Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Προδημοσίευση: Πίνοντας με τον Πάτρικ Λη Φέρμορ

Η μεταφράστρια και φίλη του Πάτρικ Λη Φέρμορ, Ντολόρες Παγιάς, κατέγραψε τις ημέρες –κυρίως τις νύχτες– που έζησε δίπλα στον σπουδαίο μεταφραστή και λογοτέχνη
Η Ντολόρες Παγιάς αναμένεται να παρευρεθεί στην εκδήλωση που διοργανώνει το Μουσείο Μπενάκη με αφορμή τα εγκαίνια της έκθεσης «Γκίκας - Craxton - Leigh Fermor» στο Μουσείο Μπενάκη, στο οποίο ανήκει και η οικία του Πάτρικ Λη Φέρμορ, στις 6 Ιουνίου. Φωτο: Dolores Payas

Το βιβλίο που έγραψε για τον Πάτρικ Λη Φέρμορ η Ισπανίδα μεταφράστρια και φίλη του Ντολόρες Παγιάς «δεν έχει την αξίωση να καλύψει εξαντλητικές λεπτομέρειες ή βιογραφικές αναφορές», όπως επισημαίνει και η ίδια στην εισαγωγή του βιβλίου Πίνοντας με τον Πάτρικ Λη Φέρμορ που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Key Books. Ο μυθιστορηματικός βίος του Πάτρικ Λη Φέρμορ είναι, άλλωστε, λίγο-πολύ γνωστός, καθώς έφυγε από το σπίτι του στην Αγγλία, έχοντας μαζί του έναν υπνόσακο κι ένα βιβλίο του Οράτιου, για να φτάσει περπατώντας στην Κωνσταντινούπολη και να καταλήξει στη δική μας Καρδαμύλη.

 

Όπως μας επισημαίνει χαρακτηριστικά η φίλη του και μεταφράστριά του στην εισαγωγή της: «Στα είκοσί του χρόνια είχε μοιραστεί το φαγητό του με χωρικούς, βοσκούς, εμπόρους και αριστοκράτες: είχε κοιμηθεί σε καλύβες, μοναστήρια, παλάτια ή κάτω από τα δέντρα». Από την Κωνσταντινούπολη έφτασε στην Ελλάδα, ερωτεύτηκε μια Ρουμάνα βασίλισσα, έμαθε τέλεια ελληνικά και έλαβε μέρος στη θρυλική κρητική αντίσταση μεταμφιεσμένος σε βοσκό και διοργανώνοντας την περίφημη απαγωγή του στρατηγού Κράιπε, διοικητή των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων στην Κρήτη.

 

Άπειρα είναι αυτά που μπορεί να γράψει κανείς για τον Πάτρικ Λη Φέρμορ –έχει ήδη γραφτεί μια συναρπαστική βιογραφία από την Άρτεμις Κούπερ–, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ανθρώπινη πλευρά που φωτίζει η Παγιάς, αναφέροντας πως έγραψε το συγκεκριμένο βιβλίο ως μια «συνοπτική τρυφερή περιγραφή: ένα σκιαγράφημα που εμπνέεται από φιλικές κουβέντες, γεύματα, εσπερίδες και μια αξιοσημείωτη ποσότητα κρασιού που καταναλώσαμε μαζί». Η Ντολόρες Παγιάς αναμένεται να παρευρεθεί στην εκδήλωση που διοργανώνει το Μουσείο Μπενάκη με αφορμή τα εγκαίνια της έκθεσης «Γκίκας - Craxton - Leigh Fermor» στο Μουσείο Μπενάκη, στο οποίο ανήκει και η οικία του Πάτρικ Λη Φέρμορ, στις 6 Ιουνίου. Παραθέτουμε απόσπασμα από το βιβλίο:

 

