ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΑΙΣΙΟΔΟΞΕΙ
η κυβέρνηση ότι θα τα καταφέρει με την πανδημία και ο πρωθυπουργός μιλά για το «τελευταίο μίλι» και το «φως στο τούνελ», η ανησυχία για την οικονομία είναι έκδηλη σε όλους τους κλάδους, καθώς τα πράγματα δεν πηγαίνουν καθόλου καλά. Πριν από λίγες μέρες, άλλωστε, η Eurostat αποκάλυψε το πραγματικό μέγεθος της ζημιάς στην ευρωπαϊκή οικονομία για το 2020 και, σύμφωνα με τις χειμερινές εκτιμήσεις της Επιτροπής, η ύφεση στη χώρα μας ανήλθε στο -10%. Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη ύφεση στην Ε.Ε. των 27, μετά την Ισπανία, που κατέγραψε -11%.


Η επιδείνωση αποδίδεται κυρίως στη μείωση του τουρισμού και στην εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από αυτόν, αλλά και στην υποχώρηση της κατανάλωσης λόγω των περιοριστικών μέτρων. Βέβαια, η Επιτροπή προβλέπει επιστροφή στην ανάπτυξη για το 2021, αλλά η χρονιά ξεκίνησε αδύναμα και, σύμφωνα με την αγορά, για την ώρα δεν υπάρχει αισιόδοξη προοπτική. Ακόμα και κύκλοι του ΣΕΒ προβλέπουν δύσκολες καταστάσεις για το επόμενο διάστημα στην οικονομία, οι οποίες δεν αποκλείεται να εκφραστούν και κοινωνικά.


Τα τελευταία στοιχεία της Ε.Ε., πάντως, επιβεβαιώνουν τους ξένους αναλυτές, που είχαν προβλέψει από την αρχή της πανδημίας ότι η Ελλάδα θα επηρεαζόταν περισσότερο από άλλες χώρες, λόγω της εξάρτησής της από τον τουρισμό, εκτίμηση την οποία ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, δεν συμμεριζόταν, καθώς πίστευε ότι η Ελλάδα θα είχε μικρότερη ύφεση από την υπόλοιπη Ε.Ε. Στην πορεία, ωστόσο, αναγκάστηκε κι αυτός να αναθεωρήσει.

 

Για την κυβέρνηση ο εμβολιασμός συνδέεται άμεσα με τον τουρισμό και την οικονομική ανάκαμψη. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον ο πρωθυπουργός επιμένει στην προώθηση του πιστοποιητικού εμβολιασμού, καθώς εκτιμά ότι κάτι τέτοιο θα διευκολύνει και θα στηρίξει τον ελληνικό τουρισμό.

Η κυβέρνηση προσπαθεί τώρα να ρίξει όλο το βάρος στην υλοποίηση του εθνικού σχεδίου για τον εμβολιασμό και γνωρίζει ότι, αν δεν πετύχει σύντομα ένα καλό αποτέλεσμα, ο τουρισμός θα είναι για δεύτερη χρονιά καταδικασμένος. Για την κυβέρνηση ο εμβολιασμός συνδέεται άμεσα με τον τουρισμό και την οικονομική ανάκαμψη. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο πρωθυπουργός επιμένει στην προώθηση του πιστοποιητικού εμβολιασμού, καθώς εκτιμά ότι κάτι τέτοιο θα διευκολύνει και θα στηρίξει τον ελληνικό τουρισμό.

 

Κατά τα άλλα, οι εμβολιασμοί συνεχίζονται, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να ανεβάσει ταχύτητα, εγκαινιάζοντας δύο μεγάλα εμβολιαστικά κέντρα τις προηγούμενες μέρες, και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προβαίνει σε νέες συμφωνίες με τη Moderna και την Pfizer για νέες προμήθειες εκατοντάδων εκατομμυρίων επιπλέον δόσεων, σε μια προσπάθεια να διορθώσει τις αστοχίες.

