Μια βασική και σταθερή επιδίωξη του Αλέξη Τσίπρα είναι να έχει πάντα εκείνος την πρωτοβουλία και να καθορίζει την ατζέντα. Αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα στο πολιτικό παιχνίδι και η αλήθεια είναι ότι τα πάει πολύ καλά σε αυτό.

 

Ειδικά όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά σε κανέναν άλλο τομέα, είναι πολύ σημαντικό ‒για την πολιτική σου επιβίωση‒ να μπορείς εύκολα να αλλάζεις την ατζέντα, πηγαίνοντάς τη στα θέματα που βολεύουν, μακριά από την ενοχλητική επικαιρότητα.

 

Έτσι και τώρα, που οι πολίτες διαπιστώνουν ότι, παρά την υποτιθέμενη έξοδο από τα μνημόνια, η φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας βαθαίνει. Από το 2015 μέχρι σήμερα, στα χρόνια της κυβέρνησης Τσίπρα, έχουν γίνει περίπου 4.850.000 κατασχέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς, πολλές εκ των οποίων αφορούν επιδόματα φτωχών πολιτών, ακόμα και αναπήρων και ασθενών. Πώς να αντιμετωπίσει αυτή την πραγματικότητα, όταν δεν έχει κανένα σχέδιο και καμία λύση και όταν ο ίδιος το 2015 δήλωνε: «Η μετατροπή της ελληνικής κοινωνίας σε μια αρένα κατασχέσεων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε από την ελληνική κυβέρνηση ούτε από την Ευρώπη που ασπάζεται τις αρχές της αλληλεγγύης».

 

Αλλαγή ατζέντας, λοιπόν, για να ξεχαστεί η πραγματικότητα.

 

 Σε κάθε περίπτωση, αυτό που ενδιαφέρει τους πολίτες και παραβλέπουν είναι να δημιουργηθεί πλαίσιο το οποίο να μην επιτρέπει την κατάχρηση του δημόσιου χρήματος ή τον παράνομο πλουτισμό των πολιτικών σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος. Και για το θέμα αυτό δεν έχει γίνει τίποτα.

 

 

 

Το ένα θέμα που φέρνει η κυβέρνηση είναι η πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, για το οποίο δέχεται ήδη κριτική, ότι για λόγους κομματικής σκοπιμότητας το παρουσιάζει λίγους μήνες πριν από τις εκλογές, ενώ είχε άπλετο χρόνο, τέσσερα ολόκληρα χρόνια, για να συζητηθεί ουσιαστικά.

 

Με ενδιαφέρον αναμένεται η πρόταση της κυβέρνησης για τον περιβόητο νόμο περί (μη) ευθύνης υπουργών, καθώς, όσο ήταν στην αντιπολίτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ ασκούσε δριμεία κριτική, αλλά από τότε που βρέθηκε στην κυβέρνηση δεν δείχνει να επείγεται ούτε και να το θέτει στις προτεραιότητες του. Αξίζει να σημειωθεί ότι και σε προηγούμενες αναθεωρήσεις οι τότε κυβερνώντες διαβεβαίωναν ότι θα τον άλλαζαν και θα τον βελτίωναν, αλλά αυτό που τελικά νομοθετούσαν ήταν η διατήρηση του ακαταδίωκτου, με αλλαγές που δεν πείραζαν την ουσία.

 

Το Μαξίμου ελπίζει ‒και θα το επιδιώξει το επόμενο διάστημα‒ η δημόσια συζήτηση που θα κυριαρχεί να αφορά το πώς θα εκλέγεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και το θέμα του διαχωρισμού ή μη της Εκκλησίας από το κράτος ‒ που θεωρεί προνομιακό ζήτημα, καθώς με τη ρητορική θα προσπαθεί να ψαρεύει στα νερά της κεντροαριστεράς και στην πράξη θα προσπαθεί να συνδιαλλαγεί με την Εκκλησία, κατά τη συνήθη πρακτική του Αλέξη Τσίπρα.

 

Το άλλο θέμα, που προσπαθούν να κρατήσουν στην επικαιρότητα με κάθε τρόπο είναι η υπόθεση του Γιάννου Παπαντωνίου μέσα από την πρόσφατη προφυλάκισή του για την πολύ παλιά και γνωστή υπόθεση (σ.σ. η προφυλάκιση δεν είναι ποινή, ως γνωστόν, αφού ο Γ. Παπαντωνίου δεν έχει ακόμα δικαστεί), ελπίζοντας σε πολιτικά οφέλη, καθώς η Novartis για την ώρα δεν έχει αποδώσει τους καρπούς που ήθελαν.


Για την πολιτική αξιοποίηση της υπόθεσης του Γιάννου Παπαντωνίου, ωστόσο, υπήρξε αρκετός προβληματισμός στον ΣΥΡΙΖΑ, παρότι αυτός δεν εκφράστηκε δημόσια. Αρκετά στελέχη θεώρησαν εσφαλμένη την κίνηση, από τη στιγμή που έχουν αποφασίσει την πολιτική τους μετατόπιση στην κεντροαριστερά ‒την εκσυγχρονιστική, στην οποία ανήκε ο Γιάννος Παπαντωνίου, αλλά και τη λαϊκιστική, στην οποία ανήκε ο Άκης Τσοχατζόπουλος‒ και ήδη έχουν «στρατολογήσει» στην κυβέρνηση Τσίπρα αρκετούς από τους συνεργάτες τους.

 

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που ενδιαφέρει τους πολίτες και παραβλέπουν είναι να δημιουργηθεί πλαίσιο, το οποίο να μην επιτρέπει την κατάχρηση του δημόσιου χρήματος ή τον παράνομο πλουτισμό των πολιτικών σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος. Και για το θέμα αυτό δεν έχει γίνει τίποτα, όπως ομολογούν και κάποια δυσαρεστημένα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε, κατηγορίες, ακόμα και καταγγελίες, έχουν υπάρξει για τους περισσότερους υπουργούς Άμυνας της Μεταπολίτευσης.

 

Ποιος θυμάται, άραγε, τον κυβερνητικό εταίρο Πάνο Καμμένο στο debate των πολιτικών αρχηγών το 2015, που είπε στον επίσης πρώην υπουργό Άμυνας Βαγγέλη Μεϊμαράκη ότι είναι υπόδικος; «Ο Καρατζαφέρης σας έλεγε μπροστάντζα, ότι τα αρπάξατε δηλαδή για τα υποβρύχια» του είχε πει, αλλά η υπόθεση αυτή έκτοτε (και παρά τα πρωτοσέλιδα κυριακάτικης εφημερίδας) εξαφανίστηκε από τη δημοσιότητα.

 

Αν δεν υπάρξει θεσμικό πλαίσιο προστασίας, λογοδοσίας, ελέγχου αλλά και τιμωρίας, το πολιτικό σύστημα θα συνεχίσει να παράγει Γιάννους και Άκηδες, αλλά και άλλους, των οποίων οι υποθέσεις δεν είδαν το φως της δημοσιότητας και δεν ασχολήθηκε η Δικαιοσύνη μαζί τους. Κάθε φορά μια επόμενη κυβέρνηση θα μπορεί να αποφασίζει αν θα αξιοποιεί ή όχι τις υποθέσεις αυτές, ανάλογα με το πολιτικό κλίμα και τις όποιες συναλλαγές.

 

Το θέμα δεν είναι, λοιπόν, να ρίχνουμε πού και πού έναν στο Κολοσσαίο για να συνεχίζουν οι υπόλοιποι ανενόχλητοι. Το θέμα είναι να σταματήσει η χώρα να είναι μπανανία.