Τα βιβλία

«Τι θα διαβάσεις σήμερα;»
Ήταν μία από τις αγαπημένες του φράσεις: και μάλιστα συχνή. Μια ερώτηση που έκανε βράδυ, στη διάρκεια του δείπνου.
Τα βιβλία πρωταγωνιστούσαν στο μεγαλύτερο μέρος των συζητήσεων και ήταν πανταχού παρόντα στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια του φαγητού, μιλούσαμε για λογοτεχνία, Ιστορία, ετυμολογία και ξένες γλώσσες. Η σαλοτραπεζαρία ήταν γεμάτη βιβλία, και συχνά με έκανε να σηκωθώ από το τραπέζι για να πάω να αναζητήσω κάποιο στοιχείο, να βεβαιωθώ για την ακρίβεια κάποιων στίχων του ποιήματος που απήγγελλε ή να ψάξω ένα άλλο που δεν το θυμόταν. «Για να δω, αγαπητή μου. Στο βάθος αριστερά, στο ράφι της ισπανικής ποίησης, φέρε μου τον Γκαρθία Λόρκα... Λίγο πιο πάνω. Προσοχή, μην πέσεις...»


Τα ράφια έφταναν μέχρι το ταβάνι: για να φτάσεις τα βιβλία που ήταν στα ψηλότερα ράφια, ήταν φυσικό να ποδοπατήσεις τους καναπέδες και να ανέβεις στις ράχες τους. Και εκεί όπου δεν είχε έπιπλα, για να σκαρφαλώσουμε χρησιμοποιούσαμε μια παλιά ξύλινη σκάλα από την Ινδία. Ήταν ένα πολύ πρωτότυπο αντικείμενο, πολύ όμορφο, που στην αρχή το χρησιμοποιούσαν για να ανέβουν στη ράχη ενός ελέφαντα. Κλειστό δεν καταλάμβανε περισσότερο χώρο από μια μικρή, στενόμακρη σανίδα, ενώ μπορούσες να το ανοίξεις σχεδόν με το ένα χέρι. Στον Πάντι άρεσε πολύ: συνήθιζε να το δείχνει με υπερηφάνεια και τα «Ω!» και τα «Α!» των επισκεπτών τον ευχαριστούσαν, σαν να το είχε επινοήσει ο ίδιος. Δεν είχε και πολλούς σύγχρονους συγγραφείς στη βιβλιοθήκη του. Δεν τον ενδιέφεραν οι σημερινές τάσεις: ούτε οι μελλοντικές, επιβεβαίωνε χωρίς κόμπλεξ. Εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις, πιστεύω ότι είχε σταματήσει κάπου στη δεκαετία του '70 ή, το πολύ, του '80 (μιλάμε για τον 20ό αιώνα, ο 21ος τού φαινόταν σαν ένα εντελώς μακρινό γαλαξιακό μέλλον). Αντίθετα, αποθησαύριζε κλασικούς και εγκυκλοπαίδειες. Και είχε μια καταπληκτική μνήμη σχετικά με το πού βρισκόταν καθένας από αυτούς.


Περιεργαζόταν πάντα τι διάβαζαν οι άλλοι, ψάχνοντας για συγγραφείς που θα τον ενδιέφεραν. Ήταν μεγάλος λάτρης της ποίησης. Μου ζητούσε να απαγγέλλω ποιήματα στα ισπανικά και του πρότεινα ονόματα ποιητών πέρα από τους κλασικούς που ήδη γνώριζε. Ένα βράδυ του μίλησα για τον Μιγκέλ Χερνάντεθ, πιστεύοντας ότι η εκφραστική δύναμη και ο πομπώδης, ηχηρός λόγος του θα ταίριαζαν με τις θεατρικές του προτιμήσεις. Πράγματι! Οι επόμενες βραδιές μας αντηχούσαν από τις στροφές του ποιητή από την «Οριχουέλα» (η προφορά του ισπανικού «ρ» του άρεσε ιδιαίτερα).

