottgreekmedia. Μποϊκοτάζ στα ελληνικά media (γενικώς). Εύκολο είναι, δεν κοστίζει τίποτα, δεν σημαίνει ότι θα πάψει τώρα ξαφνικά κάποιος να αγοράζει εφημερίδες. Από πού θα ενημερώνεται όμως; Από το εξωτερικό; Από τα «ελεύθερα» κοινωνικά δίκτυα; Σώθηκε. Πρόκειται για συνταγή παραφροσύνης, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι ακόμα και κάποιοι από τους πιο επιφανείς ινστρούχτορες των μέσων αυτών, εκπρόσωποι τάσεων που ακούγονται πολύ περισσότερο απ’ όσο τους αναλογεί ως μερίδιο του εκλογικού σώματος, εμφανίζονται να πάσχουν από κρίση ταυτότητας και να αλλάζουν ατζέντα κάθε τρεις και λίγο ανάλογα με τα ερεθίσματα της στιγμής.      

 

Διάφοροι εγχώριοι θιασώτες της alt-right κοσμοθεωρίας, αρνητές, αντιδραστικοί και συνωμοσιολόγοι, καρφώθηκαν (ξανά) πόσο τυπικοί και old school δεξιοί είναι στην πραγματικότητα με την αντανακλαστική, υπνωτική υποταγή τους στο δόγμα «νόμος και τάξη» όποτε αυτό εμφανίζεται μπροστά τους σαν φωτεινή επιγραφή. Το ίδιο και πολλοί ακροδεξιοί που έκοψαν μαχαίρι τις μαγκιές ανυπακοής και την επίδειξη στα social media ανδραγαθιών του τύπου τσικνίσαμε χθες δεκαπέντε άτομα μαζί, προκειμένου να συνδράμουν στο ιερό έργο της αστυνομίας και να στηλιτεύσουν ως εστίες υπερμετάδοσης τις διαδηλώσεις του «απλυταριού». 

 

Ποιο μποϊκοτάζ και σε ποια ελληνικά μέσα; Μοιάζουν οι θιασώτες αυτού του «πυροτεχνικού» και αόριστου συνθήματος με εκείνους που περηφανεύονται ότι δεν έχουν τηλεόραση σπίτι – λες και το ζήτημα είναι η συσκευή, ο δέκτης –  ενώ συγχρόνως παρακολουθούν τόνους τηλεόρασης και αφιλτράριστης ειδησεογραφίας καθημερινά από την οθόνη του κινητού ή του υπολογιστή τους.    

 

Ακόμα και κάποιοι από τους λεγόμενους ακροκεντρώους (όρος που είχε να κάνει πάντα περισσότερο με μια μιντιακή ενδοσυνεννόηση παρά με τάση που είχε ποτέ πραγματική απήχηση στο ευρύτερο κοινό), μοιάζουν να αμφιταλαντεύονται εσχάτως, παρότι η στήριξη που παρέχουν ακόμα και στους πιο ατυχείς κυβερνητικούς χειρισμούς είναι φτιαγμένη από μπετόν και δεν τίθεται (ακόμα) σε αμφισβήτηση. Κάποιοι από αυτούς/ές μας διαβεβαίωναν προεκλογικά ότι η ψήφος δεν είναι ταυτότητα, δεν είναι ταμπού, είναι εργαλείο, έκτοτε όμως συμπεριφέρονται σα να παντρεύτηκαν αυτή την κυβέρνηση, σα να μη χρειάζεται να ξαναγίνουν εκλογές ποτέ ξανά, παραμένοντας ακλόνητα πιστοί στον Μεσσία Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος φαίνεται να ενσαρκώνει την τελευταία τους ευκαιρία να ζήσουν κάτι σαν δευτέρα παρουσία του Θεού και Σωτήρα Κώστα Σημίτη. Επιρρεπείς στις ψευδαισθήσεις μεγαλείου, πιστεύουν ότι αυτοί αποτελούν όχι μόνο την δεξαμενή σκέψης αλλά και το μυστικό πνεύμα, το σπέσιαλ mojo της κυβέρνησης απέναντι στις δυνάμεις του όχλου.    

   

Από την άλλη, κάποιοι ας πούμε Συριζαίοι (γνωρίζω άπειρους ανθρώπους που ψήφισαν μια φορά έστω ΣΥΡΙΖΑ, ούτε έναν όμως που να επιτρέπει να τον αποκαλούν συριζαίο, στα μούτρα του τουλάχιστον) μοιάζουν να έχουν γίνει φουλ ΕΑΑΚ αυτές τις μέρες, ενώ κάποιοι  άλλοι εμφανίζονται πανέτοιμοι ακόμα και για ένοπλο αγώνα. Μέσω του πληκτρολογίου βεβαίως, τουλάχιστον οι περισσότεροι που προσωπικά γνωρίζω, καθότι, αν όχι ακριβώς σε ευπαθή ηλικιακή ομάδα, βρίσκονται σαφώς πιο κοντά σε αυτή παρά στη μέση ηλικία των νεαρών διαδηλωτών.  

 

Προσφέρει διέξοδο και εκτόνωση, δεν λέω, η επίφαση συμμετοχής και «αμεσοδημοκρατίας» που προωθούν τα social media, ειδικά σ’ αυτή τη συνθήκη απομόνωσης και αποκλεισμού που βιώνουμε. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν τις επίσημες πηγές ενημέρωσης, παρά τα προβλήματά τους και παρά τον τρόπο που αυτές μιμούνται όλο και περισσότερο το ύφος των χρηστών στα μέσα δικτύωσης. Ποιο μποϊκοτάζ και σε ποια ελληνικά μέσα; Μοιάζουν οι θιασώτες αυτού του «πυροτεχνικού» και αόριστου συνθήματος με εκείνους που περηφανεύονται ότι δεν έχουν τηλεόραση σπίτι – λες και το ζήτημα είναι η συσκευή, ο δέκτης –  ενώ συγχρόνως παρακολουθούν τόνους τηλεόρασης και αφιλτράριστης ειδησεογραφίας καθημερινά από την οθόνη του κινητού ή του υπολογιστή τους.