Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΗΡΕ τελικά το ρίσκο να ανοίξουν τα λύκεια την ερχόμενη Δευτέρα, παρότι το επιδημικό κύμα βρίσκεται ακόμα σε έξαρση στη χώρα μας. Το υπουργείο Παιδείας πίεζε εδώ και πολύ καιρό για το άνοιγμα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, και πρωτίστως στα λύκεια. Στην κυβέρνηση γνωρίζουν καλά ότι όλο αυτό το διάστημα ούτε όλοι οι μαθητές είχαν τα κατάλληλα μέσα για να συμμετάσχουν στην τηλεκπαίδευση (αρκετά παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα από το κινητό) ούτε αυτή μπορούσε να αντικαταστήσει τη διά ζώσης διδασκαλία και να καλύψει όλα τα κενά.

 

Αυτό, μεταξύ άλλων, δημιουργεί και θέματα ισονομίας, γι’ αυτό, ειδικά η Γ’ Λυκείου, ήταν προτεραιότητα, καθώς σε δύο μήνες είναι οι πανελλαδικές εξετάσεις, που μάλιστα θα γίνουν με δυσμενέστερους όρους απ’ ό,τι την προηγούμενη χρονιά. Οι μαθητές που θα δώσουν φέτος κάνουν μαθήματα για δεύτερη χρονιά υπό τις έκτακτες συνθήκες της πανδημίας και εξαιτίας της έχουν περισσότερα κενά, ενώ οι βάσεις εισαγωγής στις σχολές θα είναι υψηλότερες.

 

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επαναλειτουργία των σχολείων μπορεί να είναι ασφαλής αν γίνει με κανόνες και τήρηση των μέτρων προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των αυτοδιαγνωστικών τεστ, και επιμένει ότι το κλείσιμο των σχολείων επιβαρύνει σημαντικά τους μαθητές όχι μόνο σε επίπεδο μαθησιακό αλλά και ψυχικής υγείας.


Παρά τους λόγους που συνηγορούν υπέρ του ανοίγματος, ο κίνδυνος παραμένει υψηλός και δεν μπορεί να αγνοηθεί, ειδικά μετά την επικράτηση των μεταλλάξεων και τα νέα δεδομένα, που καταδεικνύουν ότι οι μαθητές δεν είναι απρόσβλητοι. Πολλοί επιστήμονες και μέλη της επιτροπής εξέφραζαν όλο αυτό το διάστημα τις ανησυχίες τους για τον κίνδυνο να αυξηθεί κι άλλο η διασπορά του ιού αν ανοίξουν τα σχολεία.

 

Η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως, ωστόσο, προκειμένου να άρει τις επιφυλάξεις τους, παρουσίασε στα μέλη της επιτροπής των εμπειρογνωμόνων την πρότασή της για ασφαλή επιστροφή των μαθητών και εκείνοι τελικά δέχτηκαν (κατά πλειοψηφία), με την προϋπόθεση των υποχρεωτικών τεστ, όπως έχει γίνει και σε άλλες χώρες.

 

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, πολλοί λοιμωξιολόγοι συνέχισαν να εκφράζουν επιφυλάξεις και γνωμοδότησαν αρνητικά, μεταξύ των οποίων και ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επαναλειτουργία των σχολείων μπορεί να είναι ασφαλής αν γίνει με κανόνες και τήρηση των μέτρων προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των αυτοδιαγνωστικών τεστ, και επιμένει ότι το κλείσιμο των σχολείων επιβαρύνει σημαντικά τους μαθητές όχι μόνο σε επίπεδο μαθησιακό αλλά και ψυχικής υγείας. «Εφόσον δοθεί το πράσινο φως, τα πρωτόκολλα θα διασφαλίζουν ότι δεν θα υπάρξει κίνδυνος» έλεγαν στο υπουργείο Παιδείας εδώ και μέρες.