 

Μερικές φορές συγκέντρωνε λέξεις, τις έβαζε σε ένα σέικερ και τις ανακινούσε. Αυτοσχεδίαζε: έπαιζε μ' αυτές. Οι αυθόρμητες και εκκεντρικές μεταφράσεις του ήταν πασίγνωστες στους φίλους και στους γνωστούς του. Φωτο: Dolores Payas
Μερικές φορές συγκέντρωνε λέξεις, τις έβαζε σε ένα σέικερ και τις ανακινούσε. Αυτοσχεδίαζε: έπαιζε μ' αυτές. Οι αυθόρμητες και εκκεντρικές μεταφράσεις του ήταν πασίγνωστες στους φίλους και στους γνωστούς του. Φωτο: Dolores Payas


Διάβαζε: πάντα διάβαζε. Αλλά αργά και κουραστικά, γιατί είχε σοβαρά προβλήματα όρασης. «Σε βλέπω σαν σε πίνακα του Πικάσο: ένα μάτι προς την Ανατολή και το στόμα προς τη Δύση», μου είπε μια μέρα. Ακόμα κι έτσι, όμως, ήταν πειθαρχημένος και περνούσε πολλές ώρες με το βιβλίο στο χέρι. Αναζητούσε βοήθεια σε οπτικά όργανα και διάφορα σύνεργα: μεγεθυντικούς φακούς, γυαλιά διαφορετικού βαθμού και καλύπτρα στο αριστερό του μάτι. Το γεγονός ότι ήταν μαύρη και είχε τη νεκροκεφαλή και τα δυο οστά σε σχήμα χιαστί των πειρατών ήταν μια εντελώς δική του επινόηση (υποψιάζομαι ότι κέρδισα την εκτίμησή του τη μέρα που ανακάλυψε τον ανεπιφύλακτο θαυμασμό μου για τον Ουίλιαμ Μπράουν).


Υπήρχαν, επομένως, τα βιβλία, αντικείμενα λατρείας και αγάπης: αλλά και τι περιείχαν τα βιβλία...


Ο Πάντι μεθούσε περισσότερο με τα λόγια παρά με το κρασί. Πράγματι, τα λόγια τον μεθούσαν, και με τι τρόπο! Όταν άρχιζε να μιλάει, ήταν ασταμάτητος. Είχε μια τάση προς τα λεκτικά πυροτεχνήματα, τον βερμπαλισμό και τη φλυαρία. Έπιανε ένα θέμα και το συνέχιζε. Αν κουραζόταν, τότε αναζητούσε –ή επινοούσε– μονοπάτια που θα τον οδηγούσαν αλλού κι έτσι μπορούσε να πηδάει από θέμα σε θέμα, συνδέοντάς τα μεταξύ τους χωρίς σταματημό. Μιλούσε τόσο καλά, όσο σχεδόν έγραφε: και όταν είχε διάθεση, ήταν από τους πιο ευχάριστους και εμπνευσμένους περφόρμερ.

 

Δεν τον ενδιέφεραν οι σημερινές τάσεις: ούτε οι μελλοντικές, επιβεβαίωνε χωρίς κόμπλεξ. Εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις, πιστεύω ότι είχε σταματήσει κάπου στη δεκαετία του '70 ή, το πολύ, του '80.

 

