Εκατό φορές σκυλάδικο που ξέρεις τι παίζει και δεν υπάρχουν ψευδαισθήσεις μεγαλείου –μόνο σάπια εκτόνωση, στάνταρ τελετουργίες και χανγκόβερ με το καλησπέρα–, παρά μουσικές «παραστάσεις» έγκυρων καλλιτεχνών σε ιστορικά και μη λαϊβάδικα, τα οποία συχνά σου πιάνουν χειρότερα τον κώλο άμα κλείσεις τραπέζι. Αυτή την αποψάρα, θυμάμαι, κατέθετα παλιά, όταν τύχαινε ποτέ να πέσει σε τέτοια ψευτοδιλήμματα η κουβέντα, ασφαλής στην αποστασιοποίησή μου και από πίστες και από «σκηνές». Με τα χρόνια άλλαξα σκοπό. Ξέφτισε μέσα μου όσο να 'ναι η έλξη ενός αφηρημένα λούμπεν εξωτισμού και η ζαβή ιδέα περί μιας μυθικής αυθεντικότητας που σε στέλνει τουριστική θέση σε πάσης φύσεως κωλάδικα. Αλλά, κυρίως, επικράτησε η συνειδητοποίηση ότι η ζωή είναι μικρή για να μην πηγαίνεις να δεις και ν' ακούσεις κάποιον που αγαπάς μέσα απ' τα τραγούδια του, επειδή έχεις πρόβλημα με τον χώρο, με το πλαίσιο γενικά της συγκεκριμένης ζωντανής εμφάνισης. Η έμφαση είχε μετατοπιστεί στο «ζωντανή»: σπουδαίο πράγμα να δεις κάποιον σημαντικό live ενώπιόν σου, αλλά και όσο είναι ακόμα εν ζωή, κάτι που μοιάζει όλο και πιο επείγον όσο περνούν τα χρόνια, ακόμα κι αν αυτό συχνά σημαίνει στήριξη της φρικαλέας κουλτούρας αρπαχτών επανεμφανίσεων ηλικιωμένων σταρ λίγο πριν από την τιμητική αποστρατεία, που βιώνουμε εδώ και πολύ καιρό.


Οπότε μου φάνηκε μάλλον δυσοίωνη η «αυτοσαρκαστική» διαφημιστική ατάκα της εμφάνισης του Διονύση Σαββόπουλου με την Ελένη Βιτάλη στο Κύτταρο (έλα Ηπείρου κι Αχαρνών να σε γιουχαΐσω κ.λπ.): «Προσοχή, εμφάνιση ηλικιωμένων...». Όχι, ρε Νιόνιο, έλεος, εντάξει, ξέρεις ότι ξέρουμε ότι ξέρεις ότι ξέρουμε, αλλά ας κρατήσουμε και λίγο τα προσχήματα. Παρ' όλα αυτά, ψήθηκα εύκολα να πάω να τους δω μαζί με ελαφρά καρδιά, χωρίς φόβο, πάθος και μεγάλες προσδοκίες. Απεδείχθη, όμως, για άλλη μια φορά ότι οι καλές προθέσεις σε πάνε μέχρι ένα σημείο μόνο. Ήταν φανερό από την αρχή ότι το σαββοπουλικό κομμάτι δεν θα λειτουργούσε για μένα (η Ελένη Βιτάλη αποτελεί δύναμη της φύσης και του πάλκου και βαρύ χαρτί, ασχέτως μπάντας και ενορχήστρωσης, αν και ούτε κι αυτή έμοιαζε να 'ναι στις καλές της), και δεν έφταιγε ο Σαββόπουλος ούτε επρόκειτο για καμιά από τις άρπα-κόλλα αρπαχτές συμπράξεις της κρίσης.

 

Με το φορείο και τον προβολέα. Από τον Δημήτρη Πολιτάκη

 

Καμιά φορά, ο νεότερος εαυτός έχει δίκιο για πάντα, με την έννοια ότι κάποια κριτήρια –εσφαλμένα ή όχι, δεν έχει σημασία– δεν πρόκειται ν' αλλάξουν όσους ρεβιζιονισμούς κι αν επιχειρείς κατά την «ωριμότητα».