 

680
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ της κυβέρνησης να ανοίξουν τα σχολεία και τη μη αμφισβήτηση της επιβάρυνσης των μαθητών από το κλείσιμό τους, αρκετοί επαΐοντες, όπως ο γιατρός-ερευνητής Γιώργος Παυλάκης, συνεχίζουν να προειδοποιούν ότι αυτό θα έχει ως συνέπεια την έκρηξη των κρουσμάτων. Τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι σημαντικοί επιστήμονες τονίζουν επίσης ότι ο εμβολιασμός δεν είναι πανάκεια, επιμένουν ότι δεν είναι ώρα για ανοίγματα και ότι πρέπει να συνεχίσουν όλοι να τηρούν αυστηρά τα μέτρα προστασίας.

 

Έτσι, η κυβέρνηση, παρά τη διχογνωμία στις τάξεις των επιστημόνων, ανέλαβε την πολιτική ευθύνη (καθώς εκείνη έχει, έτσι κι αλλιώς, την ευθύνη των αποφάσεων) για το άνοιγμα των σχολείων. Φρόντισε όμως μέρος της ευθύνης να μεταφερθεί στους φορείς της εκπαιδευτικής κοινότητας, καθώς οι γονείς θα υπογράφουν κάθε εβδομάδα μια υπεύθυνη δήλωση, στην οποία θα αναφέρουν ότι το παιδί τους υπεβλήθη σε τεστ και θα δηλώνουν το αποτέλεσμα. Η προστασία της εκπαιδευτικής κοινότητας, μαθητών, καθηγητών και γονέων, θα επαφίεται στην ατομική και κοινωνική ευθύνη, την οποία επικαλούνται συχνά τα κυβερνητικά στελέχη αυτές τις μέρες.

 

Τις προηγούμενες μέρες ψηφίστηκε στη Βουλή και διάταξη που καθιστά υποχρεωτικά τα τεστ για τη συμμετοχή μαθητών, φοιτητών, σπουδαστών και καταρτιζομένων στα διά ζώσης μαθήματα, καθώς και στις εξετάσεις. Σύμφωνα, μάλιστα, με τη διάταξη που αφορά και εκπαιδευτικούς, «ορίζεται ως προϋπόθεση προσέλευσης στον τόπο παροχής εργασίας ή άσκησης του λειτουργήματος ότι ο απασχολούμενος δεν έχει βρεθεί θετικός μετά από διαγνωστικό έλεγχο νόσησης από τον κορωνοϊό Covid-19».

 

Ο καθηγητής Πολιτικής της Υγείας του LSE Ηλίας Μόσιαλος, μιλώντας στη LiFO, ανέφερε ότι στη Βρετανία τα τεστ αυτοδιάγνωσης στα σχολεία λειτούργησαν καλά, ενώ κι άλλοι επιστήμονες δεν συμφωνούν με την επιβολή αυστηρών απαγορευτικών μέτρων. 


Η κυβέρνηση, που αυτήν τη φορά δεν ακολουθεί την πολιτική Μέρκελ, η οποία ζητά αυστηρό lockdown, προσπαθεί να ερμηνεύσει τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, διαβάζοντας σε αυτά «κόπωση» των πολιτών, που έχει ως συνέπεια τη μη τήρηση των μέτρων. Γι’ αυτό η θέση που επαναλάμβαναν διαρκώς αυτές τις μέρες ήταν να δώσουν στον κόσμο «κάποιες βαλβίδες αποσυμπίεσης» και να τους «διοχετεύσουν σε πιο ελεγχόμενους χώρους, ώστε το λιανεμπόριο να αντικαταστήσει τις συναθροίσεις στα σπίτια, τις πλατείες και τον συνωστισμό έξω από καφέ και μπαρ».

 

Η απόφαση για το άνοιγμα των σχολείων σε περίοδο έξαρσης του νέου κορωνοϊού και των μεταλλάξεων δίχασε τους επιστήμονες και αναμφίβολα είναι υψηλού ρίσκου. Οι επόμενες εβδομάδες θα δείξουν αν η κυβέρνηση θα δικαιωθεί ή θα χρεωθεί το ρίσκο αυτό.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.