Η γόνιμη πολυλογία του ήταν, δίχως αμφιβολία, αποτέλεσμα ενός ανήσυχου χαρακτήρα αλλά και της ίδιας της ζωής του. Ο Πάντι ανήκε σε μια γενιά που ήταν ερωτευμένη με τις λέξεις. Οι συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενοι χρησιμοποιούσαν τις λέξεις χωρίς μέτρο: αρκεί να θυμηθούμε τον Κατσίμπαλη, τον Σεφέρη, τον Ντάρελ και τον Μίλερ. Ήταν καλλιεργημένοι, λογοτέχνες και... φιλέλληνες. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό, μαζί με τη γνώση του εδάφους, ενίοτε δε και της γλώσσας, συνέβαλε ώστε κάποιοι από αυτούς να εργαστούν στη Διεύθυνση Ειδικών Επιχειρήσεων –ήτοι στις Βρετανικές Μυστικές Υπηρεσίες– κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Δούλευαν πίσω από τις εχθρικές γραμμές και είχαν τη βάση τους στο Κάιρο, όπου συναντιόντουσαν ανάμεσα στις αποστολές. Αντί να επιλέξουν να μείνουν σε στρατιωτικά καταλύματα, κάποιοι από αυτούς νοίκιασαν μια παλιά βίλα της κακιάς ώρας που την ονόμασαν Τάρα από το φρούριο των βασιλιάδων της Ιρλανδίας. Ο πυρήνας των ενοίκων του σπιτιού –είναι περιττό να πούμε πως ο Πάντι συμπεριλήφθηκε κατευθείαν σε αυτόν– αποτελούνταν από μια ομάδα παράτολμων νεαρών που ζούσαν τους ανέμους του πολέμου με άγρια χαρά. Καλλιτέχνες, νυχτόβιοι, διπλωμάτες που βρίσκονταν εκεί για υπηρεσιακούς λόγους και κάθε είδους όντα σύχναζαν στη βίλα, η οποία ήταν γνωστή και ως τόπος συγκεντρώσεων και βραδινών συναθροίσεων που κατέληγαν με τρελό τρόπο. Ήταν όμως γλέντια που εξελίσσονταν ανάμεσα σε λεκτικές ακροβασίες και σταθερές αναφορές στη λογοτεχνία.

 

 

Το σπίτι του Φέρμορ στην Καρδαμύλη της Μάνης
Το σπίτι του Φέρμορ στην Καρδαμύλη της Μάνης

 

Το ίδιο συνέβαινε και στις επικίνδυνες πολεμικές αποστολές, γιατί αυτοί οι ειδικοί πράκτορες είχαν τα σακίδιά τους γεμάτα βιβλία και ποιητικές ανθολογίες. Διάβαζαν στο φως της λάμπας, δάνειζαν τα βιβλία τους ο ένας στον άλλο, σχολίαζαν και συζητούσαν με πάθος. Η εικόνα του καλλιεργημένου και εκλεπτυσμένου πολεμιστή: μια ιδέα που χάθηκε στην πορεία. Ποιος ξέρει αν, διαβάζοντας κανείς σήμερα κάποια κείμενα, τα ημερολόγια και την αλληλογραφία εκείνων των νέων, θα υπέκυπτε στον πειρασμό να τους χαρακτηρίσει αλαζόνες. Για να είναι, όμως, κανείς αλαζονικός, πρέπει να είναι και υπεροπτικός: δεν ήταν όμως ούτε ο Πάντι ούτε οι φίλοι του υπεροπτικοί. Ήταν πολύ γήινοι, ανθρώπινοι. Και όσο κουβαλούσαν τον Οράτιο στα σακίδιά τους, δεν υπολόγιζαν τον εαυτό τους.
Λάτρευαν τις λέξεις και τα λόγια, καθώς και το κρασί που λύνει τη γλώσσα. Αλλά και τις γυναίκες, που τις κατακτούσαν με τα λόγια: μια άλλη ωραία ιδέα αυτή, που χάθηκε στην πορεία. Οι λέξεις ήταν για να τις γράφουν: αυτές φανέρωναν τις μύχιες σκέψεις τους, και κατηύθυναν τις ερωτικές και συναισθηματικές σχέσεις τους, καθώς και τη ζωή που κυλούσε.