Εγώ έφταιγα, που νόμιζα ότι θα αντιληφθώ επιτέλους και θα αφεθώ να απολαύσω αυτόν το ρόλο του διαταξικού διασκεδαστή/πανηγυρτζή που αναλαμβάνει στη σκηνή εδώ και χρόνια. Δεν μου κάθεται, όμως, κάτι κλοτσάει πάντα στα σκέρτσα του, που μοιάζουν σαν αποτέλεσμα υπερβολικής αυτοσυνείδησης, σαν κάποιο σχόλιο περί κεφιού και μέθεξης που γίνεται από απόσταση, παρά σαν ηλεκτρισμένη περφόρμανς στη σκηνή. Σήκω ψυχή μου, δώσε ρεύμα, αλλά όχι και να καούμε κιόλας. Τα ελάχιστα βαριά, μελαγχολικά κομμάτια του ρεπερτορίου ξεπετάχτηκαν αμήχανα (ένα στενό ζεϊμπέκικο για τον Νίκο, δυο-τρεις αράδες δηλαδή) και πολλά από τα τυπικά εμβόλιμα αφηγηματικά γκαγκ σκόνταφταν πριν φτάσουν στο ετερόκλητο κοινό, που έμοιαζε πιο δεκτικό στα αδιάφορα ποτ πουρί τμήματα του προγράμματος. Το «Δίχτυ» και κολλητά η «Φωτοβολίδα»; Έλεος.

 

Καμιά φορά, ο νεότερος εαυτός έχει δίκιο για πάντα, με την έννοια ότι κάποια κριτήρια –εσφαλμένα ή όχι, δεν έχει σημασία– δεν πρόκειται ν' αλλάξουν όσους ρεβιζιονισμούς κι αν επιχειρείς κατά την «ωριμότητα». Είναι τόσο πολλά τα σημαντικά τραγούδια του Σαββόπουλου, που είναι εντελώς αδύνατον να τον αμφισβητήσεις –ακόμα και στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων έμοιαζε αλώβητος από το γενικό μπάχαλο, σαν να ίπταται πάνω από τις περιστάσεις–, απλώς χωνεύεται κάπως δύσκολα αυτή η επιθυμία του να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα ως ευεργετικός πάτερ φαμίλιας, πάντα ν' ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε, βρε. Από την άλλη, πώς μπορείς να τον αδικήσεις; Ας αναλογιστούμε μόνο ότι όταν διοργάνωσε εκείνο το απίστευτο συναυλιακό βαριετέ στο Ολυμπιακό Στάδιο το '83, με 80.000 κοινό και επίσημους καλεσμένους τους πάντες, από τον Βέγγο και τον Τσαρούχη μέχρι τον Χατζιδάκι και τον Τσιτσάνη, ήταν μόνο 39 χρονών. Και στο φινάλε, εμείς τον χρίσαμε τοποτηρητή μιας ιδανικής ελληνικότητας, ειδικά μετά τον θάνατο του Χατζιδάκι, δεν την ψώνισε από μόνος του. Αποχωρώντας από το μαγαζί, σκεφτόμουν με δόση μελαγχολίας (είμαι μαυρόψυχος, το παραδέχομαι) τα φινάλε από τη «Μικρή Ελλάδα», το ντουέτο του με τη Βιτάλη από τη «Ρεζέρβα». Εκείνη: «Τι παραμιλάς; Πού καιρός και τόπος για εξόδους, εξαντλώντας χρόνο κι όρια. Τελείως υπεύθυνη για όλα, ούτως ή άλλως σ' εμένα θα σε φέρνουν, βάζοντας μπροστά, σπάζοντας τα μούτρα σου στο τέλος». Εκείνος: «Αχ, Θοδώρα όμικρον, με αίμα σε ανατρέφω, από τούτη τη δουλειά καλύτερη δεν έχω».