 

Η εστίαση της Πολιτικής Προστασίας στην πανδημία και στους εμβολιασμούς φαίνεται ότι δεν της επέτρεψε να δράσει εγκαίρως στα άλλα μέτωπα, όπου παρατηρήθηκαν προφανείς ανεπάρκειες. Η σφοδρή χιονόπτωση αποδιοργάνωσε για άλλη μια φορά το κράτος, με χιλιάδες σπίτια να μένουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα (και κάποια χωρίς νερό) και την τοπική αυτοδιοίκηση να καβγαδίζει, εκ των υστέρων, με την κεντρική διοίκηση για τις συναρμοδιότητες και το ποιος ευθύνεται για τα δέντρα που δεν κλαδεύτηκαν και τα καλώδια που δεν έχουν υπογειοποιηθεί.

 

Η μεγαλύτερη κινητικότητα αυτές τις μέρες υπήρξε μάλλον στο διπλωματικό πεδίο, που δεν επηρεάζεται ιδιαίτερα ούτε από την πανδημία, ούτε από τον καιρό. Την εβδομάδα αυτή ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, εκτός των άλλων, είχε και την πρώτη του, αναγνωριστική τηλεφωνική επικοινωνία με τον νέο υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Άντονι Μπλίνκεν. Τηλεφωνική επικοινωνία, ωστόσο, είχε και με τον Ρώσο ομόλογό του, Σεργκέι Λαβρόφ, καθώς και με τον Γερμανό Χάικο Μάας. Βέβαια, τίποτε απ' όσα συζητούνται επί της ουσίας δεν γίνεται γνωστό. Στο μεταξύ, και ενώ υποτίθεται ότι γίνονται προσπάθειες για τη μείωση της έντασης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ο υδρογραφικός σταθμός της Σμύρνης εξέδωσε NAVTEX για υδρογραφικές έρευνες του ωκεανογραφικού πλοίου «Τσεσμέ» στην περιοχή μεταξύ Λήμνου και Σκύρου μέχρι τις 2 Μαρτίου.

  

Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών έχει στραμμένη την προσοχή του στη νέα διοίκηση των ΗΠΑ, περιμένοντας να δει πώς θα αντιμετωπίσει την Τουρκία στην πράξη. Ο Νίκος Δένδιας, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, μίλησε στον νέο Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν (που προηγουμένως είχε μιλήσει με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου), για την ενίσχυση των σχέσεων της Ελλάδας με τις χώρες της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου, καθώς και για την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο και την Τουρκία.

 

Οι πολιτικές εξελίξεις την εβδομάδα που χιόνισε στην Αθήνα
Με την αλλαγή της κυβέρνησης στις ΗΠΑ και την απομάκρυνση του Τραμπ τελειώνει η οικογενειακή «διπλωματία των γαμπρών» και η εξωτερική πολιτική επιστρέφει εκεί όπου παραδοσιακά ασκούνταν.

 

Το τελευταίο διάστημα ακούγεται και γράφεται όλο και πιο συχνά ότι «οι ΗΠΑ επιστρέφουν στην περιοχή». Τι σημαίνει όμως αυτό, ειδικά για την Ελλάδα και το ελληνοτουρκικό ζήτημα; Επί Τραμπ, η εξωτερική πολιτική ασκούνταν σε δύο επίπεδα. Το ένα ήταν στη βάση των προσωπικών συμφερόντων του Τραμπ ‒ βλέπε «διπλωματία των γαμπρών», η οποία ασκούνταν από τον ίδιο και το οικογενειακό του περιβάλλον. Το άλλο ήταν στη βάση των συμφερόντων των ΗΠΑ, όπως αυτά εκφράζονταν από το State Department και τον Μάικ Πομπέο, ο οποίος, πιο διακριτικά στην αρχή και πιο φανερά προς το τέλος, διαφοροποιούνταν συχνά από την προσωπική γραμμή Τραμπ.

 

Ειδικά στο θέμα της Τουρκίας, κάτι που στο τέλος της θητείας του ήταν παραπάνω από προφανές. Με την αλλαγή της κυβέρνησης στις ΗΠΑ και την απομάκρυνση του Τραμπ τελειώνει η οικογενειακή «διπλωματία των γαμπρών» και η εξωτερική πολιτική επιστρέφει εκεί όπου παραδοσιακά ασκούνταν. Φυσικά, για χώρες όπως η Ελλάδα αυτό από μόνο του δεν λέει πολλά. Και οι πανηγυρισμοί από εκείνους που πιστεύουν ότι ο Μπάιντεν θα είναι πιο κοντά στην Ελλάδα και θα τη «βοηθήσει» είναι αφελείς, αφού κανένας σοβαρός αναλυτής δεν είναι σε θέση να προβλέψει από τώρα με βεβαιότητα πώς θα εξελιχθεί η σχέση των ΗΠΑ με την Τουρκία, παρά τις κατηγορίες που έχουν ανταλλάξει κατά καιρούς Μπάιντεν και Ερντογάν.