 
Ο Πάντι αγαπούσε, επίσης, τη μελωδικότητα των γλωσσών: ήταν μουσικός από τα μύχια της ύπαρξής του. Μιλούσε άπταιστα γαλλικά, τέλεια ελληνικά και πολύ καλά γερμανικά, παρ' όλα αυτά ήταν σεμνός. Ένα πρωί έφτασε με το ταχυδρομείο μια επιστολή με ένα άρθρο της «Frankfurter Allgemeine Zeitung», μια βιβλιοκρισία ενός βιβλίου του που είχε εκδοθεί πρόσφατα στα γερμανικά. Διαβάζοντάς το, έγινε δύστροπος. Η κριτική ήταν πολύ επαινετική βέβαια. Ωστόσο, καθώς πίστευε ότι μιλούσε σωστά γερμανικά τώρα, αφού διάβασε το κείμενο, ανακάλυπτε ότι δεν τα μιλούσε καλά και ότι αυτό που έκανε ήταν απλώς να βγάζει θορύβους (making noises). Τα έβγαζε επίσης πέρα με τα ιταλικά και με τα ρουμάνικα και, μολονότι δεν είχε μελετήσει ποτέ ισπανικά, όταν άρχιζε να τα μιλάει –και το έκανε χωρίς ενδοιασμούς– η προφορά ήταν υπέροχη. Είχε μουσικό αυτί και τραγουδούσε αυθόρμητα. Γνώριζε ένα σωρό τραγούδια και ποιήματα από μνήμης και τα απήγγελλε πρόθυμα και με εξαιρετική εκφραστικότητα. Για τα ισπανικά συνήθιζε να λέει ότι του φαινόταν η πιο ευγενής γλώσσα ανάμεσα σε όλες τις λατινογενείς.

 

Διάβαζε: πάντα διάβαζε. Αλλά αργά και κουραστικά, γιατί είχε σοβαρά προβλήματα όρασης. «Σε βλέπω σαν σε πίνακα του Πικάσο: ένα μάτι προς την Ανατολή και το στόμα προς τη Δύση», μου είπε μια μέρα. Φωτο: Dolores Payas
Διάβαζε: πάντα διάβαζε. Αλλά αργά και κουραστικά, γιατί είχε σοβαρά προβλήματα όρασης. «Σε βλέπω σαν σε πίνακα του Πικάσο: ένα μάτι προς την Ανατολή και το στόμα προς τη Δύση», μου είπε μια μέρα. Φωτο: Dolores Payas


Δεν υπήρχε εσπερίδα στην οποία να μην ανέφερε –σχεδόν πάντα τις μικρές ώρες και έπειτα από πολύ κρασί– τον Γκαρθία Λόρκα, και μετά άπλωνε σαν φτερούγες τα χέρια του και μας χάριζε μια τέλεια απαγγελία του «La guitarra». Σταματούσε πάντοτε συγκινημένος όταν έφτανε στη στιγμή του «se rompen las copas/de la madrugada...» (σπάνε οι κούπες/ της αυγής...). Επαναλάμβανε τη φράση αρκετές φορές, γιατί ήταν από τις αγαπημένες του. Απολάμβανε τη μουσικότητά της και την ιδέα της τραγικής γιορτής που υπαινισσόταν.


Μερικές φορές συγκέντρωνε λέξεις, τις έβαζε σε ένα σέικερ και τις ανακινούσε. Αυτοσχεδίαζε: έπαιζε μ' αυτές. Οι αυθόρμητες και εκκεντρικές μεταφράσεις του ήταν πασίγνωστες στους φίλους και στους γνωστούς του. Στο μνημόσυνο στο Λονδίνο (Δεκέμβριος του 2011) έγινε η παράκληση σε όλους εμάς τους παρευρισκόμενους να τραγουδήσουμε δύο από αυτά τα κομμάτια που εμπνεύστηκε κάποιες βραδιές γεμάτες κρασί και υπερβολές. Διηύθυναν τη χορωδία, με μεγάλη δεξιοτεχνία, ο Τζον Τζούλιους Νόριτς και η Άρτεμις Κούπερ. Η περφόρμανς ήταν το αποκορύφωμα μιας καλά οργανωμένης και συγκινητικής τελετής, καθώς και ένα πολύ ιλαρό φινάλε που άρμοζε στην προσωπικότητα που τιμούσαμε. Επρόκειτο για παραδοσιακά αγγλικά τραγούδια, τα οποία τραγουδούσε σε συναρπαστικά ιταλικά. Μεταφέρω εδώ τους πρώτους στίχους ενός από αυτά, του «Widdecombe Fair».

