Ξεχείλισε από παντού η πίκρα, η θλίψη, η συγκίνηση, το έντονα συναισθηματικό κατευόδιο μετά την αναγγελία θανάτου του Νίκου Τριανταφυλλίδη, τον οποίο χάσαμε στην ηλικία (πενήντα σκάρτα) που είχε φύγει και ο Joe Strummer («τι μου λες τώρα, έχασα τον φίλο μου» θυμάμαι να μου λέει τότε ο Νίκος, που είχε συναναστραφεί επί ίσοις όροις με μπόλικα από τα ινδάλματά του στο σινεμά και τη μουσική). Τι να το κάνεις, θα μου πεις, από κατευόδια και νεκρολογίες έχουμε γκώσει στην εποχή της αναιμικής νοσταλγίας, όμως είναι κάτι σπουδαίο –δεν είναι;– να φεύγεις με την αγάπη και τη φιλία τόσων ανθρώπων που βρέθηκαν στην τροχιά του έργου και της παρέας σου να σε συνοδεύουν. Ειδικά αν πίστευες στις απελευθερώσεις και στις υπερβάσεις και υπήρξες τόσο χαρακτηριστικά Ρομαντικός (με όλη τη λαχτάρα, την προσμονή και την παθολογία που αυτό συνεπάγεται), όπως ήταν οπωσδήποτε ο Ν.Τ.

 

Μία από τις τελευταίες φορές που τον συνάντησα ήταν όταν με προσκάλεσε να καταθέσω κι εγώ την «καμένη» μαρτυρία μου για το Ρόδον στο αφιερωματικό φιλμ που έκανε για τον θρυλικό (δεν κολλάει άλλη λέξη, τι να κάνουμε) χώρο στο πλαίσιο της σειράς «Τα Στέκια».


Σκόρπιες αναμνήσεις... Πρώτη επαφή με το σύμπαν του, η ταινία του για τον Momus στο πλαίσιο μιας παρουσίασης «εργασιών» Ελλήνων αποφοίτων του London School of Film το 1992 στο Λονδίνο (και ο Μπίστικας ήταν εκεί, θυμάμαι). Και μετά, στην Αθήνα των '90s, ο Νίκος, ως δικός μας εκπρόσωπος στη συνομοταξία Τζάρμους - Καουρισμάκι - Άλεξ Κοξ κ.λπ. (γνήσια και ανεπιτήδευτη αγάπη για το λούμπεν και το νουάρ), σινεμά, μουσικές, διοργάνωση συναυλιών, τσιγάρα, αλκοόλ κ.λπ. Μια παλιά αφίσα της πολύ μοντέρνας για το 1964 ελληνικής ταινίας 201 Καναρίνια με τον Χάρρυ Κλυνν. Μου τη χάρισε αμέσως μόλις την πρόσεξα εκεί, στα γραφεία της οδού Αστροναυτών (ήταν μοιραίο να ονομαστεί Gagarin ο χώρος που μας χάρισε ο Νίκος όταν χάσαμε το Ρόδον), στο Χαλάνδρι. «Μην ακούς Flaming Lips, Flaming Stars ν' ακούς» μου 'χε πει γελώντας μία από τις φορές που έφερε τους δεύτερους για συναυλία. Εννοείται ότι τους αγαπούσα αμφότερους, όπως κι ο ίδιος δηλαδή, και λίγα χρόνια μετά έφερε και τους Lips, ένα παγωμένο κυριακάτικο βράδυ, σε μία από τις πιο συγκλονιστικές και απόκοσμα μαγικές συναυλίες που έχω βρεθεί ποτέ. Θυμάμαι τον Screamin' Jay Hawkins στο ντοκιμαντέρ του Νίκου να στέκεται μόνος και ελαφρά σαλεμένος στη σκηνή της άδειας Λυρικής Σκηνής και να μονολογεί ότι σε τέτοια μέρη έπρεπε να εμφανίζεται. Μία από τις τελευταίες φορές που τον συνάντησα ήταν όταν με προσκάλεσε να καταθέσω κι εγώ την «καμένη» μαρτυρία μου για το Ρόδον στο αφιερωματικό φιλμ που έκανε για τον θρυλικό (δεν κολλάει άλλη λέξη, τι να κάνουμε) χώρο στο πλαίσιο της σειράς «Τα Στέκια». Τελικά «κόπηκα» γιατί είχα πάει άυπνος στο γύρισμα και δεν μπορούσα ν' αρθρώσω λέξη. Εκείνη τη μέρα είχε μπανταρισμένο το μάτι και φορούσε σκούρα γυαλιά βραδιάτικα. Τον ρώτησα τι έπαθε. «Ε, αυτά που παθαίνω μόνο εγώ όλη την ώρα...».