 

Η εξωτερική πολιτική είναι μια πολύ πιο σύνθετη υπόθεση. Δεν είναι θέμα καλών και κακών, φιλελλήνων και ανθελλήνων. Στην εξωτερική πολιτική υπάρχουν μόνο συμφέροντα και αυτά καθορίζουν τον «φιλελληνισμό» ή τον «φιλοτουρκισμό» των υπολοίπων χωρών. Και η Τουρκία είναι μια πολύ χρήσιμη χώρα για τις μεγάλες δυνάμεις ή για τις χώρες που θέλουν να γίνουν μεγάλη δύναμη, γιατί, μεταξύ άλλων, μπορεί να κάνει «βρόμικες» δουλειές για λογαριασμό τους, χωρίς να λερωθούν οι ίδιες. Δουλειές που μια χώρα σαν την Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει.


Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, το γεγονός ότι τελειώνει η «διπλωματία των γαμπρών» αντικειμενικά είναι θετικό για την Ελλάδα, απλώς από μόνο του δεν είναι ικανό να αλλάξει κάτι δραματικά υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ, πάντως, προσπαθεί να στριμώξει, ελαφρώς για την ώρα, την Τουρκία, ζητώντας την άμεση απελευθέρωση του Οσμάν Καβαλά (του πιο διάσημου από τους φυλακισμένους στην Τουρκία του Ερντογάν για πολιτικούς λόγους) και επιμένοντας στην αντίθεσή της για τα πυραυλικά συστήματα S-400.

 

Επίσης, της θέτει το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (κάτι που η Γερμανία αποφεύγει, κάνοντας σαν να μην υπάρχει) και, σύμφωνα με Αμερικανούς αναλυτές, εκφράζει τη δυσαρέσκεια της για τη συμπεριφορά της στην ανατολική Μεσόγειο.

 

Εντός της αμερικανικής διοίκησης, ωστόσο, εξακολουθούν να διατυπώνονται διαφορετικές απόψεις για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η Τουρκία. Υπάρχουν κι αυτοί που είναι υπέρ της προσέγγισής της και το λένε δημόσια με τις αναλύσεις τους, υποστηρίζοντας ότι είναι ένας σύμμαχος ο οποίος μπορεί να κάνει πράγματα για τις ΗΠΑ που δεν μπορούν να κάνουν άλλες χώρες ‒ άποψη που έχει και η καγκελάριος Μέρκελ στην Ευρώπη.


Ο Ταγίπ Ερντογάν την τελευταία εβδομάδα επιτέθηκε προσωπικά, με το γνωστό ύφος του (πέρα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που είναι σταθερά στο πρόγραμμα και τον παρουσιάζει περίπου ως νταή), στον Εμανουέλ Μακρόν και στον Τζο Μπάιντεν, κάνοντας φανερό ότι εξακολουθεί να υπολογίζει μόνο τον Βλαντίμιρ Πούτιν από τη μια πλευρά και την Άνγκελα Μέρκελ από την άλλη.


Οι επιθέσεις του Ερντογάν μόνο τυχαίες δεν είναι, καθώς τα συμφέροντα της Γαλλίας και των ΗΠΑ αυτή την περίοδο ταυτίζονται σε αρκετά θέματα. Ο Ερντογάν, για την ώρα, έχει επιλέξει να διευκολύνει τα συμφέροντα του Πούτιν και της Μέρκελ, λαμβάνοντας σημαντικά ανταλλάγματα. Αυτή είναι η στρατηγική επιλογή του. Το ερώτημα είναι τι θα κάνουν οι ΗΠΑ. Θα τον διεκδικήσουν ή θα τον τιμωρήσουν;

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.