 

Το αγγλικό πρωτότυπο:
Tom Pearce, Tom Pearce, lend me your grey mare.
Sing all along out a long down a long lee,
For I 'm going to Widdecombe Fair
We 'Bill Brewer, Ian Stewer,
Peter Gurney, Peter Davey,
Daniel Whitton, Harry Hawke,
And old Uncle Tom Cobbey and all,
Old Uncle Tom Cobbley and alla.

 

Και τώρα η απερίγραπτη εκδοχή του Πάντι:

Θωμά Πίαρς, Θωμά Πίαρς, δάνεισέ μου τη γκρίζα σου φοράδα
Μακριά όλοι, έξω μακριά, μακριά μέχρι κάτω στο λιβάδι
γιατί θέλω να πάω στην πανήγυρη του Γουάντικομπ
με τον Γουιλιέλμπο Μπρούερ, τον Ιάκωβο Στίγουερ
Τον Πέτρο Γκάρνεϊ, τον Πέτρο Ντέιβ
τον Δανιήλ Γουίτον, τον Ερρίκο Χοκ
με τον μπαρμπα-Θωμά Γκόμπλεϊ
τον μπαρμπα-Θωμά Γκόμπλεϊ και όλους εσάς (ΣτΜ)

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αισθητική (Essex) και στην Πολιτική Θεωρία (LSE). Μετάφρασε βιβλία αγαπημένων της συγγραφέων (όπως Ντελέζ και Χόμπσμπαουμ) και από το 2000 έχει την ευτυχία να δημοσιογραφεί σε περιοδικά κι εφημερίδες.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Mέρες και νύχτες δίπλα στον Πάτρικ Λη Φέρμορ
Η Άρτεμις Κούπερ, βιογράφος του ταξιδιώτη που διέσχισε στα 18 του με τα πόδια όλη την Ευρώπη για να φτάσει στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν στην Ελλάδα, μιλά στη LifO.
Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ περιγράφει πώς οργάνωσε και εκτέλεσε την απαγωγή του στρατηγού Κράϊπε στην Κρήτη
Δύο κεφάλαια από το βιβλίο "Πάτρικ Λη Φέρμορ: Η απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε" που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο
 Γκίκας - Φέρμορ - Κράξτον: μια συναρπαστική αλληλογραφία
Μεταξύ Ύδρας, Καρδαμύλης και Κέρκυρας, η ενδιαφέρουσα συνομιλία τριών δημιουργών και φίλων ξεδιπλώνεται σε μια έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη
Το καλοκαίρι του «Κολοσσού»
Ο Henry Miller και το σπέρμα του θαυμαστού.
Καλοκαίρι στη Λακωνία: Μυστράς, Μάνη, Μονεμβάσια και Ελαφόνησος
Από τον Δημήτρη Κυριαζή