 

Αναζητώντας κάποιο κείμενο που να ταιριάζει στη θλιβερή περίσταση, μου 'ρθε σαν φλας το άρθρο που είχε γράψει ο Lester Bangs το 1970 για τους Stooges με τίτλο «Of pop and pies and fun» και υπότιτλο «Ένα πρόγραμμα μαζικής απελευθέρωσης υπό τη μορφή κριτικής παρουσίασης των Stooges» και καταλήγει ως εξής, συμπεριλαμβάνοντας στοιχεία υπέρβασης και συμπαντικού χιούμορ τόσο από το rock&roll όσο και από το σινεμά, τις μεγάλες αδυναμίες του Νίκου Τριανταφυλλίδη και τόσων άλλων:

 

ΣΕΙΡΑ ΣΟΥ ΤΩΡΑ

 

Αυτά, λοιπόν. Οι κόποι μου υπήρξαν έντονοι, αλλά ενδελεχείς, και κάθε θολή ουράνια σφαίρα που βρίσκεται σε τροχιά γύρω απ' αυτά τα τελευταία λόγια θα πρέπει να καταστεί σατόρι και να πουληθεί στην εταιρεία Ποπ&Σία. Κι όμως, σαν ν' ακούω την ορδή των ανεπρόκοπων εκεί έξω να μυξοκλαίει: «Μας δουλεύεις;». Ή, για να το θέσουμε πιο ουσιαστικά, δεν μας δουλεύουν οι Stooges από το Πρώτο Ουρλιαχτό τους; Και η απάντηση, φυσικά, είναι Ναι. Διότι, όπως το είχε θέσει η Pauline Kael με τον χαρακτηριστικά επιγραμματικό τρόπο της: «Το να σε δουλεύουν σημαίνει να σε θέτουν επί τόπου, να σε στριμώχνουν, να σε ανεβάζουν στη σκηνή, να γίνεσαι το ανδρείκελο, το κορόιδο [stooge] σε μια κωμική παράσταση. Οι θεατές του "Μπόνι και Κλάιντ" γελάνε, θέλοντας να αποδείξουν ότι δεν είναι κορόιδα –ότι το πιάνουν το αστείο– την ώρα που δέχονται την πρώτη σφαίρα κατευθείαν στο πρόσωπο». Μερικές από τις πιο δυνατές αισθητικές εμπειρίες των καιρών μας, από το «Γυμνό Γεύμα» ως το «Μπόνι και Κλάιντ», στήνουν το κοινό τους κατ' αυτό τον τρόπο, εξωτερικεύοντας και μεγεθύνοντας τον μυστικό πυρήνα της αρρώστιας που αντανακλάται στις μακάβριες φαντασιώσεις που εκείνο καταναλώνει, όπως ακριβώς οι πιο έντονοι φόβοι κι οι πιο βαθιές προκαταλήψεις μας γίνονται το υλικό των αστείων που λέμε ο ένας στον άλλον... Ο σουγιάς είναι πιο ισχυρός από την πένα. Αυτή η απειλή όμως είναι καθαρτήρια: όλοι περάσαμε ωραία [real cool time] και το τέλος είναι απελευθέρωση.