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Τζέιμς Μπόλντουιν δεν είναι ο νέγρος σου
Σαν ένας άλλος άγριος Ζενέ της μαύρης Αμερικής, ο Μπόλντουιν άφησε το δικό του στίγμα τον περασμένο αιώνα μέσα από μυθιστορήματα άγριας ομορφιάς και μανιφέστα σκληρής αλήθειας. Παρότι δεν χώρεσε ποτέ σε ταμπέλες, έγινε το κατεξοχήν σύμβολο της μαύρης κουλτούρας της Αμερικής, και όχι μόνο.
4 σημαντικά βιβλία μόλις μεταφράστηκαν στα ελληνικά
Η Νομπελίστρια Όλγκα Τοκάρτσουκ, ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, ο Πολ Όστερ και ο «Κόμης Μοντεχρίστος» του Αλέξανδρου Δουμά θα μαγέψουν το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.
Γιατί αγαπάμε ακόμα (τόσο) τον Αλμπέρ Καμύ
Ο πρώτος τόμος από τα Σημειωματάρια του Αλμπέρ Καμύ (εκδόσεις Πατάκη) που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αποκαλύπτει μια ζωντανή, κομψή και ουσιαστική προσωπικότητα και σκέψη, που σήμερα μοιάζει να μας αφορά περισσότερο από ποτέ
20 δοκίμια και ιστορικά βιβλία που ξεχώρισα τη δεκαετία 2010-2019
Η κριτικός βιβλίου της LiFO επιλέγει 20 ελληνικά και ξένα δοκίμια και ιστορικά βιβλία που κυκλοφόρησαν τη δεκαετία που φεύγει.
20 βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας που αγαπήσαμε τη δεκαετία 2010-2019
Η λίστα της LiFO με τα αγαπημένα μας ελληνικά μυθιστορήματα και διηγήματα από τη δεκαετία που φεύγει.
20 μυθιστορήματα ξένων συγγραφέων που αγαπήσαμε τη δεκαετία 2010-2019
Η κριτικός βιβλίου της LiFO επιλέγει τα 20 μυθιστορήματα από την παγκόσμια λογοτεχνία που εκδόθηκαν στην Ελλάδα τα τελευταία 10 χρόνια και αποτέλεσαν «εκδοτικό γεγονός».
78 βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα: Ένας χρήσιμος οδηγός για τα δώρα των γιορτών
Τα καλύτερα της πρόσφατης εκδοτικής κίνησης.
«Σε ποιον ανήκει η κόλαση» του Κ. Τζαμιώτη: Ένα βιβλίο-ανατομία στην άβυσσο της ελληνικής ψυχής
Το «Σε ποιον ανήκει η κόλαση» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο διαθέτει μικρές απροσδόκητες ιστορίες γεμάτες πόνο και σαρκασμό.
Τι βιβλίο να πάρετε φέτος τα Χριστούγεννα ― ανάλογα με τη θεματική του
Η ομάδα της LIFO επιλέγει βιβλία για δώρα ανάλογα με τα γούστα του καθενός.
Το ασυναγώνιστο, μαγικό σύμπαν του Μπρούνο Σουλτς
Ολόκληρο το έργο του αξεπέραστου Πολωνοεβραίου Μπρούνο Σουλτς, ενός από τους σπουδαιότερους συγγραφείς που υπήρξαν ποτέ για τον Σίνγκερ και «ανυπέρβλητη ιδιοφυΐα» για την Τοκάρτσουκ, έρχεται επιτέλους στο φως με «Άπαντα τα πεζά» από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
«Θύελλα»: Ο Τζέιμς Ελρόι επιστρέφει στο Λος Άντζελες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου
Διαβάστε αποκλειστικά ένα απόσπασμα από το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα της «Μαύρης Ντάλιας» και του «Λος Άντζελες Εμπιστευτικό», που συνεχίζει τη χαρτογράφηση της διαφθοράς και της εξουσίας, χρησιμοποιώντας τη λογοτεχνία ως όχημα για την εξερεύνηση του συλλογικού τραύματος.
Η νέα εκδοτική κίνηση μέσα από 57 τίτλους για όλα τα γούστα
Μια λίστα με νέες εκδόσεις που θα σας χρησιμεύσει για τα δώρα των γιορτών
Οι ζωές των άλλων: 14 βιογραφίες - προσωπικές μαρτυρίες που αξίζει να διαβάσεις
Από τον Νίκολα Τέσλα στη Νάντια Κομανέτσι
15 σημαντικά βιβλία που μόλις κυκλοφόρησαν και αξίζει να διαβάσεις
Ξένοι κλασικοί και σύγχρονοι συγγραφείς που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του εκδοτικού χειμώνα.
Η άγρια, τρομακτική ομορφιά του Τόμας Μπέρνχαρντ
Η αναθεωρημένη μετάφραση της «Αυτοβιογραφίας» από τον Βασίλη Τομανά και η έκδοση των «Γεγονότων» σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη από την κλασική σειρά του Εξάντα μάς θυμίζουν γιατί ο Τόμας Μπέρνχαρντ παραμένει ο πιο τρομακτικά και τραγικά ακριβής αφηγητής της κεντρικής Ευρώπης.
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή